HomeΕΠΙ ΠΑΝΤΟΣ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥΟ Λευτέρης – Του Δημήτρη Ε. Σολδάτου

Ο Λευτέρης – Του Δημήτρη Ε. Σολδάτου

Ήρθε στο σπίτι γατάκι μαύρο, με μια άσπρη τούφα στον λαιμό. Άπιαστο σαν σαΐτα. Του έβαζα το γαλατάκι του σ’ ένα κιούπι κι έρχονταν όταν απομακρυνόμουν. Ψόφαγα να το πιάσω. Τίποτα! Και με τον ίσκιο του τρόμαζε! Χανόταν σαν αερικό και με το διάνεμα να πλησιάσω!

Πέρασαν μήνες μέχρι να φτάσω σ’ ενός μέτρου απόσταση. Κοντά χρόνος μέχρι να το αγγίξω. Κάποτε μ’ άφηνε ενώ έτρωγε να το χαϊδεύω ανεπαίσθητα στο κεφαλάκι, μα όταν τέλειωνε το φαγητό του, φσσστ! Και μην το είδατε!

Κοντά στον δεύτερο χρόνο, μ’ εμπιστεύτηκε περισσότερο. Αν το κρατούσα σφιχτά, μπορούσα να του δείχνω μια βιαστική στοργή. Κι ύστερα ασφυκτιούσε και ξέφευγε. Αυτή του η τάση γι’ αδιαπραγμάτευτη ελευθερία, μ’ έκανε να τ’ ονομάσω Λευτέρη! Ήταν όμορφος σαν πούμα κι έκρυβε κάτω απ’ την φαινομενική αγριάδα του μιαν ευαισθησία απροσδιόριστη, μα τόσο χειροπιαστή όταν η αφή μου ηλεκτριζόταν απ’ την στιλπνή του γούνα!

Ήμουν τυχερός που τον συνάντησα, αλλά κι εκείνος δεν ήταν λιγότερο. Την Πρωτοχρονιά μάλιστα πέτυχε και το φλουρί, στο κομμάτι πίτα που του έδωσα! Συνήθιζα να κρατάω τα μπροστινά του πόδια και να πλησιάζω το πρόσωπό μου στην μουρίτσα του λέγοντας: «Αχ, πόσο τον αγαπώ, πόσο τον αγαπώ εγώ τον Λευτέρη!». Και τότε εκείνος σταματούσε να στριφογυρίζει, προσπαθώντας να ξεφύγει, και με κοίταζε στα μάτια με μια κάποια έκπληξη, αναμιγμένη με αδιόρατη ηδονή! Κάποια μέρα, πιστεύοντας πως γίναμε πλέον φίλοι και πως η παραμικρή δυσπιστία δεν χωρούσε ανάμεσά μας, κόλλησα το πρόσωπό μου στην μυτούλα του κι επανέλαβα τις τρυφερές λέξεις που συνήθιζα, αφήνοντας για πρώτη φορά ελεύθερα τα μπροστινά του πόδια. Τότε μια τσουχτερή αστραπή μυρμήγκιασε το μέτωπό μου κι ο κόσμος έγινε ξάφνου κατακόκκινος απ’ το αίμα που έπνιξε τα μάτια μου απ’ την νυχιά του Λευτέρη!

Τον πέταξα κάτω κι έτρεξα στον καθρέφτη. Όλο το φρύδι μου πεσμένο και το αίμα ποτάμι στον νιπτήρα. Πετάχτηκα έξω. Ο Λευτέρης αμέριμνος τρίφτηκε στα πόδια μου. Με μια τρομερή κλωτσιά, με όση δύναμη είχα, τον πέταξα πέντε μέτρα ψηλά! Ούτε ξέρω πού προσγειώθηκε, μόνον νομίζω πως άκουσα τα κόκαλά του να τρίζουν κι έναν υπόκωφο γδούπο εκεί που έπεσε.

001. ΛΕΥΤΕΡΗΣΤέσσερα ράμματα μου έβαλαν στο νοσοκομείο. Είχα Άγιο! Λίγο πιο κάτω αν έτρωγα την νυχιά, το μάτι μου θα έμενε καρφωμένο στα νύχια του Λευτέρη! Ο θυμός μου κράτησε μέρες. Αν παρουσιαζόταν μπροστά μου, θα τον σκότωνα επιτόπου! Ένιωθα προδομένος. Αργότερα με πνίξανε οι τύψεις. Τον έψαξα παντού! Δεν τον βρήκα πουθενά! Κάποια φορά τον πήρε το μάτι μου στο απέναντι χωράφι. Τον μαύλισα, του μίλησα τρυφερά, τίποτα! Τον κυνήγησα να τον πιάσω και κρύφτηκε σε μια κουφάλα ελιάς. Εκεί, μέσ’ απ’ την κουφάλα, στο μισοσκόταδο με κοίταγε τρομαγμένος και δεν έβγαζε μιλά. Μαλάκωσα, του ψιθύρισα τ’ αγαπημένα του λόγια, του ζήτησα συγγνώμη, τον ικέτευσα να βγει – μάταια! Του έβαλα φαγητό έξω απ’ την κουφάλα κι απομακρύνθηκα. Δεν βγήκε! Την άλλη μέρα το φαγητό ήταν άθικτο, δεν καταδέχτηκε! Πέρασαν πάνω από έξι μήνες – δεν τον ξανάδα!

Ένα βράδυ, γύρισα με το αυτοκίνητο σπίτι. Πάρκαρα και βγήκα. Και ξαφνικά, ένα μαύρο κουβάρι τυλίχτηκε στα πόδια μου κλαψουρίζοντας ικετευτικά! Έσκυψα, και τι να δω: ήταν ο Λευτέρης! Καχεκτικός, αδυνατισμένος, σκιά του παλαιού εαυτού του. Γονάτισα και τον αγκάλιασα χωρίς να του κρατήσω τα πόδια. Τον φιλούσα στο βρόμικο τρίχωμα και στην γδαρμένη μυτούλα του, ψιθυρίζοντάς του ό,τι πιο τρυφερό μπορούν να ψιθυρίσουν ανθρώπινα χείλια σε μια γάτα!

Τον πήγα σπίτι αγκαλιά και τον τάισα γαλατάκι, όπως την πρώτη φορά που τον συνάντησα. Το έπινε χωρίς όρεξη, λες κι ήθελε απλώς να μην με δυσαρεστήσει. Κι εγώ ξαπλωμένος κάτω, στο ύψος των ματιών του, έκλαιγα από χαρά κι από τύψεις και του ορκιζόμουν πως ποτέ μα ποτέ δεν πρόκειται να τον ξαναχτυπήσω, ακόμα κι αν εκείνη την στιγμή μου έχυνε και τα δυο μου μάτια στο χώμα!

Ο Λευτέρης έγλειψε και την τελευταία σταγόνα χωρίς όρεξη και τρίφτηκε κλαψουρίζοντας ακόμα μια φορά στα πόδια μου. Ύστερα, σαν κάπου να είχε να πάει κι άργησε, χάθηκε στο σκοτάδι. Την άλλη μέρα, στο δίπλα χωράφι, τον βρήκαν οι γειτόνοι κοκαλωμένο. Δίχως αίματα, δίχως πληγές, δίχως κανείς να ξέρει την αιτία, ο Λευτέρης πέθανε! Λες και το ήξερε κι ήρθε το βράδυ που πέρασε να μ’ αποχαιρετήσει.

line1

Για να τιμήσω την ζωούλα του, αλλά και για να βρω έναν τρόπο να εξιλεωθώ για το ασυγχώρητο παράπτωμά μου, χρησιμοποίησα την φωτογραφία του Λευτέρη στο ποίημα «Ο Καψάλης» του «Καφέ Ρετρό» (σελ.: 48 της δεύτερης έκδοσης, Βιβλιοπωλείον Τσιρίμπαση, 2014) μιας και ταίριαζε η περιγραφή του με το γατάκι του ποιήματος. Από τώρα και στο εξής, καλέ μου φίλε, στην χάρτινη ζωή μας, δεν θα χωρίσουμε ποτέ!

Δημήτρης Ε. Σολδάτος

Προηγουμενο αρθρο
Κυκλοφόρησε το νέο φύλλο της εφημερίδας «Αντίλαλοι από τους Σκάρους»
Επομενο αρθρο
Σεβαστάκης: «Ο πεζός που κατέβρεξα με το αυτοκίνητο δεν ψήφιζε ΣΥΡΙΖΑ, άρα δεν πειράζει»

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.