HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΟ Κινηματογράφος στη Λευκάδα

Ο Κινηματογράφος στη Λευκάδα

Τον κινηματογράφο – τον έλεγαν συχνά γυναικούλες και παιδιά κινη­ματογράφο – τον έφερε στη Λευκάδα πριν από το 1924 ένας Πρεβεζάνος επιχειρηματίας που λεγόταν Καρτεζίνης.

Αυτός είχε αντιπρόσωπό του στη Λευκάδα έναν άλλο Πρεβεζάνο, το Θανάση Μπανό, στον οποίο έστελνε τις ταινίες που πρόβαλλε πρώτα στην Πρέβεζα. Για αίθουσα προβολής το χειμώνα είχε μια πρώην αποθήκη ξυλείας του Σπύρου Τζεβελέκη, που με­ταρρυθμισμένη αργότερα και μετά ανοικοδομημένη έγινε η αίθουσα του κινηματογράφου «Πάνθεον» στο τρίτο από τα δεξιά στενό μετά την κε­ντρική πλατεία προς παραλία. Το καλοκαίρι χρησιμοποιούνταν ένα καφενεδάκι, που βρισκόταν στη Β.Δ. γωνία της πλατείας λιμένος…»*

«Ως γνωστόν η Χώρα είχε μέχρι πρότινος τέσσερις συνολικά κινηματογράφους, εκ των οποίων οι δυο πραγματοποιούσαν μόνον θερινές προβολές, ενώ οι άλλοι δυο είχαν την δυνατότητα να διαθέτουν και χειμερινή αίθουσα. Κατ’ αλφαβητική σειρά, υπήρχαν ο «Απόλλων», το «Σινέ Ελένη» (το νεότερο), το «Πάνθεον» και ο «Φοίνιξ». Εξ αυτών ο «Απόλλων» και το «Πάνθεον» διέθεταν χώρους για χειμερινές και θερινές προβολές, ενώ οι δυο άλλοι, όπως προαναφέρθηκε, είχαν μόνον αίθριους χώρους.

Από τους δυο πρώτους ο μεν «Απόλλων», ο οποίος έχει εξαγορασθεί από δεκαετίας και πλέον από τον Δήμο Λευκάδας, είχε τη χειμερινή του αίθουσα εκεί που στεγάζεται σήμερα η Κινηματογραφική Λέσχη του Ορφέα το δε «Πάνθεον» απέναντι από την Κάτω Βρύση, ανάμεσα στις σημερινούς οδούς Δημητρίου Σταμπόγλη και Ιωάννη Σταματέλου με είσοδο από την πρώτη. Το αίθριον των θερινών προβολών τους βρισκόταν σε άλλη θέση: Του μεν Απόλλωνα σ’ έναν τεράστιο και μακρόστενο οπισθαύλιο χώρο, όπου σήμερα η πανσιόν «Πυροφάνι», του δε «Πάνθεον» στον οπισθαύλιο χώρο, όπου σήμερα το ξενοδοχείο «Λευκάς»…

Η αίθουσα του Απόλλωνα στην δεκαετία του 1980

Η είσοδος, λοιπόν του κινηματογράφου, αντιστοιχούσε στην μπούκα ενός ιδιωτικού μικρο-καντουνιού, διακοσμημένη με πράσινο καφασωτό και η επωνυμία «Απόλλων» φωτίζονταν από λάμπες φθορίου. Το ταμείο βρίσκονταν στο τέρμα του καντουνιού αυτού, λίγα δε μέτρα πιο μέσα και κατόπιν εκτείνονταν το αίθριο και προς τις δυο κατευθύνσεις, δεξιά και αριστερά, καθώς η είσοδος σε οδηγούσε στο μέσον του αίθριου. Η οθόνη έπιανε όλο το πλάτος του χώρου, αφήνοντας μια στενότατη δίοδο, και ήταν στραμμένη κατά την παραλία, δηλαδή οι θεατές έβλεπαν προς το Κάστρο. Απαραίτητη θέση δίπλα στο ταμείο, είχε προβλεφθεί και για τον εντεταλμένο περί φορολογήσεως των δημοσίων θεαμάτων υπάλληλο της Εφορίας, ο οποίος μεριμνούσε για τη σίτιση του κρατικού θηρίου.

Ομιλία του Πανταζή Κοντομίχη στο Πάνθεον

Η ίδια περίπου εικόνα ίσχυε και για το «Πάνθεον», του οποίου η είσοδος βρίσκονταν επί της οδού Πέτρου Φίλιππα-Πανάγου, δηλαδή στον πίσω δρόμο του Μποσκέττου και μάλιστα δίπλα από το μακρόστενο κτήριο, που στέγαζε το μαρμαράδικο του Γιώργου Τσουρέλη και παλαιότερα τα γραφεία μιας ακτοπλοϊκής εταιρίας. Η είσοδος σχημάτιζε έναν προθάλαμο και κατόπιν γωνιωδώς οδηγούσε προς το αίθριο, αποκρύβοντας κατ’ αυτόν το τρόπο την οθόνη από τον δρόμο.

Ο «Φοίνιξ» άρχισε τη λειτουργία του κατά τα μισά της δεκαετίας του 1960 και προ των «εμβατηρίων». Στην ανατολική παραλία τότε επικρατούσε ερημιά κατά τη διάρκεια της νύχτας και η λειτουργία του κινηματογράφου έδωσε όντως ζωή, έστω και κατά την θερινή περίοδο μόνο…  

Μπροστά από τον Φοίνικα 1970

Τέλος, το «Σινέ Ελένη», που λειτουργούσε  μέχρι και πριν από λίγα χρόνια, βρίσκονταν πίσω από τις κερκίδες του γηπέδου και είχε είσοδο από τον δρόμο της Κουζούντελης. Στη θέση του αίθριου, πριν κάμποσες δεκαετίες, υπήρχε το εξοχικό καφενείο του Φατούρου.

Σινέ Ελένη

Όλες οι παραπάνω επιχειρήσεις ήταν οικογενειακού χαρακτήρα, εκ των οποίων μόνον το «Σινέ Ελένη» ανήκε σ’ έναν ιδιοκτήτη, ενώ οι υπόλοιπες αποτελούσαν συνιδιοκτησία μεταξύ αδελφών (ο Απόλλωνας  και ο Φοίνικας) και πατρός-υιών (το Πάνθεον).

Παλαιότερα, σύμφωνα με όσα έχουν καταγραφεί στη μνήμη μας, τον χειρισμό των μηχανών προβολής επιμελούνταν ειδικοί υπάλληλοι, εκ των οποίων γνωστοί απόμειναν ο Σωτήρης Παρίσης ή Πάπιος και ο Παναγιώτης Περδικάρης ή Ντεκλάνης. Όταν αυτοί οι δύο αποσύρθηκαν, και στο Πάνθεον και στον Απόλωνα τον χειρισμό της μηχανής προβολής ανέλαβε ένας από τους ιδιοκτήτες. Μεταγενέστερα, τον χειρισμό ανέλαβαν οι πασίγνωστοι Καβλέτζος, κατά κόσμον Γιώργος Γουρζής (στο Πάνθεον) και Μυτόνας, κατά κόσμον Πάνος Κουτσαύτης (στον Απόλωνα). Εκτός όμως απ’ αυτούς υπήρχαν και οι μικροβοηθοί, οι οποίοι είχαν επιφορτισθεί με τον καθημερινό καθαρισμό των αιθουσών ή των αιθρίων, τη στοίχιση των καθισμάτων, την παραλαβή και παράδοση των μπομπίνων-ταινιών από και προς το πλοίο, τη μεταφορά των ταμπλώ με τις φωτογραφίες του έργου στα καθορισμένα σημεία του παζαριού, καθώς επίσης και την πώληση ξηρών καρπών στα διαλείμματα.

Ένας εξ αυτών ήταν και ο πανύψηλος και αδύνατος τότε (λες κι έτρωγε «τα φ’τίλια τ’ Άη Γιαννιού») Χρήστος Φέξης. Αρκετά χρόνια αργότερα στο «πόδι» του Χρήστου πήγε ο συμπαθής Γιάννης Παπουτσόπουλος, τον οποίο μάλιστα αποκαλούσαν με το όνομα του πατέρα του, γνωστός ως Σπυρομίλιος και κατά την τοπική προφορά Σπρομίλιος. Και οι δύο στον Απόλλωνα. Στο Πάνθεον αυτή τη δουλειά έκανε ο… Κοντοπρίας.

Η διαφήμιση του υπό προβολήν έργου είχε και αυτή την ιδιαιτερότητά της. Έτσι, στον προθάλαμο των χειμερινών αιθουσών υπήρχαν φωτογραφίες από σκηνές ταινιών, οι οποίες θα παίζονταν προσεχώς, ενώ στις εισόδους των θερινών αιθρίων, υπήρχε επί πλέον και το κινητό ταμπλώ με ενημερωτικό υλικό (φωτογραφίες, τίτλος του έργου) για την ταινία της βραδυάς.

Σκίτσο Νίκου Βαγενά

Το κινητό ταμπλώ ήτο μια «δίποδη» επιφάνεια, η οποία από τη μέση και κάτω καλύπτονταν με λευκό χαρτί του μέτρου, πάνω στο οποίο αναγράφονταν ο τίτλος του έργου συνοδευόμενος από πομπώδεις χαρακτηρισμούς, όπως λ.χ. «η ταινία του αιώνος» ή «ο κολοσσός των κολοσσών» και μάλιστα, εάν όντως το έργο ήταν αξιόλογο, την επομένη μέρα, πάνω σε μια επιπρόσθετη λωρίδα χαρτιού, επικολλούσαν τη φράση: «Ρωτήστε όσους το είδαν». Ο τίτλος αναγράφονταν πηχυαίος, έγχρωμος, ενίοτε δε και με φωτοσκίαση άλλου χρώματος, ενώ οι συνοδεύοντες αυτόν χαρακτηρισμοί με χρωματισμούς διαφορετικούς από του τίτλου με κυρίαρχο, πάντα σχεδόν, το μαύρο. Την αναγραφή των ταμπλώ, αναλάμβαναν οι ιδιοκτήτες. Ειδικότερα, τα  ταμπλώ του Πάνθεον επιμελούνταν ο Χάρης Γιαννουλάτος, του Απόλλωνα ο Γιώργος Σκληρός και του Φοίνικα ο Πάνος Τσιρίμπασης. Ο ιδιοκτήτης του Σινέ Ελένη δεν φιλοτεχνούσε παρόμοια ταμπλώ και αρκούνταν στις φωτογραφίες.

Το ταμπλώ από τη μέση και πάνω έφερε, στερεωμένες με πινέζες, φωτογραφίες επιλεγμένων σκηνών της ταινίας, οι οποίες στις τέσσερις γωνίες ήταν χιλιοτρυπημένες, από την «λιτανεία» τους ανά το πανελλήνιον, ενώ στην κορυφή σε μόνιμη βάση αναγράφονταν η επωνυμία του κινηματογράφου. Επί πλέον το όλο σύνολο, αναλόγως της υποθέσεως του έργου, χαρακτηρίζονταν «Κατάλληλον», ή «Ακατάλληλον» και σπανίως «Αυστηρώς Ακατάλληλον», φέροντας προς τούτο την ειδική έγγραφη σήμανση.

Από το 1960 αλλά και πιο πριν υπήρχε και η λεγόμενη «Μαθητική», δηλαδή η προβολή ταινιών, που απευθύνονταν στα Σχολεία γενικώς, η οποία πραγματοποιούνταν Σάββατο απόγευμα και είχε συνήθως ως  θέμα την περιπέτεια (Ταρζάν, Ιβανόης, Ρομπέν των Δασών κ.ά.) ή το γέλιο (Σαρλώ, Χονδρός-Λιγνός) κ.ά. Το εισιτήριο της «Μαθητικής» το 1960-61 ήταν 2 δραχμές που το ακουμπούσαμε στην ανοιχτή παλάμη του Τσιρίμπαση στο «Πάνθεον», καθώς υπήρχε εξαίρεση και δεν εισπράττοταν ο φόρος δημοσιών θεαμάτων και ως εκ τούτου δεν μας έκοβε εισιτήριο. Η κάθε ταινία προβάλλονταν για δυο μέρες και είχε δυο προβολές την ίδια βραδυά. Αργότερα, καθιερώθηκε η προβολή δυο ταινιών μόνον την Κυριακή, από μία φορά η κάθε μια, από κείνες που είχαν προβληθεί κατά τη διάρκεια της εβδομάδας. Συνολικά, ο κάθε κινηματογράφος έπαιζε 3 ταινίες την εβδομάδα, εκ των οποίων η μία , που παίζονταν την Τετάρτη, ήταν σε ελληνική…

Οι νέες εξελίξεις ανά την επικράτεια επέφεραν οικονομικο-κοινωνικές αλλαγές και έτσι, λίγο πριν ή λίγο μετά το 1980, τα αίθρια των κινηματογράφων έκλεισαν. Έτσι, οι διάφορες επεμβάσεις στον ανατολικό παραλιακό τομέα της Χώρας υποχρέωσαν τους ιδιοκτήτες του Φοίνικα να διακόψουν τη λειτουργία του, αφού ήταν πλέον δύσκολο να εξευρεθεί ανάλογος χώρος στον πολεοδομικό ιστό της πόλης, ενώ η οικοδόμηση των αιθρίων του Απόλλωνα και του Πάνθεον υποχρέωσαν τους ιδιοκτήτες του πρώτου να αναζητήσουν νέο χώρο, τον οποίο και τελικά βρήκαν στο κατεδαφισμένο κτήριο του Γιαμαλάκη δίπλα από το καφενείο του Κορότου. Ο ιδιοκτήτης του Πάνθεον ομοίως διέκοψε τη θερινή λειτουργία του λόγω της επικείμενης ανέγερσης του ξενοδοχείου «Λευκάς». Εν τούτοις, οι ιδιοκτήτες και των δυο κινηματογράφων διατήρησαν τις χειμερινές αίθουσες, εκ των οποίων η μεν του Απόλλωνα λειτουργεί πλέον ως Κινηματογραφική Λέσχη, όπως προαναφέρθηκε, ενώ η αντίστοιχη του Πάνθεον υπολειτουργούσε έως τα μισά της δεκαετίας του 1990, χρησιμοποιούμενη ως αίθουσα ομιλιών, παιδικών χορών και ελάχιστων προβολών, υπό την διεύθυνση, επ’ ενοικίω, του δαιμονίου Καβλέτζου.

Βέβαια κατά το παρελθόν η χειμερινή αίθουσα του Πάνθεον γνώριζε μεγάλες δόξες, είτε μέσα από τις καρναβαλικές χοροεσπερίδες είτε μέσα από διάφορα φιλολογικά πρωϊνά και ομιλίες, εκ των οποίων ξεχώριζαν οι ανεπανάληπτες του Κώστα ντε Βαλαμόντε, κατά κόσμον «Κοκονιόρου», με θέματα…ιατροφιλοσοφικού περιεχομένου! Φυσικά, δεν έλειπαν οι χορωδίες και οι θεατρικές παραστάσεις με συμμετέχοντας τους δίδυμους αδελφούς Κοτσόλου, τους Πύλο-Νιόνο, σε προεξάρχοντες ρόλους εκτός σεναρίου!

Η οικοδόμηση του, επ’ ενοικίω, αιθρίου του Απόλλωνα, οδήγησε και στην αντίστοιχη διακοπή της λειτουργίας του ως θερινού σινεμά οριστικά πλέον και απόμεινε μόνον η χειμερινή αίθουσα, η οποία λειτουργούσε ως επιχείρηση, έως και πριν από λίγα χρόνια, όσο ήσαν εν ζωή οι αδελφοί Σκληρού Σπύρος και Γιώργος.

 Ο τελευταίος αυτός χειμερινός κινηματογράφος, λίγο πριν περιέλθει στον Δήμο Λευκάδος, σημαδεύτηκε από τις παρουσίες του Ανδρέα Ντούσκα ή Όπερα και του Πάνου Κουτσαύτη ή Μυτόνα, οι οποίοι, σε ανταπόδοση των υπηρεσιών που παρείχαν, είχαν ελεύθερη είσοδο στις προβολές. Ο μεν πρώτος, μετέφερε τα ταμπλώ με το καροτσίνι, κάθε φορά που άλλαζε το έργο ο δε δεύτερος εξασκούσε χρέη μηχανικού προβολής. Πέραν όμως αυτών, κι άλλες «προσωπικότητες» είχαν χαρακτηρισθεί ως κινηματογραφόφιλοι (ελληνιστί: σινεφίλ!), οι οποίες δεν έχαναν πρεμιέρα για πρεμιέρα και μάλιστα δεν δίσταζαν να εκδηλώνουν τον ενθουσιασμό τους από τη γαλαρία, ή να παραπονεθούν φεύγοντας στο γκισέ για την ποιότητα ή το πετσόκομμα του έργου από την επιτροπή λογοκρισίας.

Έτσι στην πρώτη περίπτωση, για παράδειγμα, ο Νιόνιος Κοτσώλος χαλούσε τον κόσμο με επιφωνήματα ενθουσιασμού από την πλοκή του έργου ή από τις παραινέσεις του προς τον πρωταγωνιστή. Στη δεύτερη περίπτωση έχομε τον Φ’λίππο τον Γυαλάκια (λόγω των μαύρων γυαλιών που φορούσε εσαεί, τα οποία έρχονταν σε αντίθεση με το κατσαρομάλλικο κεφαλάκι του και το μικροσκοπικό του μπόϊ, Α! και τα λουστρίνια παπούτσια του), ο οποίος διαμαρτύρονταν προς τον Σπύρο Σκληρό ότι, αφού δεν είδε τις σκηνές που έδειχναν οι φωτογραφίες, άρα παίχτηκε άλλη ταινία! Όταν την άλλη μέρα διηγούνταν το περιστατικό στους φίλους του, με εκείνη την χαμηλόφωνη δίσλεκτη προφορά που είχε, και τον ρώτησαν τί του απάντησε ο Σπύρος, είπε: «’Μένα ούπε τούτο είναι!», δηλαδή «εμένα μου είπε τούτο είναι!»….

Σήμερα τα πάντα έχουν αλλοιωθεί. Ο πάλαι ποτέ κινηματογράφος έγινε της μόδας μόνο και μόνο για να προβάλλονται ταινίες πολυδιαφημιζόμενες και αξίας πολλών εκατομμυρίων, ενώ την ψυχαγωγία της οικογενείας και των λεγομένων λαϊκών στρωμάτων, έχουν αναλάβει οι λεγόμενοι καναλάρχες, οι οποίοι έχουν σχέση με το θέαμα, όσο έχει σχέση η σαλαμούρα με το ρετσινόλαδο!»**

* Πάνος Ροντογιάννης

**  Νίκος Βαγενάς: «Πάτρια Ίχνη – Ψηφίδες από τη Λευκάδα του χτες», εκδόσεις Fagotto books, 2014

Προηγουμενο αρθρο
Λιμεναρχείο Λευκάδας: ανακοίνωση – πρόγνωση καιρικών φαινομένων
Επομενο αρθρο
PITSOS: Κλείνει το ιστορικό εργοστάσιο στου Ρέντη και πάει στην Τουρκία

2 Σχόλια

  1. Κωστής Ι. Μήτσιος
    16 Οκτωβρίου 2020 at 12:51 — Απάντηση

    Την εποχή που ήρθε η ταινία Εμμανουέλα στα Αθηναϊκά σινεμά γινόταν ο κακός χαμός !! Soft porno προχωρημένο βλέπεις… Μετά από αρκετό διάστημα συνήθως το επόμενο έτος για λόγους κόστους (είναι αβάσταχτο το κόστος, που έλεγε ο Πίπης στον παππού μου για τις καλές ταινίες !!!), ήρθε και στη Λευκάδα. Φυσικά όσοι ανεβοκατέβαιναν στην Αθήνα την είχανε δει και με τον ερχομό τους στην Λευκάδα την περιέγραφαν σε όλους !!! Όταν ήρθε λοιπόν στην Λευκάδα ένα καλοκαίρι περί το 1980-82, παιζόταν στον Απόλλωνα.

    Στο μπαλκόνι λοιπόν απέναντι από το σινεμά ένα ζευγάρι αγαπημένο μου, έβλεπε την ταινία !!! Τα σπίτια με θεά σινεμά, ήταν προνομιούχα θυμίζω !! Ο άντρας όμως κάποια στιγμή έφυγε από το μπαλκόνι διότι αισθανόταν άσχημα επειδή ήταν ορατοί ! Ξάφνου, ακούγεται η χαρακτηριστική της φωνή: «χάνεις το καλύτερο» !!

    Αφιερωμένο στην μνήμη τους !!

  2. Αναγνώστρια
    15 Οκτωβρίου 2020 at 00:44 — Απάντηση

    Πολύ ωραία όλα αυτά και μπράβο σας… Ομως, σήμερα είναι απαράδεκτο,σε ένα μέρος όπως η Λευκάδα (ολόκληρη πρωτεύουσα νομού,,,), να μήν υπάρχει κινηματογραφική αίθουσα ούτε για δείγμα, Τα “θρυλικά” ονόματα Απόλλων και Πάνθεον, θα έπρεπε, τουλάχιστον για την διατήρηση της ιστορικής μνήμης, να μή χαθούν,,, Ας μή ξεχνάμε ότι οι εν λόγω αίθουσες δεν φιλοξενούσαν μόνο προβολές αλλά και κάθε είδους εκδηλώσεις,, Δεν ξέρω αν σήμερα υπάρχει ανάλογος χώρος για θεατρικές παραστάσεις τον χειμώνα…

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.