HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΌταν η αιμοσταγής Ηγουμένη Μαριάμ άπλωσε τα δίχτυα της στο μοναστήρι της Νιράς

Όταν η αιμοσταγής Ηγουμένη Μαριάμ άπλωσε τα δίχτυα της στο μοναστήρι της Νιράς

Της Πηνελόπης Κοψιδά

Ήταν τέλη του 1950 όταν ένα πρωτοφανές σε αγριότητα σκάνδαλο συγκλόνισε την Ελλάδα. Η αρχή της αποκάλυψης του σκανδάλου έγινε όταν η εισαγγελική αρχή της Αθήνας, μετά από καταγγελίες ότι στην μονή των παλαιοημερολογιτών «Παναγία η Πευκοβουνογιάτρισσα» στην Κερατέα κατακρατούνται ανήλικα παιδιά και μια ηλικιωμένη γυναίκα από την Πάτρα, προχώρησε στις σχετικές ανακρίσεις. Στην επιτόπια έρευνα που διενεργήθηκε κατόπιν στη μονή, παρουσία αντιεισαγγελέα, βρέθηκε πράγματι σε ένα σκοτεινό υπόγειο και σε άθλια κατάσταση, η Ευθυμία Παπαθανασοπούλου, 65 χρόνων, η οποία εκλιπαρούσε τις αρχές να τη σώσουν. Η ηλικιωμένη γυναίκα έπασχε από παραμορφωτική αρθρίτιδα και μετά από παρότρυνση δυο μοναχών, πήγε στη μονή για να θεραπευτεί. Εκεί, αφού τις αφαίρεσαν δια της βίας την περιουσία της, την έκλεισαν χωρίς φροντίδα στο σκοτεινό κελί με σκοπό να πεθάνει. Το θάνατό της δε, προσπαθούσαν να επισπεύσουν με τρομερά βασανιστήρια. Ο εισαγγελέας ελευθέρωσε τρία παιδιά που βρέθηκαν στη μονή και συνέλαβε την ηγουμένη Μαριάμ Σουλακιώτου, τον επίσκοπο Ανδρ. Ανέστη και έξη μοναχούς και μοναχές, αφού το μοναστήρι ήταν μικτό.

Μαριάμ Σουλακιώτου

Το 1949, η αιμοσταγής ηγουμένη άπλωσε τα δίχτυα της και στο μοναστήρι της Νιράς στη Λευκάδα. Η όμορφη μοναχή Ιουλιανή Σκοπελίτου που δρούσε ως εξωτερικός πράκτορας της σπείρας και ήταν επιφορτισμένη με το έργο της αλίευσης των θυμάτων και της εκποίησης των περιουσιακών τους στοιχείων με ποσοστό επί των κερδών, επισκέφτηκε και το μοναστήρι της Νιράς. Στον τύπο της εποχής διαβάζουμε:

«[…..] Προ ενός έτους αφίκετο εις την νήσον μας, συνοδευομένη και παρά μιας μοναχής, η διαβόητος Ιουλιανή Σκοπελίτου, εκ των εμπίστων της ψευτοηγουμένης Μαριάμ, η προφυλακισθείσα ήδη για την απάτην των Πατρών, αρκετά νέα και εμφανίσιμος, αλλά προ παντός τετραπέρατη, σωστή κάλτσα του διαβόλου δια τον οποίον εργάζεται και με μίαν – παρά την αγραμματωσύνην της – ακαταμάχητον πειστικότητα και πλήρη γνώσιν όλων των ζητημάτων και εκκλησιαστικών νόμων. Αύτη εκμεταλλευομένη παλαιάς έριδας και ατασθαλίας των διαχειριστών της Ι. Μονής Αγίου Νικολάου Νυράς – της Μονής επί του ακρωτηρίου Λευκάτας ή Κάβο Κυράς – παρέπεισε τους κτήτορας αδερφούς αυτής να παραχωρήσωσιν ολόκληρον την περιουσίαν της Μονής ανερχομένην εις ποσόν περίπου 1.500.000 λιρών, εις την Μονήν Κερατέας. Ήτο καταπληκτική η σαγήνη την οποίαν ήσκησε επί των αγαθών κτητόρων εξ Αθανίου και Αγίου Πέτρου Λευκάδος η διαβολογυναίκα ότι επιβάλλεται η συγχώνευσις των περιουσιών των δύο Μονών, ίνα δυνηθή η ισχυρά Μονή Κερατέας να υποστηρίξη την μικράν Μονήν Νυράς, την αναδιωργανώση, ανακαινίση κλπ.»


Ο τότε ειρηνοδίκης Βασιλικής, που ασκούσε και καθήκοντα συμβολαιογράφου, Γ. Λιμούρης, κατάλαβε αμέσως την απάτη και κατόρθωσε να μεταπείσει τους κτήτορες. Αυτοί ζήτησαν και τη γνώμη του δικηγόρου Β. Παπαγαλάνη, ο οποίος επίσης ήταν αρνητικός στην μεταβίβαση της περιουσίας της Μονής. Έτσι, η καλόγρια επέστρεψε άπρακτη στην Κερατέα. Εκεί όμως έλαβε νέες οδηγίες από τη Μαριάμ και το Σεπτέμβρη του 1950 επέστρεψε στη Λευκάδα, όπου έπεισε τους 73 κτήτορες της Μονής της Νιράς να υπογράψουν το υπ. αριθμ. 14306-27/9/1950 πληρεξούσιο, ενώπιον συμβολαιογράφου Απολλωνίων, με το οποίο διόριζαν πληρεξούσιους και διαχειριστές της περιουσίας του κτητορικού ναού επτά μοναχούς και μοναχές της Μονής Κερατέας, ανάμεσά τους η ηγουμένη Μαριάμ και η μοναχή Ιουλιανή, που έκανε τις διαπραγματεύσεις. Στους πληρεξούσιους ανατέθηκε:

«….να δέχωνται μοναχάς, ίνα μονάζωσι και εργάζωνται εν τη Ιερά Μονή Νυράς, να δέχονται δωρεάς και κληροδοτήματα και να διαχειρίζονται την περιουσίαν της Μονής και με διάρκεια της δοθείσης πληρεξουσιότητος εφ όρου ζωής και μέχρις αποβιώσεως και του τελευταίου τούτου των εντολέων και χωρίς να έχωσι το δικαίωμα οι εντολείς ανακλήσεως της πληρεξουσιότητος, ειμί μόνον εν περιπτώσει καταχρήσεως δικαστικώς βεβαιουμένης και με μοναδικήν υποχρέωσιν της Μονής Κερατέας να τοποθετήση εν τη Μονή Νυράς παλαιοημερολογίτην ιερέα επί ποινή αυτοδικαίας ακυρώσεως του πληρεξουσίου».

Με αυτό τον τρόπο, τον επόμενο μήνα, Οκτώβρη του 1950, εγκαταστάθηκαν στο μοναστήρι 4 ή 5 μοναχές από την Κερατέα και ένας παλαιοημερολογίτης ιερέας, ο Μυροφόρος, τυφλό όργανο της Μαριάμ. Ωστόσο το πληρεξούσιο δεν έλαβε ισχύ, καθώς ταυτόχρονα ξέσπασε το τρομερό σκάνδαλο και οι αναλαμβάνοντες την πληρεξουσιότητα φυλακίστηκαν με βαριές κατηγορίες. Έτσι , ο Μυροφόρος αποχώρησε, λόγω της μη μεταβίβασης της περιουσίας και τον αντικατέστησε ένας παλαιοημερολογίτης ιερέας, Λευκαδίτης από τα Λαζαράτα.

Σε εκείνη την περίοδο έγινε γνωστό επίσης, ότι η σατανική Μαριάμ, είχε πείσει και άλλους κτήτορες εκκλησιών στη Λευκάδα, όπως των Αγίων Αποστόλων Λαζαράτων και της Παναγίας Σπανοχωρίου, να μεταβιβάσουν τις περιουσίες τους στο κοινό ταμείο της Κερατέας, αλλά μεταπείστηκαν μετά τις συμβουλές του δικηγόρου κ. Κοντομίχη, του οποίου ζήτησαν τη γνώμη. Ωστόσο, οι πράκτορες της Μαριάμ, πέτυχαν να προσηλυτίσουν στη Λευκάδα την Ακριβούλα Κουνιάκη από την περιοχή των Σφακιωτών, η οποία παρέλαβε την προίκα της και την δώρισε στη Μονή Κερατέας, όπου και χειροτονήθηκε μοναχή. Επίσης, ο τύπος της εποχής κάνει λόγο για μια ακόμα γυναίκα, αγνώστου επωνύμου, η οποία χειροτονήθηκε μοναχή και «από την καλοπέρασιν μετεπήδησεν από την Μονήν Κερατέας εις τας αιωνίους μονάς», καθώς και ενός Τιμοθέου Λάζαρη «τον οποίον έσπευσαν να χειροτονήσουν – αντιστάσεως μη ούσης – εις ιερέα της υψίστου Μαριάμ!».

Το μοναστήρι της Νιράς συνέχισε τη λειτουργία του, υπό την επίβλεψη της διαχειριστικής επιτροπής της Ι. Μητρόπολης (την οποία επιχείρησαν να παρακάμψουν οι κτήτορες με το προαναφερθέν πληρεξούσιο), με πρόεδρο τον εκάστοτε εφημέριο του Αθανίου.

Ματθαίος Καρπαθάκης

Το μοναστήρι της «Παναγίας της Πευκοβουνογιάτρισσας», παρά το σκάνδαλο που ξέσπασε, συνέχισε κι αυτό τη λειτουργία του, με την αντικατάσταση της φυλακισμένης ηγουμένης Μαριάμ, από τη μοναχή Αντιγόνη Καπετανάκη, που ήταν …«εξωτερική» καλόγρια, αφού ήταν παντρεμένη και διέμενε εκτός μονής!

Το μοναστήρι είχε ιδρυθεί το 1927 από τον παλαιοημερολογίτη Ματθαίο Καρπαθάκη με την βοήθεια της Μαρίνας Σουλακιώτου, μετέπειτα ηγουμένης Μαριάμ, με την οποία δημιούργησαν και λειτούργησαν ανενόχλητοι επί χρόνια μια εγκληματική οργάνωση. Όταν το 1950 ήρθε η αλήθεια στο φως, στην μονή υπήρχα 370 μοναχές και τα 70 ήταν κοριτσάκια από 5 έως 17 ετών. Ο τύπος της εποχής γράφει:

«Και ποιοι ήσαν αυτοί που απετέλουν την συμμορίαν; Περιτρίμματα της αγοράς. Μία κορδελιάστρα των στρατώνων του Γουδί – αστοιχείωτος αλλά θρασυτάτη και με κτηνώδην φυσιογνωμίαν – η Μαριάμ, επαράσταινε την ηγουμένην. Ένα κάθαρμα των καταγωγίων, ο Ματθαίος, που τον εξέρασε το Άγιον Όρος (σύμφωνα με τον εισαγγελέα, καθερέθη επειδή διατηρούσε οίκο ανοχής!) και αυτός αυτοεχειροτονήθη «επίσκοπος» και εχειροτόνησεν άλλους 15 «επισκόπους» τους οποίους εμάζεψεν από την οδόν Αθηνάς ή από τα χοιροστάσια και παρίστανε τον «όσιον». Μια υπηρέτρια – η Δενδρινού – έγινεν ο οικονομικός εγκέφαλος της συμμορίας. Ένας καθηρημένος διάκονος, καταδικασμένος επί αποπλανήσει σάτυρος, ήτο ο επόπτης του εξαγιασμού των θυμάτων».

Όταν η υπόθεση ήρθε στην δημοσιότητα, άρχισαν να παρουσιάζονται στον εισαγγελέα κι άλλα άτομα που είχαν ζήσει οι ίδιοι ή οι συγγενείς τους τη φρίκη του κολαστηρίου της μονής. Οι αποκαλύψεις πήραν τη μορφή χιονοστιβάδας, αφήνοντας άφωνους τόσο τους δικαστικούς λειτουργούς όσο και το κοινό. Κατά την πρόοδο των ερευνών, η ηγουμένη και ο ψευδοεπίσκοπος Ματθαίος, που στο μεταξύ είχε πεθάνει τον προηγούμενο χρόνο και τον κληρονόμησε η ηγουμένη, βρέθηκαν με τεράστια κινητή και ακίνητη περιουσία. Τα σκάνδαλα που διαπιστώθηκαν στη μονή ξεκινούσαν από ερωτικές σχέσεις μεταξύ των μοναχών, με αντιζηλίες που έφταναν σε ξυλοδαρμούς, συστηματικό και πολυετές λαθρεμπόριο με ιδιωτικό της ηγουμένης σκάφος και κορυφώνονταν με τον θάνατο 500 και πλέον ανθρώπων, κάτω από φρικτές συνθήκες, μέσα σε μια περίοδο είκοσι χρόνων, ανάμεσά τους ανήλικα παιδιά και νήπια! Πίσω από τους τοίχους της μονής, μέσα σε κλίμα ακραίου φανατισμού και σκοταδισμού, σαδισμού και εγκληματικών ενστίκτων, άνθρωποι ευρισκόμενοι σε κατάσταση τρόμου και θρησκευτικού παραληρήματος, καθίσταντο ανίκανοι να αντιδράσουν στην ομαδική εξόντωσή τους. Ο φόβος και ο θάνατος βασίλευαν στο μοναστήρι, όπου εφαρμόζονταν μεσαιωνικά βασανιστήρια και μέθοδοι Ιεράς Εξέτασης.

κηδεία Μαριάμ Σουλακιώτου

Η συμμορία είχε οργανωμένο δίκτυο σε όλη την Ελλάδα, εξαπατώντας ευκατάστατους, απελπισμένους ή αφελείς ανθρώπους και προσεκύοντάς τους στη μονή – συχνά ολόκληρες οικογένειες – τους αφαιρούσε με παραχωρητήρια συμβόλαια, υπό το κράτος της βίας ή με δόλο βάζοντάς τους να υπογράψουν λευκά χαρτιά, όλη τους την περιουσία. Από εκεί και μετά ξεκινούσαν τα μαρτύρια, με σκοπό την εξόντωσή τους, αφού πλέον τους ήταν άχρηστοι. Μέσα σε σκοτεινά, βρώμικα κελιά, τους υπέβαλαν σε εξαντλητικές νηστείες, παρέχοντας τους ένα κομμάτι ψωμί την ημέρα ή χόρτα χωρίς λάδι, χάριν εξαγνισμού, ανακατεμένα με παπαρούνες, ώστε το όπιο να τους κρατά σε καταστολή! Τους χτυπούσαν βάναυσα και από τις κακουχίες σύντομα αρρώσταιναν. Οι περισσότεροι προσβάλλονταν από φυματίωση, άλλοι πάθαιναν νευρικό κλονισμό ή σοβαρούς τραυματισμούς από τον ξυλοδαρμό και σύντομα έχαναν τη ζωή τους.

Συγκλονίζουν οι μαρτυρίες μοναχών που περιγράφουν πως τις γύμνωναν και τις χτυπούσαν με σανίδες, τις κρεμούσαν ανάποδα στα πεύκα για να βγουν τα δαιμόνια από μέσα τους, ανάβοντας φωτιά κάτω από το κεφάλι τους. Τις βύθιζαν σε λάκκους με ασβέστη, τις τρυπούσαν με καρφιά, τις έδεναν γυμνές για πολλές μέρες σε τσουβάλια με ακαθαρσίες, από τα οποία έβγαιναν ετοιμοθάνατες. Στον ατέλειωτο αυτό κατάλογο των βασανιστηρίων τα θύματα ήταν και άνδρες μοναχοί, αφού μετά το θάνατο του Ματθαίου Καρπαθάκη, περιήλθαν και αυτοί στην εξουσία της Μαριάμ.

Παιδιά, που πήγαιναν στο μοναστήρι μαζί με τους γονείς τους και που συχνά έμεναν ορφανά, αφού αυτοί πέθαιναν από τις κακουχίες, τα φόρτωναν με τις πιο βαριές δουλειές, τα άφηναν νηστικά και με την παραμικρή αφορμή τα χτυπούσαν σκληρά. Συχνά τα ξυπνούσαν με βάρβαρες επιθέσεις κατά την ώρα του ύπνου. Τα περισσότερα από αυτά ακολουθούσαν την τύχη των γονιών τους, πέθαναν τρομοκρατημένα και άρρωστα μέσα στο μεσαιωνικό κολαστήριο της μονής.

«Εκεί πέθαναν η αδελφή μου και ο γαμπρός μου, φυματικοί. Τα δε τρία παιδάκια τους, υπεβάλλοντο σε διάφορες κακοποιήσεις, όπως το αγοράκι που εκρεμάσθη ανάποδα γυμνό πολλές φορές και το έδερναν μέχρις αναισθησίας. Όταν δε ζούσε ο πατέρας, οι καλόγριες τον προέτρεπαν να μολύνει το παιδί του με φυματίωση, γιατί αν ζούσε, θα γινόταν κακός άνθρωπος. Τον συμβούλεψαν να μασάει αυτός το φαγητό και να ταΐζει με αυτό το αγοράκι του ώστε να πεθάνει πριν από αυτόν»!

Μετά τις φρικιαστικιές αυτές μαρτυρίες, ακολούθησε δεύτερη αιφνιδιαστική έφοδος στη μονή, παρουσία αντιεισαγγελέα, ανακριτή, των διοικητών της χωροφυλακής Αθήνας και Κερατέας, μαζί με δύναμη 60 χωροφυλάκων. Ετοιμοθάνατες μοναχές βρέθηκαν στοιβαγμένες μέσα σε τρώγλες, ανάμεσά τους και μικρά παιδάκια. Σωροί ανθρώπινων οστών βρέθηκαν στους στάβλους της μονής. Ο γιατρός της περιοχής διαβεβαίωσε τις αρχές, παρά τον αντίθετο ισχυρισμό των καλογριών, ότι δεν τον καλούσαν ποτέ για θεραπεία, αλλά μόνο για να υπογράφει πιστοποιητικά θανάτων. Τα 36 παιδιά που βρέθηκαν σε άθλια κατάσταση, αποτέλεσμα του υποσιτισμού, μεταφέρθηκαν στο Ιωσηφόγλειο Ορφανοτροφείο, ανάμεσά τους κι ένα κοριτσάκι για το οποίο ο πατέρας του είχε ενημερωθεί από τις καλόγριες ότι είχε πεθάνει.

Οι έρευνες συνεχίστηκαν, με ανακρίσεις και ακολούθησαν κι άλλες συλλήψεις τις επόμενες μέρες. Ακολούθησαν συνολικά τρεις δίκες. Χαρακτηριστική είναι η φράση του εισαγγελέα που κατά τη διάρκεια της δίκης διακόπτει μια μάρτυρα και λέει: «Η Κερατέα είναι αίσχος δια την Ελλάδα. Σηκώνονται αι τρίχες της κεφαλής μου. Σκεφτείτε ότι εκεί πέθαναν 150 φυματικά κορίτσια». Οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε διάφορες ποινές, ανάμεσά τους ο τότε ψευδοεπίσκοπος της μονής, πολλοί μοναχοί και μοναχές, έμπιστες της Μαριάμ, αλλά και η ίδια η ηγουμένη Μαριάμ Σουλακιώτου, στην οποία επιβλήθηκαν συνολικά 16 χρόνια κάθειρξης. Οι κατηγορίες ήταν απάτες, ιδιοποίηση, παράνομη κατακράτηση και ανθρωποκτονίες εκ προθέσεως. Την επόμενη χρονιά, το 1954, πέθανε μέσα στη φυλακή σε ηλικία 71 ετών.

Τα χρόνια πέρασαν, το πρωτοφανούς αγριότητας σκάνδαλο ξεχάστηκε και η μονή, που πίσω από τα τείχη της έκρυψε την αμαρτία, τον τρόμο και το θάνατο, συνέχισε να λειτουργεί μέχρι και σήμερα. Νέες μοναχές προσεύχονται καθημερινά για την ψυχή της «Αγίας Μαριάμ», που όπως λένε «συκοφαντήθηκε και πλήρωσε άδικα για κάτι που δεν έκανε».

Πηγές:
– Ημερήσια Εθνική Εφημερίς Εμπρός
– Ανεξάρτητος Πρωινή Εφημερίς Ελευθερία

Προηγουμενο αρθρο
Πιλοτικό κτηματολόγιο ή πολιτών μαρτυρολόγιο;
Επομενο αρθρο
Πρόγραμμα πρόσκλησης οχημάτων για τεχνικό έλεγχο 2018

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *