HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΑσπροδιαλέχτρες και Μελισσουργιώτισσες

Ασπροδιαλέχτρες και Μελισσουργιώτισσες

Το λιγάτο της κόρης απ’ τον τίμιο ιδρώτα της ασπροδιαλέχτρας μάνας…

Γράφει ο Θοδωρής Γεωργάκης

852Φορούσε χειμώνα καλοκαίρι… κατάσαρκα μάλλινη φανέλα, και τι μάλλινη, από εκείνο το άγριο γήινο μαλλί, πλεγμένη στο χέρι της θειά Βαγγελούλας με τις βελόνες, το πουκάμισο ανοιχτό και τα μανίκια γυρισμένα, ώστε να φαίνεται το μανίκι της μάλλινης φανέλας! Μόνο τον χειμώνα έριχνε ένα σακάκι επάνω του και αυτό «Αλλά Σκάγια», όπως έλεγαν στο χωριό, προφανώς κάποιος με το παρατσούκλι Σκάγιας το πρωτοφόρεσε ανάρριχτο στον έναν ώμο και έτσι δημιούργησε παράδοση! Στη μέση του φόραγε ένα πλατύ μάλλινο, από το ίδιο άγριο μαλλί, ζωνάρι και στα πόδια κομμένες γαλότσες μέχρι τον αστράγαλο! Το πρόσωπό του κατακόκκινο απ’ το αγριοκαίρι και την … κρασούρα, «έσπαγες … ψύλλο στα μάγουλά του!», χαριεντίζονταν οι χωριανοί, κρασί τσιπρίτης από βαρτζαμί σταφύλι με μαύρο σαν κατράμι και παχύρευστο χρώμα, που έφτανε τους 15 βαθμούς μπομέ! Ο μπάρμπα Γεράσιμος!

Ένας αλέγρος τύπος ξωμάχου, που δάγκωνε το κρεμμύδι και τον ξερό αγκαθό του ψωμιού «και τάπιανε … ζάλη», όπως έλεγαν χαρακτηριστικά οι παλιότεροι! Με την μαύρη του φοράδα, την Καράσω, και δυό μαρτίνια δεμένα απ’ τα κολιτσάκια του σαμαριού της Καράσως, ξεκινούσε κάθε πρωί για το βασίλειό του, τις Κοκκίνες! Δούλευε ολημερίς στις ελιές. Πιπέρι τόχε κάνει το χώμα τους και σ’ ένα μικρό ξέφωτο είχε φυτέψει και αμπελάκι. Το μεσημέρι, μόλις ο ήλιος έγερνε κάνα δύο πήχες εδώθενε, έστρωνε την πετσετούλα του στο χώμα, ξεμύταγε ένα ξυλαράκι για πιρούνι και έτρωγε το φαγητό που κουβαλούσε στο σακούλι. Δίπλα του πάντα δυό κολοκύθια γεμάτα κρασί, που σαν τα σήκωνε να πιεί φώναζε μόνος του δυνατά: «Eβίβα»!

%cf%84%ce%b5%ce%bb%ce%b9%ce%ba%cf%8c-page-524

Κι αντηχούσε η φωνή του στα ραχούλια και άκουγαν ο άλλοι ξωμάχοι: «O μπάρμπα Γεράσιμος… έστρωσε τάβλα» μονολογούσαν! Μαρίδες ή σαρδέλες τηγανητές απ’ το βράδυ, τυρί, και ξερό ψωμί μαύρο, που το δάγκωνε μαζί με το …κρεμμύδι και τα δόντια του, με τα οποία έπιανε το τσουβάλι γεμάτο ελιές και το σήκωνε στον αέρα(!), έβγαναν… λουρίδες τα κομμάτια! Το απογευματάκι περίμενε να ακούσει την καμπάνα του μοναστηριού των Αγίων Πατέρων, που σήμαιναν εσπερινό οι καλόγριες, η Δέσποινα, η Μαρία και η Ακακία, γυρνούσε στην ανατολή, έκανε το σταυρό του και καταλάβαινε πως είναι η ώρα για την επιστροφή. Καβάλα μονήπαντα, γιατί απ’ την άλλη μεριά είχε το δεματάκι με τα ξύλα, έπαιρνε το μονοπάτι απ’ τις Πλαγιές και μέσα απ’ τον δρόμο που οδηγεί στην Ακόνη, επέστρεφε στο χωριό, με τόσους άλλους ξωμάχους μαζί, που συναντούσε στον δρόμο, κομβόϊ ολόκληρο της επιστροφής, με τα άλογα φορτωμένα να βαδίζουν ράθυμα στην κακοτράχαλη ανηφόρα.

Οι Κοκκίνες του μπάρμπα Γεράσιμου ήταν, γιατί σήμερα έχουν λογγώσει τα πάντα απ’ την εγκατάλειψη, μια αμφιθεατρική τοποθεσία στην ανατολική πλευρά του φαραγγιού της Ακόνης, από όπου έβλεπε μέχρι τη Νικιάνα και πέραθε μακρύτερα τα Ακαρνανικά και στο βάθος τον Κάλαμο και τις άκρες του Μεγανησίου. Αυτή η προνομιούχα θέση του επέτρεπε να κατωπτεύει και όλες τις γύρω περιοχές, την Ακόνη ολόκληρη, τις Παναγιές, το Ζευγάρι, την Μπαρμπέρικου, τα Καταραχά, τα Καμπανά, την Αρκολαγγάδα, τον Όμπολο. Γνώριζε ο μπάρμπα Γεράσιμος τις ιδιοκτησίες σχεδόν σπιθαμή προς σπιθαμή, έβλεπε ποιός πρωτοτέλειωνε το μάζεμα των ελιών, στους απέραντους ελαιώνες αυτών των περιοχών και το βράδυ έφερνε το μήνυμα στο χωριό: «Ξέρτε, ο Καραπάνος τσ’ τέλειωσε τσ’ ελιές στον Όμπολο, το ίδιο και οι Ατζελαίοι εδώθε τσ’ Παναγιές, μ’ κάζει πως πήρε το μάτι μου και στα Καμπανά, πως τσ’ μάζωξε κι ο Ψαριόλος ο Πιατσανίτης!»

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή, απόδιαβα των γιορτών των Χριστουγέννων, οι γυναίκες του χωριού περίμεναν με ανυπομονησία αυτό το μήνυμα του μπάρμπα Γεράσιμου. Αφού τέλειωσαν αυτοί οι μεγαλονοικυραίοι τις ελιές, τώρα άρχιζε η δική τους αποστολή, ΤΟ ΑΣΠΡΟΔΙΑΛΕΓΜΑ! Χρόνια βασανιζόμουν να δω ετυμολογικά από πού προέρχονται οι λέξεις ασπροδιάλεγμα και ασπροδιαλέχτρα. Πίστευα πως, επειδή στα λιοστάσια των χωριών μας κυριαρχεί η ποικιλία της ελιάς που λέγεται Ασπρολιά, πίστευα, λοιπόν, πως από εκεί προέρχονται οι δυο ανωτέρω λέξεις. Άσπρο και διαλέγω. Ώσπου μια απλή προγιαστή του χωριού, με διαφώτισε: << Παιδί μου, μου λέει, η λέξη η σωστή είναι Σπειροδιαλέχτρα και Σπειροδιαλέγω, δηλαδή μαζεύω σπειρί – σπειρί τις ελιές>>. Κατάλαβα, με την συνήθεια που έχουμε στα χωριά να συντομεύομε και να αναγραμματίζουμε τις λέξεις η σπειροδιαλέχτρα έγινε ασπροδιαλέχτρα…

541-2

Ασπροδιαλέχτρες!!!

-Τράβα, μούλεγε η μάνα μου, στην Μαύρα την Κοτζακαρίνα και πες της πως αύριο ξεκινάμε τ’ ασπροδιάλεμμα. Θα πάμε πρώτα στον Όμπολο στ’ Καραπάνου και κείθενε θα πέσομε πίσω στ’ Βράχα. Τσ’ άλλες μέρες θα πάμε στο Καρυωταίικο. Πιστεύω να βρούμε ελιές. Είχε τρωγάδα τούτες τσ’ μέρες και θα πέσανε…
Πήγαινα. Εύρισκα τη θειά Μαύρα με τη φωτιά κολλημένη, να κάθεται στην απάνω μεριά και να πλέκει με τις βελόνες.

«Μόγραψε εκειό το βλογημένο το παιδί, πούνε φαντάρος στον Ακραίο στα Γιάννενα, πως κρυώνει και τ’ φτιάχνω κάνα δυό φανέλες μάλλινες να βάνει από μέσα… Να πεις τσ’ μάνα σου πως ναι, ξεκινάμε αύριο τ’ ασπροδιάλεμμα… Κάτσε, μοναχά, ένα μομέντο, να σε φιλέψω δυό κυδώνια, για να τα φάτε το βράδυ γύρω απ’ τ’ φωτιά…» Πήγαινε η θειά Μαύρα από μέσα στο δωμάτιο, που είχε τα κυδώνια κρεμασμένα, απ’ τον Οχτώβρη, ανά δύο στα ματέρια, και με μια διχάλα τα κατέβαζε…

Ασπροδιαλέχτρες!!!

Οι γυναίκες που γύριζαν τα λιοστάσια στα οποία οι νοικοκυραίοι είχαν μαζέψει τις ελιές και αυτές μάζευαν τα απομεινάρια, σπυρί-σπυρί!!! Απομεινάρια που δεν έβλεπαν οι εργάτριες, που είχαν πεταχτεί μακριά απ’ την ακτίνα του δένδρου, που είχαν μείνει στο δέντρο κατά το τίναγμα και με τον αέρα και την βροχή έπεσαν κάτω, που έμεναν στον χώρο όπου τσουβάλιαζαν ή ανέμιζαν τις ελιές να χωριστούν απ΄τα φύλλα! Με το ντορβά δεμένο στην μέση έψαχναν, οι ασπροδιαλέχτρες, σπυρί- σπυρί την ελιά. Ιέρειες τη γης και της ζωής, ξαφνιάσματα της φύσης, κυρτωμένες …Δήμητρες, στον όργο της ζωής!!! Να μαζέψουν τα απομεινάρια των ελιών, σιγά-σιγά και περιδιαβαίνοντας όλα τα λιοστάσια της ευρύτερης περιοχής της Ακόνης, της Βράχας, της Κατούνας, του παλιού χωριού του Καρυώτη, να μαζέψουν, να μαζέψουν «Τ’ αργιολόγια» της ελιάς, να τα κάνουν λάδι.

dscn0870

Ένα λάδι, πέραν απ’ τον οικογενειακό προγραμματισμό, που ήταν αποκλειστικά και μόνο για τα προικιά των κοριτσιών… Γέμιζαν δυό τρείς μπούγλες ή ένα μπετόνι με το λάδι απ’ το ασπροδιάλεμμα, κατέβαιναν στην χώρα και το πουλούσαν στον Πομπγημένο ή στον Κορατζάνη. Τριακόσιες και τετρακόσιες δραχμές! Ολάκερη περιουσία εκείνα τα χρόνια, που το λάδι ήταν χρυσάφι και είχε τιμή. Περιουσία να πάρουν τα γνέματα, απ’ τον Ξτογιάννη τον Παπαδόπουλο, για τα διασίδια του καλοκαιριού και αν μπορούσαν να αγοράσουν απ’ τις Μελισσουργιώτισες και καμιά φλοκάτη για την προίκα του κοριτσιού…

74

Η προίκα άρχιζε πάντα απ’ τα χοντροσκούτια. Στον δικό τους αργαλειό έφτιαχναν τα περισσότερα. Μαντανίες, σαγιάσματα, βελέτζες, απλάδια, βλαχοσκούτια, καρπέτες. «Εκειές, τσ’ βλογημένες τσ’ φλοκάτες δεν καταφέρνανε!!! Θέλανε μαστοριά μεγάλη, άλλα χτένια και άλλα μυτάρια και αβέρτα πρόβειο μαλλί, που δεν το είχαν…». Και ήταν χρυσοχέρα και ευλογημένη η μάνα, που πέρα απ’ τα δικά της χοντροσκούτια, θα έριχνε στον Κόμπο, στα Καρφώματα της κόρης της και φλοκάτες!!!

Δεκαετία του 1960 και 1970!!!

«Ήταν οι Μελισσουργιώτισσες και φέρανε φλοκάτες!». Μέσα Φλεβάρη και το μήνυμα έφτανε σε κάθε γυναίκα του χωριού!

489

-Ήρταμαν κυρά Ξέν… Χαιρετούσαν την μάνα μου, μ’εκείνο το παρατεταμένο Ηπειρώτικο νι!!! Γνώριζαν χρόνια ολόκληρα τον προορισμό, ήξεραν πως η κυρά Ξέν θα τις φιλοξενούσε! Τρεις γυναικούλες απ’ τους Μελισσουργούς της Άρτας, φορτωμένες στην πλάτη τους την περίφημη Ηπειρώτικη ζαλίγγα, τέσσερες-πέντε φλοκάτες η κάθε μία, κατάκοπες απ’ το βάρος και τον ποδαρόδρομο, καμιά φορά ξεκινούσαν με τα πόδια και απ’ το Άκτιο για την Λευκάδα, αν δεν εύρισκαν συγκοινωνία, κατάκοπες κάθονταν στο πεζούλι του σπιτιού και ακουμπούσαν στον τοίχο για να ξεκουραστούν!!! Σαν συνέρχονταν, βράδυ πια, έκαναν ώρες, μετά το ξεφόρτωμα της ζαλίγγας, να ισιώσουν την πλάτη τους, τους κάναμε το τραπέζι. Ιστορίες αμέτρητες είχαν να μας διηγηθούν εκεί στην τάβλα του φαγητού! Ιστορίες για τον σκληρό αγώνα που έδιναν στα Τζουμέρκα, που μάχονταν και με τα στοιχειά της φύσης, τα χιόνια και το κρύο για τα ζωντανά τους, να πάρουν το μαλλί και μέσα από τιτάνιες προσπάθειες να φτιάξουν τις φλοκάτες. Τις έριχναν στον Άραχθο, μετά στο ποτάμι, στις νεροτριβές, για να γίνουν αφράτες.

Μετά το φαγητό ήθελαν, πάντα, να κοιμηθούν στρωματσάδα, γύρω απ’ την φωτιά, που είχαν αναμμένη όλη τη νύχτα! Τους έστρωνε η κυρά Ξέν… σαγιάσματα και χοντροσκούτια για να περάσουν τη βραδυά και να ξεκουραστούν απ’ το φορτίο της ζαλίγγας και της…ζωής. Την άλλη μέρα άρχιζαν το σεργιάνι στις γειτονιές του χωριού να πουλήσουν τις φλοκάτες. Και τις πουλούσαν όλες!!! Τα λεφτά απ’ το ασπροδιάλεμμα έπιαναν τόπο!!! Στον γήκο, σε περίοπτη θέση, ήταν τοποθετημένες οι φλοκάτες, άσπρες κόκκινες κίτρινες, πράσινες να περμένουν τα Καρφώματα, σα θα άνοιγε η …μοίρα του κοριτσιού!!!

Το λιγάτο της κόρης απ’ τον τίμιο ιδρώτα της ΑΣΠΡΟΔΙΑΛΕΧΤΡΑΣ ΜΑΝΝΑΣ…

Προηγουμενο αρθρο
«Οχι» στην έκδοση των 8 Τούρκων αξιωματικών -Αφήνονται ελεύθεροι
Επομενο αρθρο
Ετήσιος χορός Πολιτιστικού Συλλόγου Ακτίου-Βόνιτσας «Η Θεοτόκος»

1 Σχόλιο

  1. Θοδωρής Αραβανής
    27 Ιανουαρίου 2017 at 16:30 — Απάντηση

    Μια παραγωγική παράμετρο, ως πρόσθεση στην λυρικορεαλιστική ( ας επιτραπεί ο όρος μια και η παρούσα εργασία του Θ. Γεωργάκη εγκαινιάζει καινοτομικά και μια τέτοια θεώρηση, ως και πρόταγμα απέναντι στον στείρο ρεαλισμό των ημερών μας , ως αναγκαιότητα δήθεν).
    Και που σύμφωνα με την παραγωγική οπτική- παράμετρο:
    Σε χωμάτινους απλά χαραγμένους δρόμους της εποχής με κύρια κατηγορία τα μονοπάτια, με ελάχιστους επενδεδυμένους κρατικά και οικονομικά γενικά πόρους, μεταφερόνταν με τα μεταφορικά ζώα και την εργασία των ανθρώπων, μεγάλη ποσότητα προ’ι’όντων ( το σύνολο γενικά της παραγωγής). Χωρίς να απαιτούνται οι επενδύσεις της ίδιας της χώρας σε άσφαλτο και δαπάνη ενέργειας και συντήρησης αγροτικών αυτοκινήτων και γενικά χωρίς την επένδυση ποσότητας κοινωνικών πόρων , που υπερέβαιναν την αξία της παραγωγής.
    Και αυτό ήταν το καθαρό προ’ι’όν – ο σωρρευτικός πλούτος-, για την ίδια την κοινωνική δομή.
    Να αναλογιστεί κάποιος τις σημερινές ποσότητες επενδυομένων πόρων στις αντίστοιχες δομές για τις παραγωγικές δραστηριότητες και να τις αναγάγει στις αξίες του σημερινού παραγόμενου προ’ι’όντος.
    Μπορεί έτσι να ερμηνευτεί στην πορεία του χρόνου το έλλειμα ως οικονομικοκοινωνικό διάφορο της χώρας στα χρόνια μας.
    Και ο Θοδωρής Γεωργάκης να συνεχίσει τον συνθετικό προβληματισμό του- ως κτήμα των πολιτών- ιδιαίτερης αξίας στις μέρες μας και για την θέσμιση των κοινωνικών και οικονομικών μετασχηματισμών που αναγκαιούν στα ερχόμενα χρόνια.

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.