HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ«Ωδή στον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη» του Άγγελου Σικελιανού

«Ωδή στον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη» του Άγγελου Σικελιανού

Της Πηνελόπης Κοψιδά

H Λευκάδα, όχι άδικα, ονομάζεται «το νησί των ποιητών». Πολλοί είναι οι κάτοικοι του νησιού μας, που έχουν εκφραστεί μέσα από την ποίηση από τα παλιότερα χρόνια μέχρι και σήμερα. Άλλοι από αυτούς είναι επώνυμοι, άλλοι λιγότερο γνωστοί και άλλοι εντελώς άγνωστοι, καθώς η ποίηση κυλάει μέσα στο αίμα κάθε Λευκαδίτη και σφραγίζει την καθημερινότητά του, περνώντας από γενιά σε γενιά, σαν κληρονομιά.

Ανάμεσα σε όλους όμως, διακρίνονται σαν φάροι, οι ανυπέρβλητες, μεγαλειώδεις προσωπικότητες των δύο εθνικών μας ποιητών, του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και του Άγγελου Σικελιανού. Μπροστά τους ρίγη συγκίνησης και περηφάνιας διαπερνούν τον κάθε Λευκαδίτη, τον κάθε Έλληνα.

Ο καθένας από τους δυο κορυφαίους ποιητές μας, καλλιεργήθηκε ψυχικά και πνευματικά, εμπνεύστηκε, εκφράστηκε και εργάστηκε, σύμφωνα με τις περιστάσεις και τα κελεύσματα της εποχής που έζησε και σφράγισε το έργο του με την αυθεντικότητα και τη μεγαλοσύνη της ψυχής του και το βάθος των οριζόντων που φτάνει ο νους του Ποιητή, και που δεν μπορεί να γίνει πάντα απολύτως κατανοητός αισθητικά, ψυχολογικά και ιδεολογικά, από τον απλό αναγνώστη. Ο λόγος τους, μεγαλόπνευστος, διαχρονικός και οικουμενικός, συγκλονίζει και εμπνέει μέχρι και σήμερα.

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης προηγήθηκε χρονικά του Άγγελου Σικελιανού. Γεννημένος το 1824 στη Λευκάδα, με την έναρξη σχεδόν του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, απόγονος οπλαρχηγών, αρματωλών, από το χωριό Βαλαώρα της Ηπείρου, ο ποιητής υπήρξε θερμός πατριώτης, υπέρμαχος της ένωσης της Επτανήσου με την ελεύθερη Ελλάδα (για την οποία εργάστηκε σκληρά, ως βουλευτής στην Ιόνια Βουλή) και υποστηρικτής της Μεγάλης Ιδέας. «Λευκαδίτικο αρχοντόπουλο» τον αποκαλεί η Έλλη Αλεξίου, καθώς απονεμήθηκε από την Ενετική κυβέρνηση στην οικογένειά του ο τίτλος των ευγενών και το όνομά τους πέρασε στο λεγόμενο «Λίμπρο ντ΄όρο». Και συνεχίζει λέγοντας «άλλοτε θα τον βρούμε μαχητή δίπλα στον ξεσηκωμένο λαό, άλλοτε ενισχυτή και συμπαραστάτη στον απελευθερωτικό κατά των Τούρκων αγώνα και άλλοτε δωρητή ευεργέτη».

Το ποιητικό του έργο χαρακτηρίζει ένας πύρινος πατριωτικός λυρισμός και ένας ρωμαλαίος και ζωγραφικά επικός τόνος. Οι ηρωϊκές μορφές που θυσιάστηκαν στον αγώνα, ξαναζούν μέσα από το έργο του και μετουσιώνονται σε ηθική ενέργεια για τους ζωντανούς. Μίλησε στους Έλληνες, όχι με τη γλώσσα του «λόγιου σαλονιού», αλλά με σαλπίσματα και πίνακες, που ενεργοποιούσαν την αγωνιστική ψυχή του λαού, όπως την παράστησαν παλιότερα τα κλέφτικα τραγούδια.

Ο Κ. Παλαμάς, στην Κριτική Ανάλυση για το έργο του Βαλαωρίτη θα πει: «Γλώσσα, πατρίδα, ιστορία, την αλήθεια τους κανείς δε μου τη δασκάλεψε. Έρχεται ο ποιητής και με μπάζει και στων τριών το νόημα. Μ΄αγγίζει με το μαγικό ραβδί και μου ψιθυρίζει: Άνθρωπος είσαι, και μ΄ένα τίτλο αρχοντιάς ξεχωριστό, ελληνικό αίμα και κάτι θετικότερο, ελληνική συνείδηση».

Το έργο του Α. Βαλαωρίτη, αλλά και οι πάσης φύσεως δραστηριότητες του ποιητή, που βρίσκονταν πάντα σε πλήρη ταύτιση με τη βαθύτατα πατριωτική του ιδεολογία, τον καθιστούν «Εθνικό».

Ο Α. Βαλαωρίτης πεθαίνει στη Λευκάδα το 1879 και πέντε χρόνια αργότερα, το 1884, γεννιέται στο νησί ο επόμενος μεγάλος Εθνικός και πανανθρώπινος ποιητής μας, Α. Σικελιανός. Οι ρίζες της οικογένειάς του εντοπίζονται στην Κεφαλονιά και τη Βενετία. Εγγράφηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας, χωρίς ωστόσο να ολοκληρώσει ποτέ τις νομικές του σπουδές. Τα ενδιαφέροντά του ήταν καθαρά λογοτεχνικά και από νωρίς μελέτησε Όμηρο, Πίνδαρο, Ορφικούς και Πυθαγόρειους, λυρικούς ποιητές, προσωκρατικούς φιλοσόφους, Πλάτωνα, Αισχύλο, αλλά και την Αγία Γραφή και ξένους λογοτέχνες.

Το λογοτεχνικό έργο του διακρίνεται από έντονο λυρισμό και ιδιαίτερο γλωσσικό πλούτο και υπηρέτησε τη μεγαλόπνοη κοσμοθεωρία του για το ρόλο του ποιητή, ως θιασώτη και ιεραπόστολου μιας θρησκευτικής ιδεολογίας, η οποία, ενσωματώνοντας την παράδοση της πορείας του κόσμου μέσα στους αιώνες, οραματίζεται την επανασύνδεση του ανθρώπου με τον αρχετυπικό μύθο της ενιαίας ψυχοσωματικής υπόστασης. Το 1921 στράφηκε προς μια ολοκληρωμένη σύλληψη της Δελφικής Ιδέας, υπό την επίδραση της Μικρασιατικής Εκστρατείας, των επιπτώσεων του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και της έκρηξης της Ρωσικής Επανάστασης. Η ιδέα δηλαδή να δημιουργηθεί στους Δελφούς ένας παγκόσμιος πνευματικός πυρήνας ικανός να συνθέσει τις αντιθέσεις των λαών.
Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Άγγελος Σικελιανός μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την Έκκληση των Ελλήνων διανοουμένων προς τους διανοούμενους ολόκληρου του Κόσμου με την οποία, αφενός μεν καυτηριάζονταν η ιταλική επίθεση εναντίον της Ελλάδας, αφετέρου δε διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, ο Σικελιανός διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην πνευματική αντίσταση του λαού, με κορυφαία εκδήλωση το ποίημα και το λόγο που εκφώνησε στην κηδεία του Παλαμά στις 28 Φεβρουαρίου του 1943.

Tο 1943-1945 ήταν πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών. Υπήρξε μέλος του Ελληνοσοβιετικού Συνδέσμου. Υπήρξε 5 φορές υποψήφιος για το Νομπέλ Λογοτεχνίας.

Λευκάδα Ιούνιος 1925. Ο Α. Σικελιανός απαγγέλλει την « Ωδή στον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη» στα πλαίσια των γιορτών για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του βάρδου της Μαδουρής.

Ο Σεφέρης τον αποκάλεσε «Άρχοντα της λαλιάς μας». Ο Παλαμάς τον θεωρούσε περισσότερο φιλόσοφο παρά ποιητή. Με τον πληθωρικό του λόγο και τον ιδιαίτερο λυρισμό, ο ποιητής κατεβάζει στη γη τις αιώνιες ιδέες.
Πέθανε το 1951 στην Αθήνα. Ο φίλος του Ν. Καζαντζάκης θα πει μετά το θάνατό του: «…Σαράντα χρόνια φιλία ακατάλυτη μ’ έσμιγε με το Σικελιανό, ήταν ο μόνος άνθρωπος που μπορούσα ν’ αναπνέω, να μιλώ, να γελώ και να σωπαίνω μαζί του. Τώρα η Ελλάδα άδειασε…»

Οι δύο ποιητές μας δεν συναντήθηκαν ποτέ μέσα στο χρόνο. Ωστόσο ο λόγος τους διασταυρώνεται στη «ρίζα της αισθαντικής ψυχής του Ποιητή, του Στοχαστή, του Μύστη», όπως λέει και ο ίδιος ο Σικελιανός.

Ιούνιος 1925. Κάτω από τις δεντροφυλλωσιές της Μαδουρής, φιλολογικό μνημόσυνο του Βαλαωρίτη. Ομάδα διακεκριμένων επισκεπτών ακούει τον Σικελιανό που απαγγέλει τον «Αστραπόγιαννο». Στο κέντρο διακρίνεται ο Παλαμάς και η Λυκιαρδοπούλου που και αυτοί απάγγειλαν ποιήματα του Βαλαωρίτη. Δεξιότερα ο Αθηναγορας, άκρη ο Μάρκος Τσαρλαμπάς, βουλευτής Λευκάδας.

Τον Ιουνιου του 1925, ο Α. Σικελιανός απαγγέλλει στη Λευκάδα την «Ωδή στον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη» στα πλαίσια των γιορτών για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του βάρδου της Μαδουρής.

ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ

Ψηλά στη βίγλα π΄αγρυπνώ σαν τον καλό τσοπάνο,
στο βράχον όπου ρίζωσεν η σκέψη μου κ΄η ζωή,
ποια ξάφνου, στο βαθύτερο το λογισμόν επάνω,
μου πλημμυρίζει ακράτητη το νουν ακέριο βοή;
Δεν είναι σάλαγος φτερού, δεν ειν΄αχός καμπάνας,
δεν είν΄ουδέ το μήνυμα μιας μακρινής βροντής.
Τούτ΄ η βοή έχει μέσα της απ΄ τη φωνή της Μάνας
κι απ΄ τη φωνή που μόνος του κατέχει ο Ποιητής.
Τι εκεί που μ΄ αργοδίπλωνε θερμό φτερόν η σκέψη
και στου βουνού βυθίζομουν την άμετρη σιγή,
της κορυφής για να χαρώ την υπερούσια γέψη
στην πρώτη μου γυρίζοντας ανέκφραστη πηγή,
τώρα ο αχός, που με καλεί κι ολοένα με ζυγώνει
μες στης καθάριας συλλογής τον άγιο ανασασμό,
σκει την ψυχή μου ολάκερη, την ακοή μου οργώνει,
κι αδόκητο στα σπλάχνα μου ξανοίγει κλονισμό.
«Ποια είσαι, φωνή, που μου ΄κλεισες, ωσάν περικοκλάδα,
το νου μου π΄αγωνίζονταν στη μοναξιά ασκητής;»
Και δε μ΄απάντησε η φωνή, μα το αίμα μου: «Η Λευκάδα,
και της Λευκάδας πόκραξεν αιφνίδια ο Ποιητής!».
Το κάλεσμα είναι βιαστικό, γοργό είναι το πιστρόφι.
«Σε τέτοια» απάντησα «φωνή, κι ο λόγος μου φτωχός….
Μόνο θερίσετε έλατα του Παρνασσού, συντρόφοι,
δάφνες θερίστε γρήγορα, να φύγω μοναχός!»
Έτσ΄ήρθα αγνάντια Σου, Ποιητή, σαν ταπεινός οδίτης.
Του λόγου μου το κράξιμο μικρό και περισσό…..
Μα όπως ειν΄ ένας ο Θεός κ΄ Εσύ ΄σαι Λευκαδίτης,
οι δάφνες οπού Σου ΄φερα μυρίζουν Παρνασσό!
Μα ότι και να ΄φερα, Ποιητή, με το δικό μου χέρι,
δάφνες αν είναι κ΄ έλατα του αιώνιου Παρνασσού,
δεν είναι τίποτα μπροστά σ΄εκείνο πόχει φέρει
κ΄ η ταπεινότερη καρδιά μπροστά Σου του νησιού….
Γιατ΄ ήταν άμετρες καρδιές, που, ως είχαν απαυδήσει
που τις χωρίσαν από Σε πικρότατοι καιροί,
«τι να Του φέρουμε», έλεγαν, «για να καλοκαρδίσει
σα θε ν΄ αστράψει αγνάντια μας η όψη Του ιερή;»
κι άλλες καρδιές, που βύζαξαν αντάμα με το γάλα
το λατρεμένο Σου όνομα, που θα ΄θελαν μεμιά
να δώσουν όλο το αίμα τους, κι ως τη στερνή τη στάλα,
για της παραμυθίσιας Σου μορφής τη γνωριμιά.
Τι όλοι το ξέραν, σε καρδιά, σε νου, ψυχή και χέρια,
μέσα σε κάθε πάτημα, σε κάθε Σου ματιά,
σε κάθε μέσα λόγο Σου ζούσε η Λευκάδα ακέρια,
και κάτω από τη φτερούγα Σου κοιμόταν την πλατιά!
Σα λιονταριού που ρυάζεται, Σου ΄καιε φωτιά τη γλώσσα
σαν Τη διαφέντευες ορθός, με πράξη είτε μιλιά.
Απ΄την οργή το στήθος Σου σκωνόντανε, ως η κλώσα
αν ξένο χέρι, γύρα της, αγγίξει τα πουλιά!
Κι απ΄ τα ψηλά τα Σταυρωτά ως όπου είν΄ απλωμένος
ο θείος γιαλός που μέσα του κοιτιούνται οι ουρανοί,
βοσκός , ξωμάχος ή ψαράς, στα νύχια ανασκωμένος,
τη βροντερή Σου επρόσμενε ν΄ αφουγκραστεί φωνή…
Και να, Αι-Πέτρος, Δράγανο, Νυδρί, Καρυά, Σφακιώτες,
όθε καλύβι και χωριό, μετόχι και κελλί,
όλοι πιστοί του Λόγου Σου κινήσανε στρατιώτες,
για να χαρούν της όψης Σου την νέαν ανατολή.
Τι, κάποια μέρα στύλωσες στη μέση τους το Νόμο,
κ΄είπες: «Λευκάδα, ολάκερη στα στήθια μου χτυπάς.
Δείλια δε θα ΄χεις μέσα Σου, δε θα ΄χεις έγνοια ή τρόμο….
Με την καρδιά που Σου ΄θρεψα θα μάθεις ν΄αγαπάς!»
Και να που ακόμα μια φορά, σφιχτά συμμαζεμένη,
όλ΄ η Λευκάδα γύρα Σου σα μια καρδιά χτυπά….
Κ΄ είν΄η καρδιά Σου η δυνατή ξαναζωντανεμένη,
που μες σε μύριες χύνεται μαζί και δε σκορπά!
Απ΄τις καρδιές που πλημμυράς, Ποιητή, με την καρδιά Σου,
για μια στιγμή στα στήθια μου να κλούσα ένα παλμό,
θε να ΄λεα π΄ άξια στάθηκα την ώρ΄ αυτή μπροστά Σου
κι άξια της άγιας δόξας Σου πως είπα τον ψαλμό!
Μα μες στο νου μου χύνεται αλάλητη ευτυχία…
Σφοδρή χορεύει της καρδιάς η κόκκινη πηγή.
Η ίδια μου σκέψη είναι δροσιά, και μέθη, κ΄ευωχία,
ως αναπνέω κατάβαθα τη μητρική μου γη!
Μον΄ κοίταξέ με στην ψυχή και ιδές πως έχω δράμει,
ο στίχος γράφει πιότερο γοργός απ΄τη μιλιά-
μα μέσα μου της δόξας Σου γιορτάστηκαν οι γάμοι,
κι ακέρια την εχώρεσε του νου μου η αγκαλιά!
Κ ΄Εσύ που ΄ναι φιλόξενη η σκιά Σου, σαν του ελάτου
τη σκιά, κι όμοια τριγύρα μας απλώνεται πιστή,
μεγάλο Πνέμα, δέξου με στον ίσκιο Σου αποκάτου,
να ξανασάνει η σκέψη μου και να ξεκουραστεί….
Μα, πριν σκωθώ απ΄ τον ίσκιο Σου, άσε να σκύψω, ακόμα
για μια φορά, το μέτωπο μπροστά Σου ευλαβικά,
κ΄ ευλαβικά σιμώνοντας προς το βουβό Σου στόμα
να ξεσκεπάσω γύρω μου τα θεία του μυστικά.
Τι όσο κοιτώ τα χείλη Σου, θαρρώ κ΄έχουν σαλέψει,
κι ολόισα προς το πνέμα μου τα λόγια ενώ μιλάν,
μέσα μου χύνεται μ΄ ορμή σαν ποταμός η Σκέψη,
κ΄ έτσ΄ οι μεγάλες Σου εντολές στις φλέβες μου κυλάν:
«Τη θεία φωνή, π΄ ο ίσκιος μου ν΄ακούσεις τώρα στρέγει,
μη την κρατήσεις μέσα σου δειλά και σιωπηλά,
μα σήκωσέ τη σήμαντρο τα ουράνια που να φλέγει,
η δύναμή της κύματα τεράστια να κυλά,
ν΄αντρειευτούν στον ήχο της κορμιά σακατεμένα,
να ρέψ΄ η έγνοια μέσα τους που φώλιασε η πικρή,
στήθια πλατιά να σηκωθούν σε γόνατα κομμένα,
ν΄ αναστηθούν στον τάφο τους ολόσωμοι οι νεκροί,
του αιθέρα από το βόγκο της ν΄ανοίξουν οι λαγόνες,
η Δόξα, που τυλίχτηκε στα σκότη, να φανεί,
κι αγγόνια και τρισέγγονα να βγουν σε νέους αγώνες,
τι νέοι καιροί ανατείλανε και νέοι είν΄οι ουρανοί!»
Τέτοια τα λόγια Σου, Ποιητή, μιλούν μες στην ψυχή μου.
Κι όπως ακούω στα βάθη της την άξια Σου εντολή,
διπλή αναβρύζει σήμερα σ΄ Εσένα η προσευχή μου:
«Όταν θα φέξει ολάκερη της Γης η ανατολή,
που Εσύ θωρείς από ψηλά, στον ουρανό, προφήτης,
ρίξε το βλέμμα Σου κ΄ εδώ, στη γη τη μητρική,
που Σε κρατάει ακοίμητη για πάντα στην κορφή της,
κι από τα σπλάχνα της αυγής, π΄ αστράφτει μυστική,
δωσ΄ της τ΄αστέρι το πρωινό, Ποιητή, κ΄εμένα δω΄μου,
όσον ακόμα μου χτυπά πάνω στη γη η καρδιά,
άγιος να τρέχει ο ίδρωτας από το μέτωπό μου,
κι απ΄ όλο μου το πρόσωπο, του αγώνα η ευωδιά!»

Πηγές:
– ΑΠΑΝΤΑ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ – ΤΟΜΟΣ 1 – ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ – Γ. Μέρμηγκας.
– ΑΓΓΕΛΟΥ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ «ΛΥΡΙΚΟΣ ΒΙΟΣ – ΤΟΜΟΣ Β΄ – ΙΚΑΡΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ
– Βικιπαίδεια

Προηγουμενο αρθρο
Πρόγραμμα «Εξοικονομώ» για ανακαίνιση σπιτιού – Οι κατηγορίες των δικαιούχων
Επομενο αρθρο
Το Νυδρί στις ομορφιές του

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *