HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΠως γίνεται ο σεισμός στον Βόλο … Μαρίκα;

Πως γίνεται ο σεισμός στον Βόλο … Μαρίκα;

Γράφει ο Θοδωρής Γεωργάκης

Πουθενά, σ’ όποιον τόπο κι αν ταξίδεψα, δεν συνάντησα τέτοια ακριβοδίκαιη αρμονία! Ο ήλιος με τους ίσκιους, η πέτρα με το χώμα, τα μικρά με τα μεγάλα, η λύπη με την παρηγόρια, η λαχτάρα με τα φτερά, οι κάτασπρες μικρές αυλές με τα κοριτσίστικα χαμογέλια, το κάλλος με την αρχιπεύτρα άνοιξη! Το μικρό μου χωριό! Μια ανεπαίσθητη, απειροελάχιστη κουκίδα στου σύμπαντου το είναι, μα, ένας μικρός κόκκος, ένας χιονάτος χαλαζίας αλατιού, που άρτυσε με ότι πιο νόστιμο υλικό τις ζωές μας! Ένα μικρό «Ιδαίον Άντρο», που στα βάθη του κρύψαμε τις παιδικές μας ευτυχίες, μακριά απ’ τον παιδοχάφτη…Χρόνο! Και στον περίβολό του οι Κουρήτες, σ’ ένα μεθυστικό χορό της μνήμης, κάθε φορά, σήμερα, περαματάρηδες παρηγορητικοί στο νου, σ’ ότι μας πληγώνει, σ’ ότι θεωρούμε απάνεμο λιμάνι, μέσα στη δίνη για τις βιωτικές μέριμνες, για το αχαλίνωτο κυνήγι του ευδαιμονσμού.

Σ’ όποια γωνιά του, σ’ όποιο λιθόστρωτο, σ’ όποιο καντούνι, σ’ όποια αυλή κι αν σταθεί η μνήμη, νοερά τα βήματα γυρίζουν στους χρόνους του …μελιού! Ένα νέκταρ ατέλειωτου παιγνιδιού, μια ζωή, κι άλλη ζωή, στον μικρόκοσμο του σκλάβου, των βεργιών, του μπρίτσολα, της σκλίτζας-μίτζας, του κρυφτού, της άδολης αγάπης, του πρώτου εφηβικού έρωτα, των ολοπόρφυρων παιγνιδισμάτων της νιότης!

-Ε, παιδιά, θα παίξουμε τα «Μπαμπίνια»; Πόσες φορές παρακαλούσα την μάνα μου να με στείλει να αγοράσω απ’ το μπακαλικάκι, την σακκούλα με το «ΚΛΙΝ», και ας μην της ήταν απαραίτητο για την μπουγάδα, γιατί μέσα είχε τα ομοιώματα του Μίκυ Μάους, «Τα Μπαμπίνια μας», που παίζαμε ποιος θα συγκεντρώσει περισσότερα. Στημένα σε μια ευθεία και με μια ίσια πέτρα, το πετίνι, να ρίχνει από μακριά ο καθένας, πόσα θα συμπαρασύρει η πέτρα του. Και δώστου πάθος για τα Μπαμπίνια, και να οι φωνές και οι γκρίνιες, και να τα επινίκια για τους εύστοχους.

-Τώρα, άλλαζε το ρεπερτόριο του παιγνιδιού, θα παίξουμε τους παίχτες, άσπρα-κόκκινα! Εκείνα τα θαυμάσια μπισκότα «ΡΟΥΛΙΑ», με την γλύκα και την κρέμα, έκρυβαν μέσα τους έναν ανεκτίμητο παιδικό θησαυρό. Το ποδόσφαιρο! Αυτή τη μαγεία, που μας οδηγούσε σε αυτοσχέδιες μπάλλες, γεμίζοντας μια κάλτσα χούλα-χουπ της γριάς με άχυρα, ή δένοντας σε σχήμα μπάλλας άγριόχορτα, ή μέσα σε σακκούλες λεμονόκουπες, αρκεί να κλωτσούσαμε, να είχαμε αυτή την αίσθηση της υπεροχής στο γκόλ! Και εκείνα τα θαυμάσια μπισκότα με την μιά δραχμή, έκρυβαν μέσα τους, την μεγάλη μας παιδική φαντασίωση, έναν ποδοσφαιρόκοσμο ολόκληρο! Είχαν φωτογραφίες ποδοσφαιριστών, της ΑΕΚ , του Ολυμπιακού, του Παναθηναϊκού, του ΠΑΟΚ, του Άρη, του Εθνικού, του Παναιγιάλειου, του Βύζαντα, της Προοδευτικής και τόσων άλλων ομάδων! Ήταν οι ήρωες, που μας προσηλύτισαν από μικρή ηλικία.

Τι κι αν ο συρμός επέβαλε να γίνουν όλα τα παιδιά στο χωριό Παναθηναϊκοί και Ολυμπιακοί, εγώ, ήθελα, φαίνεται, να ξεχωρίζω, μόνος και μοναδικός στο χωριό, διάλεξα την ΑΕΚ! Και η πρώτη μου επιθυμία, σαν ήρθα στην Αθήνα δώδεκα χρονών, το Πάσχα του 1967, μια μέρα μετά το πραξικόπημα, που με …τρομοκράτησε, γιατί δεν ξέραμε αν θα κινηθούν τα λεωφορεία του ΚΤΕΛ, και χάσω το πρώτο μου ταξίδι στον μεγαλόκοσμο της πρωτεύουσας, το πρώτο που ζήτησα απ’ τον μπάρμπα μου τον Γιώργο, ήταν να με πάει στη Φιλαδέλφεια, στο γήπεδο της ΑΕΚ!

Και σαν τέλειωναν τούτα τα …ατέλειωτα παιγνίδια, η ιδέα που έπεφτε ήταν οι επιδρομές για σταφύλια, για βρακατσάνους, για απίδια, για σκάμνα. Αγναντεύαμε πάνω απ’ το χωριό, στην Μάγερα, τον μπάρμπα Αποστόλη τον Καρούσο, που είχε μια τεράστια απιδιά ονάδα και την φύλαγε, γιατί γέμιζε καλάθια και τα πουλούσε στην χώρα, ποια ώρα το μεσημέρι θα έφευγε, και τότε, … ποιο μονοπάτι, ποιος δρόμος και ποιο εμπόδιο θα μας σταματούσε, σαλτάγαμε τις λιθιές σαν ελάφια και σε χρόνο αναπνοής βρισκόμαστε κάτω απ΄την απιδιά, γεμίζαμε γρήγορα-γρήγορα τον κόρφο μας απίδια και χανόμαστε στην μαγεία τις, σκωτιασμένης, (καφέ και υπερώριμη σαν συκώτι), ονάδας! Να έπειτα τα σκάμνα, οι φράουλες της εποχής…

-Μαρέ ξεπατωμένα, που αντεβήκατε αυτού απάνου! Άμα πέσει κανένα σας, ούτε λιματίδι δε θα βρούμε από δαύτο!!! Mια τεράστια υπεραιωνόβια σκαμνιά, σαν πλάτανος, της θειά Βαγγελούλας του Κτσογιάννη, μπροστά στην αυλή της, με μαύρα σκάμνα, που ήταν το καλύτερό μας …επιδόρπιο! Τι κι αν η θειά Βαγγελούλα με την θειά Πενιώ, που κάθονταν στο πεζούλι και έγνεθαν με την ρόκα, μας παρακαλούσαν να μην ανεβούμε σ’ αυτόν τον γίγαντα… Ποιά ώρα βρισκόμαστε στην κορυφή, σαν αιλουροειδή, κανείς δεν καταλάβαινε! Και κείθε πάνω, τρώγοντας αχόρταγα τα σκάμνα κατωπτεύαμε και την περιοχή ολάκερη…

Και να, σε λίγο, στον δρόμο της Γκιόκας, που συνδέει το Πινακοχώρι με τα Λαζαράτα, εκεί στην στροφή, «Στις αμυγδαλιές του Ντούνκε», να σου και ξεπροβαίνει απ’ την στροφή ο αρκουδιάρης με την αρκούδα του! Ήρτε η αρκούδα! Ήρτε η αρκούδα! Σε ελάχιστα λεπτά είχαμε διαλαλήσει σ’ όλο το χωριό την άφιξη του αρκουδιάρη με την …Μαρίκα του. Η παράσταση στήνονταν μπροστά στο μαγαζάκι του μπάρμπα Φλίππου του Τσερεβέλα, με την τεράστια κληματαριά μπροστά! Ο αρκουδιάρης με το ντέφι και η Μαρίκα να χορεύει του καλού καιρού…Και ενδιάμεσα οι προσταγές-παντομίμες του αρκουδιάρη:
-Πως χτενίζεται στον καθρέφτη η Βουγιουκλάκη Μαρίκα; Έπαιρνε το καθρεφτάκι η Μαρίκα και προσποιούνταν πως χτενίζεται!
-Πως κοιμούνται τα κορίτσια με τον καλό τους Μαρίκα; Ξάπλωνε περιπαθώς η Μαρίκα και υποδύονταν την ερωτευμένη!
-Πως γίνεται ο σεισμός στον Βόλο Μαρίκα; Και τότε ποιός είδε την Μαρίκα και δεν την φοβήθηκε… Έπιανε την κολώνα της κληματαριάς και κόντευε να την σωριάσει ολόκληρη στο χώμα!

Και σαν τέλειωνε το κάθε νούμερό της η Μαρίκα την αντάμειβε με την καραμελίτσα. Τα παιδιά, και τρομάζαμε και θαυμάζαμε και η γυφτοπούλα να γυρνάει με το ντέφι, για δίσκο, όμοια με τους λατερνατζήδες, και να μαζεύει τις δεκάρες και τα πενηνταράκια…

Έπειτα η Μαρίκα με τον αρκουδιάρη έπαιρναν τη δημοσιά για την Καρυά. Μελίσσι πίσω τους τα παιδιά να την ξεπροβοδίζουμε μέχρι το Καρτέρι. Νωχελικά, μα αέρινα και λεύτερα, στο δικό τους απέραντο πράσινο μίλι της ζωής, ο αρκουδιάρης με την Μαρίκα του, διασκεδαστές μιας κοινωνίας, που γνώριζε να τέρπεται με τα μικρά, τα ανεπιτήδευτα, τα γνήσια, τα αμόλευτα της φυλής. Ένα μικρό άνοιγμα στον τίμιο αγώνα της ξωμάχικης ζωής, ένα παράθυρο ανοιχτό σε λίγες σταγόνες ανεμελιάς, χώρια απ’ τον χρόνο και τις έγνοιες, μια στάση στο μονοπάτι που οδηγεί στον κήπο με τις λεύκες!

Παίξαμε, κυνηγήσαμε την ζωή και την προσπεράσαμε, με βήμα αλέστο και δίψα για προκοπή. Κάναμε, όπως λέει και ο ανεπανάληπτος Γιάννης Σκαρίμπας, τούμπες στο χορτάρι και στο χώμα.Παίξαμε…Παίξαμε…Παίξαμε… Ίσως το μοναδικό εφόδιο για την ψυχική γαλήνη και ισορροπία, γα την αδερφοσύνη και το μόνιασμα σε ομάδα, σε αδιάσπαστη φιλία, σ’ έναν κόσμο που ξαφνιάζεται, σήμερα, ακούγοντας το ρήμα της αλληλεγγύης, το «Αϊτέρνω», που όλο και ορθώνει της μονομέρειας τα τείχη, απροσπέλαστα στο δάκρυ του διπλανού και στην φωνή την ριμαγμένη…

Έλα ουρανέ, δάνεισέ μας και πάλι τα φτερά, εκείνα τα φτερά της νοερής επιδρομής στα χρόνια της αθωότητας, που πέρα και απ’ τα όνειρα γνωρίζουν να πετάνε…

Προηγουμενο αρθρο
Ένα συγκλονιστικό άρθρο από τον συγγραφέα της γάτας των Ιμαλαΐων
Επομενο αρθρο
Το Λευκαδίτικο παντοπωλείο που κάνει θραύση στη Νέα Υόρκη

3 Σχόλια

  1. Κώστας Σκλαβενίτης
    17 Φεβρουαρίου 2017 at 10:16 — Απάντηση

    Από τα ανέμελα και αθώα παιδικά μας χρόνια στο χωριό την δεκαετία του 60, θα περιγράψω μια μικρή ιστορία μ αυτά τα καταπληκτικά μπισκότα Ρούλια.
    Καθημερινά που πηγαίνανε στο Δημοτικό σχολείο ο Γιώργος(παρατσούκλι Τζαρας) έφερνε και έτρωγε στο διάλλειμα ένα μπισκότο Ρούλια κι αυτό διότι ο πατέρας του είχε μπακάλικο κι έτσι καθε πρωί φεύγοντας έπαιρνε ότι καλύτερο υπήρχε στο μαγαζί για τα παιδιά.
    Εγώ τότε απ το πρωί έως το μεσημέρι την έβγαζα με μια κουταλιά μουρουνέλαιο απ το σπίτι κι ενα τσάι που μας έφτιαχνε η Λούκενα στο σχολείο.
    Ο Γιώργος την συγκεκριμένη χρονιά που περιγράφω καθόταν ακριβώς μπροστά μου.
    Κάποια μέρα πρόσεξα πώς το μπισκότο περίσσευε εξω απ τη σακα του.
    Ο πειρασμός ανέβηκε στο ζενίθ,ειχα μπροστά μου να με προκαλεί, την καλύτερη λιχουδιά της εποχής!
    Ο δαίμων με κατέκτησε ελέω στέρησης και πείνας και έκλεψα απ τον χορτάτο Γιώργο το μπισκότο.
    Το έβαλα κρυφά στον κόρφο μου και ζήτησα απ την ξανθιά δασκάλα(Μπρούμενα) να πάω έξω.
    Πήρα την έγκριση και τρέχοντας κρύφτηκα στις τουαλέτες όπου απ τη βιασύνη μου πρέπει να έφαγα και το μισό χαρτί.
    Το τί επακολούθησε θα σας το περιγράψω με ένα μικρό αποσπασμα στίχων απο ένα αστείο ποιηματάκι που έχω γράψει για τα παιδικά μου χρόνια στο Δημοτικό.

    Του Τζάρα μια φορά
    του έκλεψα ενα μπισκότο
    κι όταν το αναζήτησε
    εγίνηκε μπουρλότο.

    Τρέχει αμέσως με κλάμα και θυμό
    και λέει στη όμορφη ξανθιά δασκάλα,
    “κυρία,κυρία το μπισκότο μου εφάγανε
    και έμεινα στο διάλλειμα μπουκάλα”.

    Τότε στη σειρά μας έβαλε
    όλους για να μας ψαξει
    κι όταν κατάλαβε πως ένας πειναλεος τόφαγε,ειπε
    “Γιώργο…μάλλον στο σπίτι σου τόχεις ξεχασει”!!!

  2. Θ. ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ
    17 Φεβρουαρίου 2017 at 00:09 — Απάντηση

    ΑΕΚΑΡΑ ο Σκευοφύλακας Κώστα!!!

  3. Κώστας Σκλαβενίτης
    16 Φεβρουαρίου 2017 at 17:32 — Απάντηση

    “Ο αγουροφάης κερδίζει”
    Απ ότι διάβασα Θοδωρή, τα φρούτα εκεί στα ορεινά τα τρώγατε κάπως ώριμα.
    Στο δικό μου χωριό δεν προλάβαιναν να ωριμάσουν.
    Τις ονάδες τις τρώγαμε άγουρες,που να προλάβουν να ωριμάσουν κι ηταν σκέτοι σκυλοπνίχτες, τα αμύγδαλα τα τρώγαμε πράσινα ως τσάγαλα, τα κορόμηλα ξινά και πονούσαν τα δόντια μας.
    Οτι έφαγα φρούτο ή καρπό πάντοτε άγουρο ήταν διότι η συμβουλή-παρότρυνση της μάννας ηταν πως “ο αγουροφάης κερδίζει”.
    Ακόμη κι όσα ελάχιστα πορτοκάλια, μανταρίνια ή κυδώνια(αλλοι σκυλοπνιχτες) κλέψαμε, άγουρα τα φάγαμε κι αυτά.
    Την εικόνα του σάπιου φρούτου δεν την έχω απ τα παιδικά μου χρόνια.
    Τρώγαμε τα πάντα κι απ την άγρια φύση όπως βατόμουρα,κούμαρα κ.α
    Μονο τους καρπούς απ τα πουρνάρια δεν τρώγαμε,ασκούσαμε τέχνη επάνω τους, τα κάναμε σφυρίχτρες.
    Για τα μπισκότα Ρούλια με το πλούσιο μπισκότο και την φανταστική κρέμα θυμάμαι απ τις ελάχιστες φορές που έφαγα, τις φωτογραφίες των ποδοσφαιριστών της εποχής.
    Ο Σκευοφύλαξ θυμάσαι σε ποιά ομάδα επαιζε;
    Τέλος μπράβο, το άρθρο μου θύμισε ωραία και απλά παιδικά χρόνια άσχετα από τις δυσκολίες που ειχαν και πάνω στον παιδικό μας ενθουσιασμό δεν το καταλαβαίναμε.
    Είχαμε “φτώχεια και καλή καρδιά” κι αυτό είναι κομμάτι της κληρονομιάς μας αναμφισβήτητα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.