HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΗ πανώλη και τα λοιμοκαθαρτήρια στη Λευκάδα

Η πανώλη και τα λοιμοκαθαρτήρια στη Λευκάδα

Η ενασχόληση με την ιστορία της πανώλης είναι, στην ουσία, η ενασχόληση με την ιστορία μιας κοινωνίας, η οποία επαναπροσδιορίζεται από ένα γεγονός απρόσμενο, που προκαλεί ρήξεις και οδηγεί σε τομές. Η μικρή διάρκεια του φαινομένου προσφέρεται για την εξέταση, σε συνθήκες εργαστηρίου, των ατομικών ή των συλλογικών συμπεριφορών σε περιόδους αναστατώσεων, ενώ οι συχνές επανεμφανίσεις του επιτρέπουν την επιβεβαίωση των συμπερασμάτων, συνηγορώντας, παράλληλα, στη διαμόρφωση και την υποστήριξη θεωρητικών σχημάτων και πλαισίων.

Η εισβολή της πανώλης σε ένα αστικό κέντρο, οι πιθανές προσπάθειες απόκρυψης του γεγονότος, η αύξηση της θνησιμότητας, ο διαχωρισμός των υγιών από τους ασθενείς, η λατρεία τοπικών αγίων και οι συνεχείς λιτανείες θείων λειψάνων σχεδιάζουν το βασικό περίγραμμα της κρίσης…


Το καλοκαίρι του 1743, η Λευκάδα γνώρισε με οδυνηρό τρόπο τη μάστιγα της πανώλης. Σ’ όλη τη διάρκεια των προηγουμένων μηνών, η yersinia pestis έπληττε με δριμύτητα τη δυτική Στερεά. Ανάμεσα στις πόλεις, που δοκίμασαν τις συνέπειες του επιδημικού κύματος, περιλαμβανόταν και το Μεσολόγγι. H πανώλη ενέσκηψε στη Λευκάδα τον Μάιο (21 ή 27) του 1743 και διαγνώστηκε, τον Ιούνιο, αφού ακολούθησε τη θαλάσσια διαδρομή από το Μεσολόγγι στη Μεσσήνη της Ιταλίας και από εκεί μεταδόθηκε στην Αγία Μαύρα με το καράβι του Ζάχου Ρογγό, που ξέφυγε από τον αποκλεισμό και έφτασε στο νησί πριν από την είδηση της επιδημίας.

Αμέσως μετά την προσόρμιση του στο λιμάνι της Αμαξικής, σημειώθηκαν τα πρώτα θανατηφόρα περιστατικά μέσα στην πόλη. Μέσα σε είκοσι οκτώ ημέρες οι νεκροί έφταναν τους επτακόσιους ογδόντα. Η σφοδρότητα του λοιμού βρήκε τη βενετική τοπική Διοίκηση, μάλλον, απροετοίμαστη. Ο μηχανισμός άμυνας δεν κατόρθωσε να προστατέψει ούτε καν το διοικητικό κέντρο.


Έτσι, σαράντα ημέρες μετά την εισβολή της νόσου, στις 8 Ιουλίου του 1743, προσβλήθηκε, τελικά, και το κάστρο της Αγίας Μαύρας. Μέχρι και την εκπνοή του ίδιου μήνα, όπως σημείωνε ο έκτακτος προνοητής του νησιού, Antonio Moro, η κατάσταση εξακολουθούσε να παραμένει δραματική, μολονότι η θνησιμότητα είχε, ήδη, αρχίσει να υποχωρεί αισθητά.

«Τα συμπτώματα ήσαν φοβερά. Το πρόσωπον, αποβάλλον την φυσικήν αυτού χροιάν, άπεκτα έντός ολίγου την τού πτώματος. Η ίρις των οφθαλμών διεστέλλετο, τα χείλη συνενούντο, ή γλώσσα έξηραίνετο. Ταύτα συνωδεύοντο υπό δίψης, ρίγους, παραληρήματος και μανίας, παρά τα τοσαύτα δε δεινά το σώμα, έκλειπούσης πάσης τού οργανισμού αντιδράσεως. κατέκειτο ως πτώμα. Οιδήματα εις τούς βουβώνας, ή υπό τας μασχάλας. Την κοιλίαν και το στήθος έκάλυπτον άνθρακες, σημείον άλάνθαστον σωτηρίας, αν ζωηροί και όδυνηροί, θανάτου δε, αν ωχροί και ανώδυνοι. Ουδεμία διάκρισις ηλικίας, φύλου, κοινωνικής τάξεως. Γενικός ό κίνδυνος και ό τρόμος. ‘Εν τρισίν, ή πέντε ήμέραις οι προσβαλλόμενοι άπέθνησκον, ευτυχείς δε όσοι εν όλίγαις ώραις απηλλάσσοντο των δεινών των».

Η πανώλη προσβάλλει τον ανθρώπινο οργανισμό με το τσίμπημα ενός, ήδη, μολυσμένου ψύλλου. Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα επώασης (δύο έως οκτώ ημέρες) εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια. Μεταξύ των συμπτωμάτων συγκαταλέγονται κεφαλαλγίες, υψηλοί πυρετοί, στομαχικές διαταραχές και, τέλος, εκδήλωση οιδημάτων και εξανθημάτων σε ορισμένα σημεία του ανθρώπινου σώματος. Μεταδίδεται εύκολα και γρήγορα με άμεση ή έμμεση επαφή, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις πνευμονικής εντόπισης, οπότε μεταδίδεται ακόμα και με τα σταγονίδια. Είναι βαριάς μορφής ασθένεια, με υψηλό πυρετό και τοξική κατάσταση. Η ασθένεια εμφανίζεται σε τρεις μορφές:
βουβωνική (έντονη αιμορραγική λεμφαδενίτιδα),
– πνευμονική, που είναι ιδιαίτερα μολυσματική μορφή (βαριά πνευμονία)
– σηψαιμική.


Όταν άρχισαν να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα (λοιμοκαθαρτήριο, υγειονομική ταφή νεκρών κ.ά.), το κακό άρχισε σταδιακά να υποχωρεί από το φθινόπωρο του 1743. Σε επιστολή του προς τον Δόγη της Βενετίας, ο ενετός αξιωματούχος στο νησί της Λευκάδας Αντόνιο Μόρο υπογράμμιζε, μεταξύ των άλλων, πως ο καθαρός αέρας της περιοχής, που είχε επιλεγεί για τη μεταφορά των ασθενών, σε συνδυασμό με τη σωστή διατροφή, συνέβαλαν καθοριστικά στη σύντομη ανάρρωση των πανωλόβλητων.

Τελικά, όλα εξελίχθηκαν σχετικά ομαλά και το νησί κηρύχθηκε ελεύθερο από κάθε υποψία πανώλης στις 10 Ιουνίου του 1744.
Στο πέρασμά της από το νησί και μέσα σε μισό περίπου χρόνο η πανώλη άφησε πίσω της 1.028 θύματα, δηλαδή το 1/3 περίπου του αστικού πληθυσμού (3.457 κάτοικοι), σύμφωνα με τον απολογισμό που συνέταξε ο Προβλεπτής της Λευκάδας τον Μάρτιο του 1744.

Το Λοιμοκαθαρτήριο ήταν χώρος κοντά σε λιμάνι για την υποδοχή και προσωρινή απομόνωση των ταξιδιωτών που έφταναν με πλοίο σε περίπτωση που είχε εκδηλωθεί επιδημία.

Τα λοιμοκαθαρτήρια, φιλοξενούσαν, συνήθως, τους επιβάτες και τα εμπορεύματα των πλοίων, που είτε είχαν τελικό προορισμό τα νησιά είτε απλώς ελλιμενίζονταν εκεί για λίγες ημέρες. Αν η άφιξη τους συνέπιπτε με την εμφάνιση λοιμού στο νησί, περίοδο δηλαδή κατά την οποία το ίδρυμα εξυπηρετούσε αποκλειστικά τις έκτακτες ανάγκες, φιλοξενώντας τους ασθενείς και τους «υπόπτους», τότε, όλοι μαζί μεταφέρονταν σε απομονωμένους χώρους, ανεξάρτητους από το κτήριο του ιδρύματος.

Η διάρκεια παραμονής μέσα στο λοιμοκαθαρτήριο σε περιόδους επιδημιολογικής ηρεμίας ήταν για τους επιβάτες και τα εμπορεύματα δεκατέσσερις ημέρες. Τα χρονικά όρια αυξάνονταν σε είκοσι οκτώ ημέρες αν το πλοίο τους έφτανε από περιοχή «ύποπτη», ενώ άγγιζε τις σαράντα, αν προερχόταν από λιμάνι πανωλόβλητης περιοχής ή από οποιαδήποτε εμπορική σκάλα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ανεξάρτητα από τις υγειονομικές συνθήκες της συγκεκριμένης περιόδου.

Η θεραπευτική αγωγή στη διάρκεια της νοσηλείας ασθενών μέσα στο χώρο του ιδρύματος είχε την ίδια αφετηρία με τις πρακτικές που ακολουθούσε το τοπικό Υγειονομείο για την απολύμανση των σπιτιών και των καταστημάτων. Αμέσως μετά την εισαγωγή τους στο λοιμοκαθαρτήριο, οι ασθενείς ή οι «ύποπτου έπρεπε να γυμνωθούν εντελώς. Τα ρούχα τους τα παραλάμβαναν οι άνθρωποι του ιδρύματος και στη συνέχεια είτε τα κατέστρεφαν, αν μπορούσαν να τα αντικαταστήσουν με καινούργια, είτε τα κάπνιζαν πάνω από εστίες φωτιάς, οι οποίες τροφοδοτούνταν με κουκουνάρια κυπαρισσιού και αρωματικά φυτά. Αν το λοιμοκαθαρτήριο βρισκόταν κοντά στη θάλασσα, όπως συνέβαινε στα περισσότερα νησιά, τότε, υπό την εποπτεία του επικεφαλής, οι τρόφιμοι κατά ομάδες εμβαπτίζονταν στο παγωμένο νερό.


Όλοι όσοι μεταφέρονταν στα προαναφερθέντα ιδρύματα, μόνιμα ή έκτακτα, δεν ήταν απαραίτητα ασθενείς. Μαζί με τους ασθενείς, συνήθως, εισάγονταν και οι χαρακτηρισμένοι ως ύποπτοι από τις αρμόδιες Αρχές. Άτομα του οικογενειακού περιβάλλοντος των νεκρών ή των αρρώστων, γείτονες ή ακόμη και συνεργάτες κατέληγαν έγκλειστοι χωρίς δικαίωμα επιλογής ή αντίδρασης. Είναι ευνόητο ότι οι συνθήκες μέσα στα λοιμοκαθαρτήρια και ειδικά σε καιρό πανώλης, προκαλούσαν τη δυσφορία των τροφίμων. Η συσσώρευση τόσων ατόμων σε μικρές αίθουσες (stalle) ευνοούσε τη μετάδοση του ιού με τη ανοχή και τη γνώση του ίδιου του Κράτους, αποκλειστικός στόχος του οποίου ήταν ο περιορισμός της επιδημίας και όχι η θεραπεία των ήδη ασθενών. Ακόμη και όταν τα τοπικά υγειονομεία σε συνεργασία με τους βενετούς προνοητές των νησιών ανέγειραν λοιμοκαθαρτήρια, αποκλειστικά για τους υπόπτους, η κατάσταση στο εσωτερικό τους δεν εμφανιζόταν βελτιωμένη.

Λοιμοκαθαρτηρίου στο νησάκι του Αγίου Νικολάου


Στο νησάκι πρέπει να λειτουργούσε λοιμοκαθαρτήριο από την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Λειτούργησε και στην περίοδο των Βενετών και συνέχισε και στην περίοδο της Αγγλικής προστασίας.
«Το νησάκι του Αγίου Νικολάου στο νοτιανατολικό άκρο του ισθμού που συνδέει τη Λευκάδα με την Ακαρνανία επιλέχθηκε από τους Άγγλους για να στεγασθεί το λοιμοκαθαρτήριο της νήσου. Το λοιμοκαθαρτήριο της Λευκάδας είχε τη φήμη του αυστηρότερου στην εφαρμογή των υγειονομικών κανονισμών και οι υγειονοφύλακες απέφευγαν ακόμα και την ομιλία με τους εγκλείστους. Παρά τη γειτνίαση με τις ακτές της Στερεάς η αυστηρότητα των κανονισμών συνέτεινε στο να μην εμφανίζονται συχνά κρούσματα επιδημιών.»


Λοιμοκαθαρτήριο στην περιοχή του ναού Αγίου Γεωργίου, έξω από το Καλλιγόνι

Με ενέργειες του γενικού προνοητή θαλάσσης Kavalier Loredan , στην είσοδο του καναλιού της Αγίας Μαύρας, το 1718, στην περιοχή του ναού Αγίου Γεωργίου, έξω από το Καλλιγόνι, θεμελιώθηκε ένα κτήριο για την παραμονή ταξιδιωτών, προερχόμενων στη μεγάλη τους πλειοψηφία από τη Στερεά Ελλάδα, την Ήπειρο και τη Θεσσαλία. Το κτίσμα οχυρωματικού περιγράμματος, περιελάμβανε 20 δωμάτια διατεταγμένα σε σχήμα Π, γύρω από μια εσωτερική αυλή. Τα σχέδια έγιναν από τον Santo Semitecolo. Το 1723 επισκευάζονται οι ζημιές που υπέστη από σεισμό.

Μερικά χρόνια αργότερα, όταν το νησί έπληξε η καταστροφική επιδημία του 1743, οι Αρχές πανικόβλητες έσπευσαν να καλύψουν τις ανάγκες με το στήσιμο πρόχειρων παραπηγμάτων σε διάφορες τοποθεσίες, στις παρυφές του αστικού οικισμού, χωρίς να γίνεται καθόλου λόγος για το μόνιμο λοιμοκαθαρτήριο.


Στην ελώδη περιοχή μεταξύ του οχυρού «Κωνσταντίνος» γνωστού από την ενετοκρατία ως «Fortino» διασώζεται η θεμελίωση του βενετικού λοιμοκαθαρτηρίου. Στη θέση αυτή σώζεται σήμερα μόνο το περίγραμμα των κελιών απομόνωσης και του περιτοιχισμένου προαυλίου τους. Περιμετρικά της ενισχυμένης με πασσαλόμπηξη θεμελίωσης διακρίνεται κτιστό αυλάκι, που χρησίμευε για τη διευθέτηση των νερών του ελώδους περιβάλλοντος εδάφους. Κάποιο αντίστοιχου βάθους και διαμόρφωσης αυλάκι χρησιμοποιήθηκε πιθανόν για την απολύμανση των χώρων αυτών στην εξοχή της Λευκάδας το 1743.


Η εκκλησία του Άγιου Γεώργιου χρησιμοποιήθηκε για την αποθήκευση αμόλυντων τροφίμων, όταν τον Μάιο του 1743 η επιδημία πανώλης εξαπλώθηκε στο βόρειο τμήμα του νησιού. Οι κανονισμοί υγιεινής, που με μεγάλη επιμέλεια είχε συντάξει ο δημόσιος αρχίατρος Άγγελος Χαλικόπουλος, περιλάμβαναν μεταξύ άλλων την αποθήκευση των τροφίμων στο χώρο του ναού. Προκειμένου να αποφεύγεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο προσβολή των τροφίμων από την αρρώστια, ο ναός είχε περικλειστεί με χαντάκι με ασβέστη. Περιτοιχισμένη γειτονική στην εκκλησία έκταση χρησιμοποιείτο για τη συγκέντρωση, απολύμανση ή αποτέφρωση των μολυσμένων προσωπικών αντικειμένων των ασθενών.

Λοιμοκαθαρτήριο κοντά στην πόλη

Ο προνοητής του νησιού πρότεινε τη χρήση ενός ερειπωμένου νοσοκομείου {ospitale) για τη νοσηλεία των ασθενών αλλά και όλων όσοι είχαν χαρακτηριστεί ως εξαιρετικά ύποπτοι {di gran sospetto). Καθώς, όμως, τα κρούσματα ημέρα με την ημέρα πολλαπλασιάζονταν, ο χώρος αυτός δεν επαρκούσε. Σύντομα, επιλέχθηκε από τον Daniel Dolfin μια παραλία κοντά στην πόλη για την κατασκευή δύο εκτάκτων λοιμοκαθαρτηρίων. Το ένα προοριζόταν για τους ασθενείς και αποτελούνταν από είκοσι καλύβες, τοποθετημένες σε μικρή απόσταση μεταξύ τους, φτιαγμένες με ξύλα, σκοινιά και χόρτα. Λίγο πιο μακριά βρισκόταν το άλλο με σαράντα καλύβες, στις οποίες στεγάστηκαν όσοι είχαν χαρακτηριστεί «ύποπτοι».

«Συνδυάζοντας το χρονικό της πανώλης του 1743-1744 με το ιστορικό της έλευσης της Κάρας του Αγίου Βησσαρίωνος και του ναού του, προβαίνουμε σε κάποιες υποθέσεις – παρατηρήσεις, για τις όποιες βεβαιότητα θα αποκτηθεί μόνο υστέρα από συστηματική αρχειακή έρευνα. Ίσως η θέση του ναού του Άγ. Βησσαρίωνος να μην είναι τυχαία. Με δεδομένο ότι οι τοποθεσίες “Άγια Κάρα” -όπου ο ναός- και “Πάνω Αλυκές” -όπου είχε συσταθεί το Υγειονομείο (Λοιμοκαθαρτήριο)- είναι όμορες, πιθανολογούμε ότι ό ναός χτίσθηκε κοντά στον “τόπο του μαρτυρίου” των πανωλοβλήτων Λευκαδίων του 1743. Ίσως ακόμη το Λοιμοκαθαρτήριο να αποτελείτο από μικρές προσωρινές κατοικίες (γιατί όχι, ξυλόπηκτες παράγκες), οι όποιες μετά την παρέλευση του κινδύνου να διανεμήθηκαν σε άστεγους και άπορους Λευκαδίτες.

Ή συνοικία της “Άγια-Κάρας” μέχρι το τέλος της (δηλαδή μέχρι πού στη θέση της χτίστηκε σειρά πολυκατοικιών) ήτανε ίσως ή πιο φτωχή γειτονιά της Λευκάδας, ή κατ’ εξοχήν γειτονιά των φτωχοψαράδων με τα λίγα δίχτυα και τα λίγα παραγάδια, με τα πριαράκια και τα μονόξυλα,… Στην περιοχή μάλιστα, μέχρι τον πόλεμο του ’40, υπήρχε περιουσία του Δημοσίου, το “Μαϊστράτο”. Αυτό ήταν ένα αρκετά μεγάλο, αλλά χαμηλό, με δύο-τρία σκαλιά, κτίριο, το Magistrato (Διοικητήριο, γραφείο, Δικαστήριο), στο οποίο πιο παλιά στεγαζόντανε άλλες δημόσιες υπηρεσίες, αλλά στις αρχές του αιώνα μας στεγαζότανε το Λιμεναρχείο. Επίσης, οι παρακείμενες Αλυκές ανήκαν στο Δημόσιο. Επομένως, δεν αποκλείεται όλη η περιοχή να ήταν αρχικά κτήμα του ενετικού δημοσίου στο οποίο κτίστηκε εκτάκτως όταν παρουσιάστηκε ανάγκη το Λοιμοκαθαρτήριο.»

Πηγές:
1) Μαρία Λαμπρινού, «Οχυρωματική και Κοινωφελής δραστηριότητα στο Στενό της Λευκάδας από το 14° ως το 19° Αιώνα », Πρακτικά Α ‘ Συμποσίου, Τοπική Παράδοση και Πολιτισμικός Τουρισμός, Αθήνα 1997 και της ιδίας: Τρία ενετικά μνημεία στον πορθμό της Λευκάδας, ΕΛΜ, επετηρίς, τόμος Ι, 2004, 2005.
2) Κατερίνα Κωνσταντινίδου, Οι επιδημία της πανώλης στα Ιόνια Νησιά, 17ος – 18ος αι Διδακτορική διατριβή, Αθήνα 2003.
3) Ιστορίας Μέριμνα Τιμητικός τόμος στον καθηγητή ΓΕΩΡΓΙΟ Ν. ΛΕΟΝΤΣΙΝΗ
4) «Ψήγματα τοπικής Ιστορίας της Λευκάδας»: Ιωάννης Ζαμπέλης, Λευκάδα 2005.
5) Ευτυχία Δ. Λιάτσα: «Μέρες του 1743 όταν το θανατικό άραξε στη Λευκάδα». Επετηρίς τόμος ΙΒ’ (2009-2011) Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, Αθήνα 2013.

Προηγουμενο αρθρο
Χριστούγεννα αλλιώς
Επομενο αρθρο
Νότη Μπρανέλου: Χριστουγεννιάτικο -video

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.