HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΧειμώνας… όπως παλιά!

Χειμώνας… όπως παλιά!

Της ΕΛΛΗΣ ΚΑΒΒΑΔΑ

Ο χειμώνας είναι μια δύσκολη εποχή του χρόνου. Kάθε περιοχή τον ζει και τον αντιμετωπίζει ξεχωριστά και σύμφωνα πάντα με τις συνθήκες που επικρατούν σε αυτή. Στο Μεγανήσι δεν έχουμε ζήσει ακραίους και τόσο δύσκολους χειμώνες όσο αλλού. “Ηπιος όπως στις περισσότερες παραθαλλάσιες περιοχές. Ο δικός μας χειμώνας διαφέρει παρόλα αυτά στην περιγραφή, με την ντοπιολαλιά και τον δικό μας ξεχωριστό τρόπο. Όπως τον θυμόμαστε και όπως ακόμα τον ακούμε από αυτούς που φεύγουν σιγά σιγά μαζί με τις λέξεις τον στόμφο και το συναίσθημα από τα βιώματα της γενιάς τους. Από εκείνους που έχουν ζήσει δύσκολους χειμώνες δίχως την πολυτέλεια του καλοριφέρ του ξυλολέβητα και του air-condition, κι από νεότερους όμως που φυλάνε αναμνήσεις από τους παιδικούς τους χειμώνες.

Ας τους κρατήσουμε… να τους γνωρίσουμε ή να τους θυμηθούμε…

1Ο χειμώνας λοιπόν στο Μεγανήσι χρόνο με το χρόνο αλλάζει. Τη μια χρονιά μαλατσερός με πολύ νερό και ζέστες την άλλη χρονιά με κρύο και χιονιά και πολλές φορές με όλους τους καιρούς μαζί.

Παλιότερα ήταν πιο μεγάλος αφού ο τουρισμός δεν είχε δημιουργήσει σαιζόν κι ο ντόπιος πληθυσμός αυξάνονταν μόνο για κάνα μήνα. Πιο σταθερός πιο προβλέψιμος και η κάθε εποχή κράταγε τα δικά της χαρακτηριστικά.

Μάζωνε την οικογένεια που έβγαζε το ψωμί της δουλεύοντας κυρίως έξω από το σπίτι, κάτω από δύσκολες συνθήκες και χωρίς τις σημερινές πολυτέλειες που καλύπτουν κάθε ανάγκη.

Μαθημένοι όμως οι άνθρωποι στα δύσκολα με τρόπο απλό και με χιουμορ έβγαζαν πέρα την κάθε χειμωνιάτικη τους μέρα.

Παλιά λοιπόν ο χειμώνας είχε άσκημο καιροφόρι, με πολλά δρυμόκολα και στρογάρμπια.

Όταν ο καιρός ήτανε στη δροσά ήτανε όλα μοσκίδι. Αναγλύτσαζε και ξαφούρδαε ο τόπος. Καταπασινίσανε τα πάντα και στέγνια είχαμε να απολάψουμε μήνες. Χορτάριαζε ως κι η πέτρα κι η δρακοντή σου πάαινε ως το γόνα. Παρακαλιόμαστε να βγάλει ένα μάτι ήλιο και να φυσήξει ένα δράμι αέρα να στεγνώσουμε και να πάρουμε τα κεντίσματα μας να βγούμε στο λιακωτό.

Ο μαΐστρος η τρεμουντάνα και ο γρέος είναι οι καιροί που πιάνουν εδώ. Κι άμα ντο πάρει ντο πήρε… μέρες βάσταε τούτο το καιροφόρι. Και χα μωρέ να τονε μπατάρει… μπααα το βλιασμένο … Άμα δε ξεθυμάνει δε λαπασάρει. Ούτε να βγείς από τη πόρτα σου δε μπόρειγες.

3Κλεισμένος μέσα, και με τις απολύτως απαραίτητες εξόδους, σκολιό, μαγαζί καμπινέ που ήταν όξου, άκουγες να περνάει απ΄τς χαραματιές τς πορτοπούλας το σφυριχτό του αέρα και λούφαζες. Η θάλασσα είχε πνίξει τα προβατάκια και γινόντανε ούλη κάτασπρη σα γάλα.

Με εφτό τον αέρα οι συγκοινωνίες δεν πάνε στη Λευκάδα… που να βγούνε οι κασελέτες με τέτοια φουρτούνα. Οι τράτες αράζανε κι οι ψαράδες δε ματαβγαίνανε από τη πόρτα τους. Λυσάζαμε για ψάρι. Το δυνατό φύσησμα σε αλάλιαζε και σου μπαίνανε τσάχαλα στα μάτια. Πολλές φορές τον ένοιωθες να περάει από τα ρούχα σου και να σε μπαλιγάρει ή να σε αμπώνει προς τα πίσω. Και τι αντιστήλι να κρατήσεις μικρό και απασπάλωτο παιδί. Στο σκολειό μας πήγαινε η μάνα μας για να μας βαστάει το κατσούλι στο κεφάλι…εμείς βαστάγαμε τη τσάντα. Στους δρόμους στα συναπαντήματα γινόνταν σχολιασμός των καιρικών συνθηκών με εκφράσεις όπως:

…πήρε ένα περίδρομο.

…το ξεκεράμωσε (το σπίτι)

…xαλάει η σφαίρα του κόσμου

…παίρνει και τ΄αγκωνάρια

…δε βγαίνει άνθρωπος απ τη πόρτα του

…σηκώνει και τς΄πέτρες

…χάλεψε να μας πάρει

…χαλάει ο γλόμπος τς” γης

…παίρνει και τα θέμελα… που μπαινόβγαιναν στα παγωμένα στόματα των μεγάλων και περιέγραφαν απόλυτα την κατάσταση.

Ο λεβάντες τώρα δε καλόπιανε εδώ.

Όταν ο καιρός ήταν στο χιονιά (Βοριάς ) φύσαε και έκανε πολύ κρύο. Ανάμεσα αμόλαε καμιά ψιχάλα που πάγωνε όσο να πέσει γινόντανε μπαμπακούλα. Δε χιόνιζε όμως κι αυτό ήταν το μαράζι μας.

Η ατμόσφαιρα πεντακάθαρη κι όλα με έντονα σκούρα χρώματα. Έχει κατακάτσει η σκόνη κι ο Μπούμπστος έχει ασπρίσει. Τα λάχανα στο κήπο μαρμάζανε από το κρύο και καιγόντανε τα λουλούδια. Το νερό κρυστάλωνε στ λίμπες και στ΄κορίτους και τα ζωντανά δε το αγκίγανε.

Σε αυτές τις συνθήκες και τα μέρη του σωματός σου αντιδρούσαν και σε έπιανε αλατριτσάνα τρεμοκουκούλιαζες από το κρύο, γύριζε το κατακλείδι σου, και σούχε παρτεί το κατσαούνι, ήσουνα κρυογάτσουλο , δεν είχεις αίμα μέσα σου και δεν ζεσταινόσουνα με τίποτα! (για αυτούς ήτανε πετσί και κόκαλο)

το νερό ήταν παταούδι κι ανατρίχιαζες να νυφτείς!

παραβέλαζες από το κρύο που σου περούνιαζε το κόκκαλο

ξυλιάζανε τα χέρια σου και δε τα όριζες…

τα ποδάρια σου ήτανε χιόνι. (σ΄αυτή τη περίπτωση ο σύντροφός σου τραβιέται στην άκρη του κρεβατιού για να μη σμίξουνε με τα ποδάρια του και τονε χιονίσεις).

πάγωνε το χνότο σου και έβγανες αχνό από το στόμα σου…

Είχες ούλη την ώρα κατρουλιό και οι άντρες παθαίνανε ένα άλλο που ντρέπομαι να το πω…

Λύσεις για όλα τα παραπάνω δίνονταν με τις παρακάτω συμβουλές:

– Πρόσου να ζεσταθείς…

-Κάτσε στον απόγονο και κλουπώσου καλά να μη σε κόψει…

-Βάλε μέσα τα μουσούδια σου να μη σε θερίσει…

-Μη ξεζορκιάζεσε και πάρεις κρύωμα…

-Μη πρεβατάς ξεσκαλτσούνωτος και πάρεις πόντα…

Και για να μη σε κόψει:

1) Ντενόσουνα καλά.
Οι άντρες με σκούφια στο κεφάλι, μάλλινη μπλούζα , μακριά σκελέα, μπατατούκο και μάλλινα σκαλτσούνια, και στην εξωτέρα λεπενδύτη πουχανε φέρει απ΄το στρατιωτικό.

Όσοι είχανε παιδιά στη πολιτεία κι είχανε πάει και παραπέρα ή ήτανε στα καράβια, φοράγανε πουκάμισο με καζάκα, παντό ή σακάκι , γάντια και καρωτό χασκόλ και κλουπωνόντανε ως τα μάτια γιατί από τα μούτρα τόπαιρνες το κρύωμα. Κι από μέσα ξύσαρκα φανελάκι αθλητικό. Εξάπαντος μαντιλάκι στη τσέπη γιατί τα μαγαζά απαγορέψανε το «πτύειν»

Μπακάλικο-καφενείο Μαγνησίου δεκαετία του '50
Μπακάλικο-καφενείο Μαγανησίου δεκαετία του ’50

Οι γυναίκες θα’ πρεπε να είναι ευέλικτες στις κινήσεις οπότε το ντύσιμο προσαρμόζονταν ανάλογα.

Χοντρό καλτσόν, μάλλινη ζακέτα καφένια η μαύρη, με πολλές μπλούζες από μέσα για εκείνες που φοράγανε ευρωπαϊκά. Λίγο αργότερα έβαλαν και ζβάγκο, καρκωτό ως το λαιμό.

Μπέρτα μάλλινη (όχι μπαμπακερή), χοντρά σκαλτσούνια χούλα-χούπ ως απάνου, χοντρό αγοραστό μαντίλι για το κεφάλι για όσες φοράγανε τα χωριάτικα.

4Είχανε και χειμωνιάτικο σετι από φτά

Στις εξωτερικές δουλειές τους δεν προβλέπονταν κάτι πιο ζεστό γιατί δε βόλειε. Πώς να μάσει ελιές με το παλτό και να στερεώσει τη ποδολόγα για να φορτώσει το δεμάτι κάτω από τον σκούφο. Πάντως θα βόλευε ένα πλεχτό σκουφί σε σκούρο χρώμα να μη χωρίζει, κάτω από το τσιμπέ…Μάλλον δεν τούχανε σκεφτεί…

Δε βγαίνανε όμως έξω χωρίς κατσούλι που ήταν απαραίτητο σε κάθε χειμωνιάτικη έξοδο. Αυτό μπορεί να ήταν οτιδήποτε. Από ένα σκουτί του παιδιού μέχρι και μεγάλη μπόλια τ’αργαλειού. Ότι βρίσκανε μπροστά τους κι έσωνε για να καλύψουνε το κεφάλι και το πρόσωπο.

Μπαρμπουλωμένες ως απάνου –μόνο τα μάτια ξεχωρίζανε- έκοβες το αίμα σου άμα τς έβλεπες νύχτα.

Τα παιδιά φοράγανε μπουφάμια με κούκο, ζλέ από μέσα και χοντρό καλτσόν οι κοπέλες. Τα χέρια στις τσέπες ως που να φτάσουμε στο σκολιό που εκεί τα χουχουλίζαμε καλά καλά και τα τρίβαμε κάνα μισάωρο για να ζεσταθούν και να πιάσουμε τη λάπη και το στυλό. Αργότερα μας φέρανε γάντια, κι έβαλαν στα σχολεία σόμπες και καλοριφερ.

Μαρτύριο ήτανε το μπάνιο. Ζεσταίναμε νερό στο πετρογκάζι κι είχαμε σε ένα πλαστικό κρύο. Ρίχναμε μέσα το ζεστό και το κανονίζαμε ώσπου να φτάσει σε θερμοκρασία κατάλληλη. Παίρναμε κι ένα μπρακάτσι ή μαστραπά κοντά μας και πηγαίναμε έξω που ήταν το μπάνιο. Κουβαλάγαμε τις πετσέτες και τα ρούχα μας, κάναμε το σταυρό μας και σιγά σιγά βγάζαμε τα ρούχα. Πρώτα λούσιμο. Ρίχναμε με το μπρακάτσι λίγο λίγο και σκιαχτά σκιαχτά για να μας φτάσει το ζεστό νερό. Ενα χέρι σαπουνάδα κι ίσα ίσα να περαστείς. Μετά έπλενες το σώμα σου. Πάντα από το ίδιο νερό που είχε μέσα τώρα και σαπουνάδα από τα χέρια σου γιατί όσο λουζόσουνα είχες κλειστα τα μάτια να μη σε τσούζουν και δεν έβλεπες. Γλήγορα γλήγορα τελειώναμε. Βάζαμε τα ρούχα μας επιτόπου ξανακάναμε το σταυρό μας και τρέχαμε στο σπίτι. Τρεμοκουκουλιάζαμε από το κρύο και τρίβαμε το κορμί μας να ζεσταθούμε. Κάθε Κυριακή αυτό το βασανιστήριο. Και το θερμοσίφωνο άργησε να ρτει εδώ…

2) Στρώνανε το σπίτι από άκρη σ άκρη.

5Κατεβαίνανε τα σαϊσματα και τα μάλλινα τάπετα τ “ αργαλειού με τις ντάνες και τα τούβλα. Αυτά μπορούσες να τα ενώσεις τρία τρία και να τα κάνεις μεγάλη στρώση. Άμα είχε πλακάκι κάτου το σπίτι και ξαφούρδαε τα πλακώνανε με το τραπέζι και τη ντιβανοκασέλα.. Η ταινία διπλής όψης δεν είχε φτάσει ακόμα στο χωριό άσε που δεν θα κόλαε στο μάλλινο. Άμα είχε τσιμέντο γρατζωνόντανε και δεν έφευγε.

Πιθαμή δεν ξέφεε ξέστρωτη για να μη πατήσεις κάτου ξυπόλητος χιονιστείς και σε πιάσει η κοιλιά σου. Ούτε οι παντόφλες είχανε φτάσει μέχρι εδώ. Μόνο παντόφολες είχαμε κι αυτές ήταν οι σημερινές μπαλαρίνες.
Υπήρχε πάντα στρωτσίδι με τραγόμαλο όξου από τη πόρτα για να σφογγάμε τα ποδάρια μας και να μη φέρουμε τη μούτελη μες το σπίτι. Και οι σβεντίνες όμως απ΄το εργοστάσιο ήτανε καλές γι αυτή τη δουλειά.Το καλοκαίρι βάναμε πορτελάκια.

3) Βαριά χοντροσκούτια στο κρεβάτι.

6Μπαλιάτσα πάνω από το στρώμα, φανελένια σεντόνια, μεντανία, κι αουπάνου απλάδι. Και η πάντα στον τοίχο γιατί το κρεβάτι το βάνανε ν” ακουμπάει τέρμα στο τοίχο, κι όχι στη μέση της κάμαρης.

Πρόσφεραν ζεστασά, προστασία κι έναν ύπνο μαρτυρικό. Πάλευες να τα τραβήξεις πάνω σου γιατί ήτανε ατάραα κι όπως γύριζες μεριά φεύγανε και πέφτανε κάτου…και που να βρείς ανάκαρα απάς στον ύπνο σου να κουμαντάρεις τόσο βάρος. Κι εκεί που τάχες καταφέρει κι ήσουνα γλαρωμένος, πάλε κάτου… Κι ούλη νύχτα εφτός ο μπαρδαμάσκος.

Το χειρότερο όμως ήταν όταν σόφεε το σεντόνι. Η μεντανία σου μαλλίνιζε το κορμί κι ήταν λες και σε τσιμπάγανε. Και οι τρίχες από το απλάδι που γκίζανε το πρόσωπό και σε γαργαλάγανε. Ολη νύχτα τράβαες, εξυνόσουνα, και φύσαες να φύει η τρίχα από τα μούτρα σου… μάτι δε έκλεινες. Αυτό παθαίναμε και το πρωί που να σκωθείς που πλάαινε η σκωταριά σου. Κι η διαφορά θερμοκρασίας κρεβατιού και δωματίου τεράστια. Το σήκωμα το έκανες λάου-λάου. Πρώτα ξεμύταε το ποδαρούλι σου, μετά το ένα χέρι και μετά το κεφάλι.

Τελευταίο το υπόλοιπο σώμα που έβγανε με πόνο τις ζεστές μπιτζάμες με τα κομπιά κι έβανες γρήγορα τα ρούχα σου, ανάποδα πολλές φορές.

Διαβάστε τη συνέχεια [ΕΔΩ]

(Τη φωτογραφία με το μπακάλικο -καφενείο και την λεζάντα αντλήσαμε από το διαδίκτυο. Δεν καταφέραμε να την ταυτοποιήσουμε.)

58
Προηγουμενο αρθρο
Τελικά ποιοι είναι τζάμπα μάγκες ρε παιδιά;
30
Επομενο αρθρο
Ασύρματη απειλή για τη δημόσια υγεία οι «έξυπνοι» μετρητές της ΔΕΗ - θα τοποθετηθούν και στη Λευκάδα

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *