HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΦκήσου με μανούλα μου τώρα στ’ ώριο μου στεφάνι…

Φκήσου με μανούλα μου τώρα στ’ ώριο μου στεφάνι…

Γράφει ο Θοδωρής Γεωργάκης

Αν υπάρχει μια ευλογημένη στιγμή, στην παλιά Λευκαδίτικη οικογένεια, μια στιγμή που… σμίγει ο ουρανός κι γη να χαιρετίσουν τον τίμιο ξωμάχικο αγώνα των Λευκαδιτών τεχνουργών της φύσης, αυτή η στιγμή, στην παλιά Λευκάδα, ήταν η στγμή του γάμου των παιδιών τους. Ένας δρόμος που οδηγούσε στο μεθύσι της χαράς, στην άγια ευλογημένη στράτα του… ανοίγματος της μοίρας, όπως έλεγαν χαρακτηριστικά, στην ευόδωση του μύχιου πόθου κάθε γονιού να δει τα παιδιά του παντρεμένα με οικογένειες ποταμούς…

Ο γάμος, κατά την εκκλησιαστική ιερολογία είναι μυστήριο. Η λέξη μυστήριο προέρχεται απ’ το ρήμα μύω, το οποίο σημαίνει κλείνω τα μάτια και σκέφτομαι, διαλογίζομαι. Ως εκ τούτου, σαν μυστήριο, ο γάμος έχει μέσα του κάτι το υπερφυσικό, κάτι το ακατάληπτο, που μόνο υπερβατικός λογισμός μπορεί να ιχνηλατήσει, πως δύο άνθρωποι, ερχόμενοι εις γάμου κοινωνίαν, καθίστανται «σάρκα μία», όπως θέλει η εκκλησία. Ακριβώς, αυτό το μυστηριακό περιεχόμενο προσέδιδαν στον γάμο οι Λευκαδίτες μέσα από έθιμα και τελετές ιδιαίτερου συμβολισμού, τα οποία όλα κατατείνουν στην άνωθεν πρόνοια και ευλογία για στέριωμα, τεκνογονία και ευτυχία των νεονύμφων. Έθιμα, που φεύ σήμερα, έχουν σχεδόν πλήρως εξαφανισθεί.

Σαν κορυφαία στιγμή, για κάθε οικογένεια Λευκαδίτικη, ο γάμος των παιδιών της, έπρεπε να έχει την λαμπρότητα και το μεγαλείο που της άρμοζε. Φανταχτερός, όχι σε πλούτη, μα σε χαρά και πάνδημη συμμετοχή, λαμπρός όχι σε μεγαλεία, μα αστεράτη αυγή σε κρυστάλλινη κρήνη! Μία πλειάδα εκδηλώσεων και εθίμων συνόδευε κάθε νιόφωτο ζευγάρι, απ’ τα αρραβωνιάσματα μέχρι τα «πιστρόφια», εκδηλώσεις πλουμισμένες με ήθη και έθιμα, που άντεξαν στο διάβα των αιώνων, ατσαλώθηκαν στις κοινωνίες του αλτρουϊσμού και της αλληλεγγύης, για να εκφυλισθούν αργά και σταδιακά στα σημερινά γαμήλια τραπέζια και δεξιώσεις, που περισσότερο φαντάζουν με επίδειξη μόδας και νεοπλουτισμού, παρά η ανερμήνευτη και μοναδική στιγμή της ένωσης δύο νέων ανθρώπων.

Πρώτο στάδιο, θα λέγαμε, ήταν το προξενειό ή συμπεθεριακό, αφού αναφερόμαστε σε χρόνους και εποχές, που κατά κανόνα, ακόμη και τα αγνά προγαμιαία ειδύλλια, οσάκις υπήρχαν και αποκαλύπτονταν, έπρεπε να επισημοποιηθούν μέσα από διαδικασία προξενήτρας, έπρεπε «Να την ζητήσει την νύφη ο γαμπρός», όπως έλεγαν, για να μην υπάρχουν και τα …σχόλια της κλειστής και συντηρητικής κοινωνίας της εποχής. Την επαφή μεταξύ των δύο οικογενειών αναλάμβαναν οι προξενήτρες, οι οποίες έκαναν τις πρώτες επαφές μεταξύ των οικογενειών των μελλόνυμφων. Αν οι γονείς εκατέρωθεν συμφωνούσαν, αμέσως προχωρούσαν στον καθορισμό του λιγάτου, της προίκας, που θα έδινε ο πατέρας της νύφης, αν είχε την δυνατότητα…. Συντάσσονταν το λιγατοχάρτι, ένας κατάλογος που περιελάμβανε ότι κινητό και ακίνητο έπαιρνε σαν προίκα η νύφη, από μεροδούλια χωράφια, ρίζες ελιές, ως χοντροσκούτια, σεντόνια, πετσέτες, αλλαξές ρούχα της νιόνυφης, κοντέσια όταν θα μεγάλωνε και θα γίνονταν προγιαστή, λινοσέντονα….

Στους αρραβώνες προχωρούσαν, αφού η προξενήτρα έφερνε στο σπίτι του γαμπρού το λιγατοχάρτι. Ορίζονταν η ημέρα των αρραβώνων, οπότε ο γαμπρός με τους γονείς του και τους στενούς συγγενείς πήγαινε στο σπίτι της νύφης με την κοφοπούλα, όπου μέσα ήταν τα δαχτυλίδια των αρραβώνων, ανάμεσα σε ζαχαράτα και λουλούδια. Ο πατέρας του γαμπρού τοποθετούσε τις βέρες πάνω σε μια εικόνα και εν συνεχεία αρραβώνιαζε τη νύφη, εν μέσω ανείπωτης χαράς και τραγουδιών, συναφή με τ’ αρραβωνιάσματα και το γάμο. Καθ’ όλη την διάρκεια που μεσολαβούσε απ’ τ’ αρραβωνιάσματα μέχρι τον γάμο, η νύφη σπανιότατα πήγαινε στο σπίτι του γαμπρού, απόρροια κα αυτό μιας κλειστής και συντηρητικής κοινωνίας, που έβαζε τα θέματα τιμής σε πανύψηλο αξιακό κώδικα, πράγματα τα οποία σήμερα φαντάζουν παράξενα, μα σε μια κοινωνία άλλης εποχής δεν αποτελούσαν παρά τον θεμέλιο και συνδετικό της κρίκο…

Η πορεία προς τον γάμο, τα στέφανα, όπως έλεγαν, κρατούσε σχεδόν μια εβδομάδα. Νωρίτερα, όμως, απ’ την εβδομάδα του γάμου, γίνονταν το πλύσιμο των μαλλιών. Ήταν μεγάλες ποσότητες μαλλιού προβάτων, τα οποία χρησιμοποιούνταν για το γέμισμα των στρωμάτων και των μαξιλαριών. Θυμάμαι, χαρακτηριστικά και τις πηγές στις οποίες τα χωριά των Σφακιωτών έπλεναν τα μαλλιά της νύφης. Τα Λαζαράτα και το Πινακοχώρι έπλεναν τα μαλλιά στην βρύση της Ακόνης. Το Σπανοχώρι στην Μέλισσα, ή στην Βλύχα, την βρύση που ύδρευε την αρχαία Λευκάδα, όταν αυτή ήταν στην περιοχή του Κούλμου. Ο Κάββαλος στην βρύση της Σπηλιάς, πάνω απ’ το φαράγγι της Μέλισσας και τ’Ασπρογερακάτα στην Αρκολιά, στη Λίζαινα, ή στη Δαφνοπαναγιά, το λαγκάδι που κατεβαίνει απ’ τον Εγκρεμό του Κόντρου του Φωτεινού..

Στο πλύσιμο των μαλλιών μετείχαν και τα δύο συμπεθεριακά, του γαμπρού και της νύφης, αλλά και πλήθος συγγενών, απ’ τις δύο πλευρές. Ολόκληρη πομπή καβαλαραίων και πεζών έφταναν στην ανάλογη βρύση, όπου οι γυναίκες άρχιζαν το ζεμάτισμα των μαλλιών, για να φύγει ο πίνος, και εν συνεχεία το ξέβγαλμά τους στους μεγάλους λόμπους, που σχημάτιζαν οι βρύσες. Το μεσημέρι στήνονταν πλούσιο γεύμα και γλέντι στα διπλανά χωράφια, υπαίθριο τραπέζι με κύριο φαγητό την μανέστρα από κρέας τράγιο, ενώ το κρασί κεροπάτι έρρεε άφθονο. Η επιστροφή στο χωριό γίνονταν με την νύφη και τον γαμπρό επικεφαλής της πομπής. Η νύφη, σαν έμπαιναν στα χωριά, κερνούσε στον δρόμο λαδόπιττα, όποιον συναντούσαν και εύχονταν «καλορίζικα», στο νιόφωτο.

Οι εκδηλώσεις την εβδομάδα, που προηγούνταν του στεφανώματος, ξεκινούσαν απ’ την Τρίτη το βράδυ. Τότε γίνονταν τα προζύμια του γαμπρού, χωρίς την παρουσία της νύφης! Στα προζύμια έφτιαχναν το κουλούρι του γαμπρού, που μαζί με το κουλούρι της νύφης, θα μοιράζονταν την Κυριακή στο γαμήλιο τραπέζι. Την Τετάρτη, παρουσία του γαμπρού και των συγγενών του, στο σπίτι της νύφης, γίνονταν τα προζύμια της νύφης. Το ανάπιασμα του προζυμιού έκαναν ανύπαντρες κοπέλες. Όταν τελείωνε το ζύμωμα, τοποθετούνταν πάνω στο ζυμάρι οι βέρες των νεόνυμφων και εν μέσω των σχετικών τραγουδιών, πρώτος ο γαμπρός «ασήμωνε» το προζύμι, για να ακολουθήσουν και οι συγγενείς. Τα τραγούδια στα προζύμια έχουν έναν ενιαίο κορμό σε όλα τα χωριά της Λευκάδος με μικροπαραλλαγές από χωριό σε χωριό σε κάποιους στίχους.

Κάποια απ’ τα τραγούδια των προζυμιών…

Η ΕΥΧΗ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ. Φκήσουμε μανούλα μου τώρα στ’ ώριο μου προζύμι. Την ευχή μου βρέ παιδί μου κι ο θεός να σε προκόψει κι όσα καλά εχ’ η Λαμπρή όλα να σου τα δώσει.

ΑΧΛΙΒΕ ΠΟΤΑΜΕ. Αχλιβέ μου ποταμέ μου, άχλια είναι τα νερά σου, π’ αναπιάζουν τα προζύμια και του γάμου τα κουλούρια

ΣΗΤΑ ΜΟΥ. Σήτα μου ψιλή μου σήτα και καλή μου κοσκινίστρα, σείσε μας καλά τ’ αλεύρι σμίξε μας καλά το ταίρι. Σήτα μου καφασωτή, κόθρο μου καμαρωμένε, για κοσκίνα μας τ’ αλεύρι, για να φτιάξουμε κουλούρι του καλού γαμπρού και τ’ άξιου.

ΤΟΥ ΓΑΜΠΡΟΥ Τ’ ΑΣΗΜΩΜΑ. Για κόπιασε, δα, κυρ γαμπρέ για σίμωσε και κάτσε κι άπλωσε την τσεπούλα σου την μαργαριταρένια και ρίξε ασήμι στο ψωμί και στο δικό σου γάμο.

ΤΩΝ ΓΟΝΙΩΝ Τ’ ΑΣΗΜΩΜΑ. Έλα μάνα χρύσωσέ το και πατέρα ασήμωσέ το, πάει η μάνα τ’ ασημώνει, ο πατέρας το χρυσώνει. Την μάνα σου τη μάγισσα ρακί θα την ποτίσω, να πέσει ν’ αποκοιμηθεί να ρθώ να σε φιλήσω.

Την Πέμπτη, προ της Κυριακής του γάμου, αφού στην Λευκάδα ο γάμος γίνονταν πάντα Κυριακή, θεωρούσαν κακό να γίνει άλλη μέρα και μάλιστα αμέσως μετά την θεία λειτουργία, την Πέμπτη, λοιπόν, ανύπαντρα κορίτσια γέμιζαν με τα πλυμένα μαλλιά τα στρώματα και τα μαξιλάρια της νύφης, ενώ την Παρασκευή το απόγευμα είχαμε τα «Καρφώματα». Στο σπίτι της νύφης μαζεύονταν ο γαμπρός με τους συγγενείς του και εκεί, σε κοινή θέα, η μάννα της νύφης παρουσίαζε τα προικιά που έδινε στην κόρη της, κυρίως χοντροσκούπια, βελέτζες, μαντανίες, σαγιάσματα, κυπαρισσένια, απλάδια, πάντες αλλά και μεσάλια, πετσέτες με σπάθες και όλα τα ρούχα που απαιτούσε το νέο νοικοκυριό. Σε κοινή θέα το ρίξιμο των ρούχων, για να δούνε οι συγγενείς του γαμπρού τα προικιά, αλλά και για να θαυμάσει η γειτονιά και οι συμπεθέροι την χρυσοχέρα μάνα και τις εμπνεύσεις της στον αργαλειό!

Όλα αυτά τα προικιά οι μητέρες τα ύφαιναν μέρα νύχτα στον αργαλειό σαν κελάηδαγε η σαϊτιά, όμοια Πηνελόπης, απ’ το χάραμα θαμπά μέχρι τα νυχτέρια με το λυχνάρι στον αργαλειό της προκοπής!!!. Κάθε ρούχο, που έπεφτε στον «κόμπο», δηλαδή στο δέμα που δημιουργούνταν με επιμελή τοποθέτηση και το οποίο δέμα ονόμαζαν «κόμπο», καρφώνονταν με καρφοβέλονα και ράβονταν πρόχειρα με το άλλο ρούχο με κόκκινη κλωστή. Αυτό το «κάρφωμα» εξ ου και «καρφώματα», συμβόλιζε το δέσιμο του νέου ζευγαριού, μεταφορική και αλληγορική σημασία, αλλά με τόση μεγάλη δίψα, να φανερώνει, απ’ τους γονείς, κυρίως, των νεονύμφων, να στεριώσει το νιόφωτο.

Κάποια απ’ τα τραγούδια που τραγοοδούσαν οι καρφώστρες γυναίκες στα Καρφώματα.

ΦΚΗΣΟΥ ΜΕ ΜΑΝΟΥΛΑ ΜΟΥ. Φκήσου με μαννούλα μου τώρα στα καρφώματα μου. Τώρα στα καρφώματα μου και στα καλορίζικα μου. Την ευχή μου, βρέ παιδί μου του Χριστού και τη δική μου.

ΤΡΙΑ ΚΛΩΝΙΑ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ. Τρία κλωνιά βασιλικός και πέντε ματζουράνα, χαρά σε τούτα τα προικιά που δίνει τούτ’ η μάννα. Καλώς τα που προβάλανε τ’ άσπρα και τα χιονάτα, να τα χαρεί που τ’άφτιαξε και κόπιασε για δαύτα.

ΑΗΔΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ. Αηδόνια της Ανατολής και σεις πουλιά της Δύσης, ελάτε να γιομίσουμε τα στρώματα της νύφης. Ζάχαρη, πάλι ζάχαρη, ρύζι και πάλι ρύζι, να γίνει καλωρίζικο το στρώμα που γιομίζει.

ΗΜΕΡΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ. Ημέρα είναι Παρασκευή τα ρούχα μου καρφώνω και το καλότυχο προικιό μάνα μου το τελειώνω. Φκηθήτε με γονέοι μου τα ρούχα μου κι εμένα και τα ωραία μου προικιά τα μορφοκεντημένα. Με γειά και με καλή καρδιά να ζείς να τα χαλάσεις να τα γλεντήσεις κόρη μου και να τα διασκεδάσεις.


Αφού τα προικιά γίνονταν «κόμποι», τότε φορτώνονταν στα άλογα και μεταφέρονταν στο σπίτι του γαμπρού, όπου θα έμενε το νιόφωτο, αφού στην Λευκάδα, κατά κανόνα, η νύφη έμενε μαζί με τα πεθερικά, στο σπίτι του γαμπρού. Το φόρτωμα στα άλογα, γίνονταν με τρόπο φανταχτερό, που να αναδεικνύει τα προικιά, ενώ στο τέλος σκεπάζονταν κυρίως με τεράστιο λινό σεντόνι με σπάθες. Τα άλογα με τα προικιά έσερναν και οδηγούσαν αρσενικά παιδιά, στο χέρι των οποίων περνούσαν οι γονείς της νύφης ένα κουλούρι. Η πομπή προς το σπίτι του γαμπρού, αν μάλιστα ήταν και από διαφορετικό χωριό γαμπρός και νύφη, ήταν πράγματι ένα ατέλειωτο μελίσσι κεφιού και χαράς, με τα φορτωμένα άλογα να προπορεύονται και το συμπεθεριακό όλο να ακολουθεί τραγουδώντας. Όταν έφταναν στο σπίτι του γαμπρού, τα προικιά τοπεθούνταν σε γήκους, ενώ στο στρωμένο νυφικό κρεβάτι, «πετούσαν» οι γυναίκες ένα αρσενικό παιδί, προκειμένου, όπως πίστευαν, η νύφη να κάνει σερνικά παιδιά.

Την παραμονή του γάμου, το βράδυ του Σαββάτου, όλοι οι συγγενείς μαζεύονταν, χωριστά, στα σπίτια του γαμπρού και της νύφης και έφερναν το κανίσκι. Το βυζαντινό «κανίσκιον», ήταν ένα μεγάλο κοφίνι, όπου μέσα, εκτός από γλυκά και λαδόπιτα, είχε κρέας τράγιο, μανεστριακά, πατάτες, κρεμμύδια, λαδοκούλουρα, ψωμί, ότι χρειάζονταν για το Κυριακάτικο γαμήλιο τραπέζι. Επρόκειτο για έναν αλτρουϊσμό, για μια στήριξη του πατέρα που πάντρευε, αφού, όπως λένε στα χωριά του νησιού, «αν δεν παντρέψεις και δεν χτίσεις, δεν ξέρεις από έξοδα». Επίσης το απόγευμα του Σαββάτου, ανύπαντρα κορίτσια, καλούσαν ολόκληρο το χωριό να συνοδεύσει τον γαμπρό και τη νύφη στην εκκλησία.

Απολείτουργα την Κυριακή ο γάμος, η κορύφωση μιας πορείας χαράς ανείπωτης των γονέων και των στενών συγγενών, ο δρόμος προς την … Πρωτομαγιά του ζευγαριού, η κάθοδος στο στίβο της πρόσχαρης ζωής, η ανάταση σε γρανιτένιους ουρανούς! Οι νεόνυμφοι και οι καλεσμένοι έφταναν εν πομπή στην εκκλησία. Μπροστά στην πομπή του γαμπρού, ένα αρσενικό παιδί κρατούσε την βαντιέρα. Ήταν ένας μεταλλικός δίσκος μεγάλος, στολισμένος με λουλούδια και ζαχαράτα, όπου πάνω είχε τα στέφανα και το μπουκέτο (ανθοδέσμη) για την νύφη. Όταν τελείωνε το μυστήριο του γάμου, που αρκετές φορές γίνονταν και στο σπίτι της νύφης, το νιόφωτο, με συνοδεία και των δύο συμπεθεριακών, οδηγούνταν στο σπίτι του γαμπρού. Στην κεντρική πόρτα περίμενε το νιόφωτο η μάνα του γαμπρού, η πεθερά, η οποία τάϊζε ζάχαρη, ή μέλι, τη νύφη, ενώ της έδινε ένα τσεκούρι, με το οποίο χτυπούσε τρείς φορές το άνώφλι του σπιτιού, σε μια ένδειξη ενσωμάτωσης της νύφης στο νέο της σπιτικό.

Ολόκληρο δε το συμπεθεριακό τραγουδούσε: Έβγα κυρά και πεθερά να προσδεχθείς τη νύφη, που πρόβαλε σαν τον αϊτό μαζί με τον πετρίτη. Για να απαντήσει η πεθερά: Καλώς τηνε που πρόβαλε κι ας έκανε και κόπο, αφού ήρθε και μας φούμισε τον άσχημο τον τόπο. Εν συνεχεία η πεθερά έδινε στη νύφη ένα σακούλι γεμάτο αμύγδαλα, καρύδια, παξιμάδια, σύκα και ενίοτε χρήματα (κέρματα) τα οποία πετούσε η νύφη στο συγκεντρωμένο συμπεθεριακό, φανερώνοντας τα πλήθια καλούδια του σπιτιού των νεονύμφων! Στο σπίτι του γαμπρού άρχιζε το γλέντι και το τραπέζι, ενώ οι γονείς και οι συγγενείς της νύφης, γλεντούσαν και έτρωγαν ξεχωριστά, στο δικό τους σπίτι. Το γαμήλιο τραπέζι είχε σαν βασικό φαγητό την μανέστρα από κρέας τράγιο. Τα φαγητά ήταν πάρα πολλά, αφού με τα κανίσκια οι συγγενείς έφερναν στο σπίτι του γαμπρού και της νύφης μεγάλες ποσότητες τροφίμων.

Μετά το φαγητό άρχιζε ο χορός και το γλέντι. Οι πιο εύποροι έφερναν όργανα και γλεντούσαν, όργανα που συνόδευαν και τη νύφη στην εκκλησία! Οι πιο αδύνατοι οικονομικά, είχαν τα γραμμόφωνα, ενώ στα παλιά χρόνια τα τραγούδια και ο χορός γίνονταν με το στόμα. Την επόμενη, Δευτέρα πρωί, οι γυναίκες έφτιαχναν την λαδόπιτα, την οποία μοίραζαν, από σπίτι σε σπίτι σε ολόκληρο το χωριό, για να ευχηθούν το: «πάντα σε χαρές», και «να ζήσουν». Η επόμενη Κυριακή του γάμου, ήταν η Κυριακή για τα «Πιστρόφια». Ντυμένη η νύφη τα καλά της, με τα κοσμήματα στολισμένη, τα δαχτυλίδια, τις μπόκολες, το ποντάλι, τη σπίλα και φορώντας ότι πιο λαμπερό σε χρώμα κρέπι, γυρνούσε στο πατρικό της σπίτι, όπου θα επισκέπτονταν, το νιόφωτο, τους γονείς της νύφης, η οποία με μια κόφα στο κεφάλι, με κόκκινο κρέπι και αυτή σκεπασμένη, όπου μέσα είχε γλυκά, λαδόπιτα, κουλούρι και φρούτα, γύριζε να δει τους γονείς τη, να τους διηγηθεί τις πρώτες μέρες του έγγαμου βίου της, να μοιραστεί μαζί τους τη χαρά για το νέο της ξεκίνημα….

Τα τραγούδια του γάμου, που ακολουθούν, τα συγκέντρωνα χρόνια τώρα προσωπικά από ηλικιωμένες γυναίκες στα χωριά του νησιού και τα φυλάσσω σε κασετοφωνάκι επιμελώς. Παντού σε όλα τα χωριά του νησιού, όπου και αν μίλησα με ηλικιωμένους είναι ίδια τα τραγούδια του γάμου, με μικρές παραλλαγές σε κάποια απ’ αυτά. Ευελπιστώ πως, κάποια στιγμή, σαν στο νησί υπάρξουν στις αρχές άνθρωπο, που θέλγονται και παθιάζονται με την λαογραφία, την παράδοση και τον λαϊκό Λευκαδίτικο πολιτισμό, τότε θα μπορέσω με την συνδρομή τους να τα ντύσουμε με μουσική και να κυκλοφορήσουν, ώστε να ζει αιώνια αυτό το τεράστιο κεφάλαιο που λέγεται ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΚΟΣ ΧΩΡΙΑΤΙΚΟΣ ΓΑΜΟΣ!!!

Αυτά τα τραγούδια του γάμου που φυλάσσω, επαναλαμβάνω, επιμελώς, είναι τα παρακάτω.

ΟΙ ΕΥΧΕΣ ΤΗΣ ΜΑΝΝΑΣ. Φκήσου με μανούλα μου, τώρα στ’ ώριο μου στεφάνι, τώρα στ’ ώριο μου στεφάνι και στα καλορίζικα μου. Την ευχή μου βρέ παιδί μου του Χριστού και τη δική μου . Την ευχή μου βρέ παιδί μου κι ο θεός να σε προκόψει. Σύρε στο καλό παιδί μου και σ’ ευλογημένη ώρα και να γεμίσ’ ο δρόμος σου δάφνες μυρτιές και ρόδα. Δάφνες μυρτιές στο δρόμο σου κι η νίκη στο πλευρό σου και της μανούλας η ευχή να είναι οδηγός σου. Και εκ νέου. Φκήσου με μανούλα μου κ.τ.λ.

ΚΥΡΑ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ ΜΟΥ. Σήμερα λάμπ’ ο ουρανός, σήμερα λάμπ’ η μέρα, σήμερα στεφανώνεται αϊτός και περιστέρα. Χαρά στην τύχη σου γαμπρέ χαρά στο ριζικό σου, που βάνεις τέτοιον άγγελο για πάντα στο πλευρό σου. Κυρά Φανερωμένη μου με τον μονογενή σου, ο γάμος όπου άρχισε νάναι με την ευχή σου. Κυρά Φανερωμένη μου και χάρισε τους χρόνια, όπως χαρίζεις της ελιάς τα φύλλα και τα κλώνια.

ΕΥΧΕΣ ΠΕΘΕΡΑΣ. Έβγα κυρά και πεθερά να προσδεχτείς τη νύφη, που πρόβαλε σαν τον αϊτό μαζί με τον πετρίτη. Καλώς τα μάτια πούρχονται και φέραν τον αγέρα και φέραν τη νυφούλα μας μέσα στα δυο μας χέρια. Καλώς τα μάτια πούρθανε κι ας κάμανε και κόπο, αφού’ ρθαν και μας φούμισαν τον άσχημο τον τόπο. Νυφούλα καλορίζικη με γειά σου και χαρά σου, ήρθαν τ’ αδόνια απ’ την Φραγκιά να δούν την ομορφιά σου.

ΤΟΥ ΓΑΜΠΡΟΥ Η ΤΑΒΛΑ. Ω Χριστέ και τι μ’ αρέσει του καλού γαμπρού η τάβλα, πούναι όμορφα στρωμένη και καλά τραπεζωμένη. Με περούνια με κουτάλια και μεταξωτά μεσάλια. Τα κουτάλια ασημένια και τα πιάτα φιρφιρένια. Τα ποτήρια κρυσταλένια τα μαχαίρια ατσαλένια. Σ’ όσους γάμους κι’ αν επήγα τέτοιο νιόφωτο δεν είδα. Ναν’ η νύφη κρύα βρύση κι’ ο γαμπρός σαν κυπαρίσσι. Ω Χριστέ και τι μ’ αρέσει…(εκ νέου).

Η ΠΕΡΔΙΚΑ ΚΑΙ Ο ΑΪΤΟΣ. Άσπρο σταφύλι ραζακί και κόκκινο κεράσι, τ’ αντρόγυνο που έγινε να ζήσει να γεράσει. Νυφούλα καλορίζικη σήμερα στη χαρά σου, τόσα λουλούδια νύφη μου νάχει το φόρεμα σου. Ποιος ήταν ο συμπέθερος, πούχε στη γλώσσα μέλι, η πέρδικα με τον αϊτό να γίνουνε αϊτέρι. Σείς συμπεθέροι του γαμπρού σταθείτε μετρηθείτε, τη νύφη που σας φέραμε καλά να τη δεχθείτε.

ΓΑΜΠΡΕ ΜΟΣΧΟΜΥΡΙΖΕΙΣ. Γαμπρέ γαρύφαλλο κρατάς, γαμπρέ μοσχομυρίζεις. Ούτε γαρύφαλλο κρατώ ούτε μοσχομυρίζω. Μυρίζει το μαντήλι μου, που μούστειλ’ η καλή μου. Έχει το φάδι μάλαμα και το στημόνι ασήμι. Άγγελοι σε χτενίζουνε τη νύχτα με φεγγάρι κι έγινες άσπρος και λαμπρός ωσάν μαργαριτάρι. Γαμπρέ μου καλορίζικε καλό είν’ το ριζικό σου, κόκκινο τριαντάφυλλο έβαλες στο πλευρό σου.

ΓΛΥΚΟ ΜΟΥ ΖΑΧΑΡΑΤΟ. Αφήνω γειά γειτόνισσες και σείς γειτονοπούλες, θέ νάβρω άλλες γειτονιές κι’ άλλες γειτονοπούλες. Σήμερα κι’ αύριο είμαι’ δώ κι’ ακόμα το Σαββάτο, την Κυριακή σ’ αφήνω γειά γλυκό μου ζαχαράτο. Εκεί στο σπίτι που θα πάς, κανέλλα μην μασήσεις και μοσχοκάρυδο μην φας και μας αλησμονήσεις. Εκεί στο σπίτι που θα πάς είναι ξερά τα ξύλα κι’ από την ομορφάδα σου ανθούν και βγάζουν φύλλα.

ΝΥΦΟΥΛΑ ΚΑΛΟΡΙΖΙΚΗ. Νυφούλα καλορίζικη σήμερα στη χαρά σου, ήρθαν τ’ αηδόνια νύφη μου να δούν την ομορφιά σου. Ασφελαχτέ και άγκαθε και βάτε π’ αγγελώνεις, εκεί που δεν σε θέλουνε ποτέ μη ξεφυτρώνεις. Γαμπρέ μου σε παρακαλώ μια χάρη να μου κάνεις, το φιόρο που σου δώσαμε να μην μας το μαράνεις.Σ’ όποιο γάμο κι’ αν επήγα τέτοια νύφη δεν την είδα, νάναι η νύφη κρύα βρύση κι ο γαμπρός σαν κυπαρίσσι.

ΚΟΡΗ ΠΟΥ ΥΦΑΙΝΕΙΣ. Κόρη που υφαίνεις το πανί που υφαίνεις και ξεϋφαίνεις, που διάζεσαι βράδυ – πρωί κι όλους τους νιούς μαραίνεις. Πέτα σαΐτα μου χρυσή, με το χρυσό μετάξι ν’ άρθει ο καλός μου τη Λαμπρή βρεί χρυσά ν’ αλλάξει. Χίλια φλουριά είν’ στο πανί χίλια φλουριά στο χτένι, χαρά στη νιά που υφαίνει Χίλια χρυσά κεντήματα χίλια χρυσά μετάξια, καλώς το νιό με τ’ άστρα.

ΤΟ ΚΟΥΛΟΥΡΙ ΤΗΣ ΝΥΦΗΣ. Σήτα μου ψιλή μου σήτα και καλή μου κοσκινίστρα, σείσε μας καλά τ’ αλεύρι σμίξε μας καλά το ταίρι. Σήτα μου μεταξόσιτα, που σίξεις και ξεσίξεις, σίσε μας και ξεσήτισε της νύφης το προζύμι. Αχλιβέ μου ποταμέ μου άχλια νάναι τα νερά σου, π’ αναπιάζουν τα προζύμια και του γάμου τα κουλούρια. Βάλτε το νερό να χλιάνει και σείς φέρτε το σκαφίδι και βάλτε ν’ αναπιάσουμε της νύφης το προζύμι.

ΤΑ ΠΡΟΙΚΙΑ ΤΗΣ ΝΥΦΗΣ. Τρία κλαριά βασιλικός και τρία ματζουράνα, χαρά σε τούτα τα προικιά που δίνει τούτη η μάννα. Ψαλίδι χρυσοψάλιδο που κόβεις το βελούδο, κόβεις της νύφης τα προικιά και του γαμπρού το ρούχο. Νάναι ο γαμπρός πολύχρονος κι η νύφη καλομοίρα, να κάνουν σερνικά παιδιά σαν του Μαγιού τα μήλα. Σαρώσετε τις γειτονιές, σαρώσετε τις ρούγες, για να διαβεί η νύφη μας με τις πλατιές φτερούγες.

ΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ ΤΗΣ ΝΥΦΗΣ. Αηδόνια της Ανατολής και σείς πουλιά της Δύσης, ελάτε να γεμίσουμε τα στρώματα της νύφης. Ζάχαρη πάλι ζάχαρη ρύζι και πάλι ρύζι, να γίνει καλορίζικο το στρώμα που γεμίζει. Νάμουν αέρας δροσερός να έμπαινα στο στρώμα, να φίλαγα το νιόφωτο στα χείλη και στο στόμα. Όσα πλουμίδια νύφη μου έχει το φόρεμα σου, τόσα νάναι τα χρόνια σου και τόσα τα παιδιά σου.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΓΑΜΠΡΟ. Αϊτέ μου χρυσοπράσινε με ασημένιες πλάτες, όθε περνάς κι’ όθε διαβείς μοσκοβολούν οι στράτες. Θιαμαίνομαι τον ουρανό που στέκει δίχως στύλο, θιαμαίνομαι τις κοπελλιές που δεν σε πιάνουν φίλο. Ψηλό κυπαρισσάκι μου σείσου και κάν’ αέρα, να κελαηδήσουν τα πουλιά να ξημερώσ’ η μέρα. Όσ’ άστρα έχει ο ουρανός ένα σε σ’ ένα μοιάζει, που βγαίνει κάθε πρωινό κι ο κόσμος το θαυμάζει.

ΝΥΦΗ ΓΑΛΑΖΟΦΕΡΕΜΕΝΗ. Γαλαζοφορεμένη μου όλη την εβδομάδα, την Κυριακή στολίζεσαι σαν κόκκινη φρεγάδα. Σου μοιάζουν τ’ άσπρα σήμερα, σου μοιάζει το μαντήλι, σαν τ’ αηδονάκι που λαλεί τον Μάη τον Απρίλη. Έχεις την κεφαλή χρυσή και τα μαλλιά μετάξι και κάθε τρίχα γίνεται μαχαίρι να με σφάξει. Καλώς ήρθαν τα σύννεφα και φέραν τον αέρα και φέρανε τον σταυραϊτό πόχει την περιστέρα.

Προηγουμενο αρθρο
Έκοψε την πίτα της η Φιλαρμονική
Επομενο αρθρο
Για όσους απορούν γιατί γίνεται τόση συζήτηση για την αμμόγλωσσα

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *