HomeΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΛιτρουβειό

Λιτρουβειό

…Η μαγεία του ελαιώνα…

ελαιωνας

Γέρικες ελιές με κορμούς κουφαλιασμένους, παράξενες ζώσες οντότητες διαρκούς προσφοράς. Και τι δεν προσέφεραν: καταφύγιο στις ξαφνικές μπόρες, ίσκιο το καλοκαίρι, τη μουσική των φύλλων και το παιγνίδισμά τους στον άνεμο, κλαρί για τα ζώα, ξύλα για τη φωτιά, τη γαλήνη της παρουσίας τους και τη σιγουριά των καρπών τους.

Μαυρολογούσε ο κάμπος τον καιρό της συγκομιδής. Αντιλαλούσαν τα ραβδίσματα των τιναχτάδων κι ο τόπος γέμιζε από σκυμμένες γυναίκες, που μάζευαν ελιές από το πρώτο φως μέχρι το πρώτο σκοτάδι, με τις θεαματικά γρήγορες κινήσεις των βασανισμένων χεριών τους, σιωπηλές κι απόλυτα αφοσιωμένες στην ανεύρεση του καρπού, ανάμεσα στις δρακοντιές και την άγρια φτέρη. Το βράδυ γύριζαν σπίτι με δεμάτια κλαρί στο κεφάλι για τα ζώα τους.

7

Διασχίζαμε τον ελαιώνα, περνούσαμε το πηγάδι της Αγίας Αικατερίνης, όπου ο σίσκλος στο πέτρινο στεφάνι του ήταν πάντα στη διάθεση του διψασμένου διαβάτη, και κόβαμε από το ξωκκλήσι της Αγίας προς την κατεύθυνση του Αι-Γιάννη. Περνούσαμε έξω από το λιτρουβειό, ένα πέτρινο σκοτεινό κτήριο, που μύριζε μούργα από μακριά και αυτή την εποχή ήταν στις δόξες του. Άλογα, μουλάρια και γαϊδούρια, φορτωμένα με σακιά και κοφίνια γεμάτα ελιές, περίμεναν να ξεφορτώσουν. Ένα πλήθος ανθρώπων έμπαιναν κι έβγαιναν από τη θολωτή του πόρτα και οι φωνές τους, οι προσταγές στα ζώα τους, ανακατεμένες με τον ρυθμικό θόρυβο του πέτρινου τροχού που έλειωνε τις ελιές, δημιουργούσαν ατμόσφαιρα ξεσηκωμού.

1

Καθόμουνα στη ρίζα ενός γέρικου λιόδεντρου και μάζευα τις χαμάδες που έβρισκα, όσο εκείνη έκανε τις συμφωνίες της μέσα στο λιτρουβειό. Τα καντήλια του Αι-Γιάννη χρειάζονταν λάδι κι ο Άγιος δεν είχε παρά μια μοναδική ελιά. ‘Έπρεπε λοιπόν ολόκληρη η ποσότητα του λαδιού που θα έβγαινε από την ελιά αυτή, να δοθεί στο ναό.

Πάντα το αίτημά της γινόταν δεκτό και χαρούμενη ξεπρόβαλλε από την τοξωτή θύρα και συνεχίζαμε το δρόμο μας. Η συμφωνία μας ήταν πως μπορούσαμε να μαζεύουμε τις ελιές που βρίσκαμε πάνω στον δρόμο στη διάρκεια της διαδρομής μας, για να ενισχύσουμε έτσι την λαδιά μας. Ήταν παραπεταμένες και κανένας δεν θα τις μάζευε. Μέχρι να φτάσουμε, μαζεύαμε αρκετές.

DSCN2989

Η ελιά στην αυλή του κελλιού ήταν κατάφορη. Μεγάλες κατάμαυρες ελιές, με ασημένιες ανταύγειες, έτοιμες να μαζευτούν. Αφού προσκυνήσαμε και άναψε τα καντήλια, αρχίσαμε το μάζεμα της ελιάς. «Εγώ δε ωσεί ελαία κατάκαρπος εν τω οίκω του Θεού…», έλεγε και έκοβε μια-μια τις ελιές, αρχίζοντας από τα χαμηλά κλαδιά και κατεβάζοντας απαλά τα πιο ψηλά. Δικό μου χρέος ήταν να ξεδιαλέξω τις ελιές που είχαν πέσει χάμω.

clip_image002

Όταν τελείωσε το λιομάζωμα ξεχώρισε μια μικρή ποσότητα από τις πιο εύσαρκες ελιές, τις χάραξε με το σουγιαδάκι της και τις έβαλε στο νερό να ξεπικρίσουν. Ετοίμαζε τις ελιές της νηστείας. Σε λίγο έφτασε κι ο πατέρας μου, ο μονάκριβος γιος της, με το ποδήλατο του, για να κουβαλήσει τις ελιές στο λιτρουβειό. Μάνα και γιος κάθισαν αντικριστά στα ξύλινα σκαμνάκια κι έπιναν τον καφέ τους, καπνίζοντας το τσιγάρο τους κι ατενίζοντας το πέλαγος και «Ανάμεσό τους έλαμπε στενά συνδαυλισμένη η ολοζώντανη η φωτιά, σα μάνα αγαπημένη.. .», όπως έλεγε κι ο ποιητής που αγαπούσε. Οι φλόγες σιγομουρμούριζαν πράγματι στην εστία της και το κύμα σιγανάσαινε στην ακτή, ενώ στο Μοναστήρι της Φανερωμένης σήμαιναν τον εσπερινό.

Φορτώσαμε τα σακούλια στο ποδήλατο, η μητέρα σταύρωσε το γιο της και τον κατευόδευσε με τις ευχές του Αφέντη Αι-Γιάννη.

4Κατά το δειλινό της επόμενης, έφτασε το «νιό λαδάκι». Τα καντήλια φρεσκοπλυμένα και οι καντηλήθρες με καινούργια φυτίλια, περίμεναν σβηστά. Ο ναός είχε καθαριστεί από τα σφελλάγγια, τα σκαθάρια και τις σαρανταποδαρούσες, που με τις βροχές έβρισκαν εκεί καταφύγιο. Στην εστία της έβραζε μια γερή βρασά ραδίκια και στο τραπεζάκι ήταν σκεπασμένο το φρεσκοψημένο ζυμωτό ψωμί. Ακούσαμε το κουδούνισμα του ποδηλάτου και τρέξαμε στο ανηφορικό μονοπάτι με αλαλαγμούς χαράς.

Ξεφορτώσαμε το δοχείο, γέμισε το λαδερό του ναού και τροφοδότησε τα άδεια καντήλια…

Στο χαμηλό τραπεζάκι κόψαμε το φρέσκο ψωμί και δοκιμάσαμε το νιό λάδι. Ήταν πράσινο, πίκριζε και μύριζε πολύ δυνατά. Απλωμένο στο φρέσκο ψωμί και στα ραδίκια έδινε τη γεύση της ευτυχίας. «Όπου “ναι λάδι και ψωμί είναι Χριστός Ανέστη»…

Το κείμενο περιλαμβάνεται στο βιβλίο Κωνσταντίνας Γεωργακάκη – Βρεττού: «Σόρα Κάτε» εκδόσεις «Στοχαστής», 2007.

Προηγουμενο αρθρο
Κατεβαίνοντας από το Φρύνι
Επομενο αρθρο
Σαραντάρια και Χριστούγεννα στα Χωριά μας - Του Θοδωρή Γεωργάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.