HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΣάββατο του Λαζάρου παραμονή των Βαΐων…

Σάββατο του Λαζάρου παραμονή των Βαΐων…

Μια βόλτα στο παρελθόν με τον Πάνο Φέξη

Σάββατο του Λαζάρου παραμονή των Βαΐων, πλησίαζε μεσημέρι, ο κόσμος στο παζάρι έτρεχε να κάνει τα ψώνια του για το γιορτινό τραπέζι, όλοι αγόραζαν ψάρια, σαρακοστιανά και παστό μπακαλιάρο, όπως η παράδοση όριζε, στο γιορτινό τραπέζι η σκορδαλιά και ο μπακαλιάρος είχαν την πρώτη θέση.

Τα κρεοπωλεία δεν είχαν κρεμασμένα στα τσιγκέλια τους κρέατα, τα χατζάρια δεν έκοβαν ούτε ένα κιλό κρέας, μεγάλη αμαρτία να αρτύζετε κάποιος την σαρακοστή. Από την καθαρή δευτέρα μέχρι και το Πάσχα τα μαγαζιά αυτά σταματούσαν να δουλεύουν, οι χασάπηδες για σαράντα μέρες δεν δούλευαν.

Το μοναδικό που έκαναν ο χασάπηδες ήταν να πίνουν το καφεδάκι τους το πρωί και μετά χτυπούσαν κανένα ουζάκι τρώγοντας… -στο τζάμπα βέβαια- καποσάντες και χάβαρα με λεμόνι, μιας και οι ψαράδες που ήταν φίλοι τους τα πουλούσαν έξω από τα μαγαζιά τους και τα τύλιγαν με τα χασαπόχαρτα τους, έτσι περίμεναν τους πελάτες τους να παραγγείλουν ζωντανά αρνιά και κατσίκια για το Πάσχα, που θα σφάζονταν στα σπίτια τους το μεγάλο Σαββάτο από τους σφάχτες, όπως το έθιμο όριζε.

«Κάτσε κμπάρε να πιεις ένα ουζάκι και τ’ χρον’ νάσε καλά» καλούσαν τους περαστικούς υποψηφίους πελάτες τους στο τραπέζι τους και έτσι άρχιζαν το αλισβερίσι.

Τα γαλακτοπωλεία και αυτά με την σειρά τους δεν έφτιαχναν γιαούρτες και δεν πουλούσαν γάλα και τυρί κατά την διάρκεια της σαρακοστής

Τα μπακάλικα είχαν αραδιασμένα σε πρόχειρους ξύλινους πάγκους έξω στο πεζοδρόμιο όλα τα σαρακοστιανά τους καλούδια, στα μπακάλικα του μπάρμπα Θωμά του «Ιώβ» και του «Βασιλικιά».
Μπαστούνια χαλβάδες το ένα πάνω στο άλλο και δίπλα τους ένας ξύλινος τάκος με ένα τεράστιο μαχαίρι για να κόβουν και πιο δίπλα λαδόκολλες και παλιές εφημερίδες που τις αγόραζαν με το κιλό, για να τυλίξουν το «ψώνι».

«Όλυμπος» ήταν ο καλύτερος χαλβάς της εποχής … σκέτος με κακάο με σοκολάτα με φουντούκι και πιο ακριβός με αμύγδαλα. Κουτιά ανοιχτά με ταραμά και μέσα τους μια ξύλινη κουτάλα για να τον κενώνουν στο χαρτί, ντενεκέδες με πιπεριές στην αλμύρα, τουρσί και ελιές, θρούμπες, σπαστές, με αλάτι και ρίγανη και ελιές καλαμών.

Μανάβικα εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν πολλά, κάνα δυο ήταν και πουλούσαν λιγοστά πράγματα από το περιβόλι του μπάρμπα Βαγγελη του «καλόγερου»,της θεια Θελεσίας και του Μπέλα, τα λαχανικά και τα φρούτα έβγαιναν στην αγορά ακριβώς στην εποχή τους και έτσι οι περιβολαρεοι τα πουλούσαν μόνοι τους με τα φορτωμένα γαϊδούρια τους, στις γειτονιές της πόλης αλλά και στο παζάρι.

Από τα ξημερώματα οι πλανόδιοι μανάβηδες διαλαλούσαν με τις βροντερές τους φωνές τα εμπορεύματα τους.

Οι πιο δημοφιλείς ο μπάρμπα Θοδωρής ο Κατσινάς και ο μπάρμπα Κώστας αδέλφια. Ήταν περιβολαραιοι που ζούσαν και καλλιεργούσαν τα αγαθά τους στο Καλλιγονι. Αν και αδέλφια ήταν δυο χαρακτήρες εντελώς διαφορετικοί. Ο μπάρμπα Θοδωρής είχε μέτριο ανάστημα, φορούσε τραγιάσκα, είχε βραχνή φωνή και ένα τεράστιο μουστάκι στόλιζε το πρόσωπο του, πάντα το έστριβε με καμάρι όταν μιλούσε, ήταν πλακατζης και πάντα πετούσε πονηρές σπόντες για να γελάσουν, ήξερε όλα τα νιτερέσα από τις πελάτισσες του ήταν όμως πονόψυχος και χουβαρντάς, ειδικά στα πέζα, πάντα έκανε μόνος του σκόντο σε αυτούς που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα, πολλές φόρες τους τα χάριζε κιόλας…δεν βαριέσαι… έλεγε… υπάρχει και θεός.

Ο μπάρμπα Κώστας ήταν πανύψηλος, σοβαρός, μελιστάλαχτος και λιγάκι σφιχτός, είχε λίγες κουβέντες με τις πελάτισσες μιλούσε πάντα μαζί τους για την εκκλησία και τον θεό, ίσως γιατί ήταν «αριστερός» ψάλτης στην εκκλησία των αγίων Αναργύρων, είχε πολύ δυνατή φωνή και καμάρωνε για αυτή αν και ήταν λιγάκι φάλτσα, όταν όμως διαλαλούσε τα εμπορεύματα του ακουγόταν από την πάνω γειτονία, ίσως η μοναδική φωνή που σκέπαζε σε ένταση την φωνή του, ήταν η φωνή του γαιδάρου του, που μετέφερε τις τεράστιες βαριές κόφες και καλάθια με μεγάλη υπομονή ανταποκρινόμενος σε όλα τα παραγγέλματα του αφεντικού του, που τον τραβούσε συνέχεια με το σχοινί.

Αααααααααααααα που να σου’μπ ο διάολος μέσα σου προχ’ρει… έβριζε κάθε φορά που ο γάιδαρος σταματούσε στις λιθιές να τσιμπήσει κανα τρυφερό φυλλαράκι.

«Έλα, έλα έλα οι καλές πατάτες … νοικοκυρές τρέξτε προλάβετε καλές παλιές πατάτες για σκορδαλιά» φώναζε ο μπάρμπα Θοδωρής

Φώναζε και διαλαλούσε τις πατάτες γιατί η γιορτή του Ευαγγελισμού που είχε προηγηθεί είχε δημιουργήσει μεγάλο πρόβλημα στις νοικοκυρές, οι περιβολαρεοι είχαν φυτέψει τις πατάτες που είχαν φυλάξει για σπόρο στα χωράφια τους και οι λίγες που είχαν περισσέψει δεν έφταναν για όλους.

Για μα καλή Λευκαδίτικη σκορδαλιά όμως εκτός από τις καλές πατάτες χρειάζονταν, καλά σκόρδα και ξύδι.

«Έλα, έλα έλα τα καλά σκόρδα και το καλό ξύδι», φώναζε ο Κώστας από τα Πλατύστομα στο παζάρι και στις γειτονιές. Στον λαιμό του και στο ένα μπράτσο του είχε πλέχτρες με σκόρδα κρεμασμένες και στο άλλο του χέρι του μια μεγάλη νταμιτζάνα. Ήταν γυάλινη με πλεχτή ψάθα για προστασία, γεμάτη με ξύδι, ένα τσίγκινο καρτούτσο και μια μπίρια. Περνούσε όλες τις γειτονιές με τα πόδια φορτωμένος, ήταν περίπου καμία τριανταπενταριά χρονών, μέτριο ανάστημα, μαύρα κατσαρά μαλλιά, κολλημένα από την απλυσιά. Στο πρόσωπο του ο χρόνος είχε γράψει τα πάντα από την δύσκολη ζωή του, το βλέμμα του ήταν αστραπή αλλά αυτός το έπαιζε λιγάκι χαζούλης, ήταν πολύ φτωχός τα ρούχα του είχαν πολλά μπαλώματα και τα παπούτσια του τρύπια, όλη την μέρα γυρνούσε από πόρτα σε πόρτα και φώναζε στις γειτονιές με την παράξενη ψευδή φωνή του, «έχω καλά σκόρδα και καλό ξύδι». Οι νοικοκυρές έβγαιναν στο δρόμο για να αγοράσουν σκόρδα και ξύδι κρατώντας η κάθε μια και από ένα μπουκάλι γυάλινο.

«Να… το δοκιμάσω αν είναι καλό μαρέ»τον ρώτησε η θεια Γιάννα «ναι θειά να το δοκιμάσεις» είπε ο Κώστας και της έριξε λιγάκι στην χούφτα «μμμ ωραία μυρίζει μωρέ ξεπατωμένο» είπε η θειά Γιάννα και το έβαλε στο στόμα της «καλό είναι» και στράβωσε τα μούτρα της από την αψάδα. «Βαλε μου ένα καρτούτσο» του είπε δίνοντας του το μπουκάλι που είχε φέρει μαζί της για να της το γεμίσει.

Στις εκκλησιές της πόλης άνεμος δημιουργίας, γυναίκες και κορίτσια έφτιαχναν με μεράκι τα βάγια που θα μοίραζε ο παπάς στους ενορίτες στο τέλος της λειτουργίας. Οι δάφνες που είχε φέρει ο Νικολός από το κτήμα του Μαχαιρά, τα ανθισμένα φασκόμηλα και τα δενδρολίβανα σχημάτιζαν ένα βουνό στον κήπο της εκκλησίας του αγίου Νικολάου, η λεπτή μυρωδιά της δάφνης που αναμειγνύονταν με το δυνατό άρωμα του φασκόμηλου και του δενδρολίβανου αρωμάτιζε τον αέρα, μυρωδιά που είχε την δύναμη να μεταφέρει τον πρέπων σεβασμό και κατάνυξη σε όσους έφτιαχναν βάγια. Όλοι μιλούσαν χαμηλά και ευγενικά.

Λευκές καρδιές από φύλλα φοίνικα άνοιγε με προσοχή ο Σπύρος που ήταν ο νεωκόρος του αγίου Νικολάου. Η μάνα του η θεια Σταμάτα έκοβε δάφνες και δενδρολίβανα με μια ψαλίδα σε μικρά κομμάτια και η κυρά Πόπη έφτιαχνε ματσάκια το φασκόμηλο. Η κυρά Γεωργία η Σκιαδού επειδή είχε στην αγορά μαγαζί με κεριά, κορδέλες και ζαχαράτα και έφτιαχνε δάφνινα στεφάνια και δίσκους για μνημόσυνα και ο άνδρας της ο κυρ Μήτσος ήταν επίτροπος πολλά χρόνια στο άγιο Νικόλα, είχε την ευθύνη σαν πιο έμπειρη της δημιουργίας των βαγιών. «Έλα πάρτε τα χέρια σας» έλεγε με στόμφο σουφρώνοντας τα χείλη της και γουρλώνοντας τα γαλάζια μάτια της που φαίνονταν πιο μεγάλα πίσω από τα χοντρά τζάμια των γυαλιών της. «Έχουμε φτιάξει εκατό κομμάτια και χρειαζόμαστε αλλά τετρακόσια μην χασομεράτε».

Ήταν πολύ όμορφη εικόνα, οι μύτες από τα φύλλα του φοίνικα που είχαν ένα κίτρινο λαχανί χρώμα προεξείχαν πάνω από τις μεγάλες ψαράδικες κόφες, έμοιαζαν λες και ξεφύτρωναν μέσα σε ένα κήπο που είχε για χρώματα του το σκούρο πράσινο της δάφνης, το μωβ του φασκόμηλου και το ασημένιο του δενδρολίβανου, έτσι έμοιαζαν τα βάγια που μοσχοβολούσαν τοποθετημένα με τάξη το ένα διπλά στο άλλο δεμένα σε μάτσο σφιχτά με άσπρο σπάγκο. Μια, δυο, τρεις… δέκα μέτρησε η κυρά Γεωργία της κόφες η κάθε μια χωρούσε από πενήντα κομμάτια. «Και του χρόνου να ‘στε καλά», είπε στις κοπέλες ευχαριστώντας για τον κόπο που έκαναν.

Νταν, νταν, νταν, νταν χτυπούσαν η καμπάνες των εκκλησιών το πρωί στην πόλη τα Λευκάδας. «Θα αργήσουμε και δεν θα βρούμε στασίδι σήμερα στην εκκλησία και θα έχει πολύ κόσμο», είπε η κυρά Νιόνιο στην νύφη της που έφτιαχνε τα μαλλιά της στον καθρέφτη που ήταν κρεμασμένος στον τοίχο της τραπεζαρίας. «Μισό λεφτό ακόμα μάνα και φύγαμε, τελειώνω», είπε και κάρφωσε την τσατσάρα πάνω στο σκούβλο των ρούχων που ήταν στο τραπέζι κάτω από τον καθρέφτη. «Πάμε μαρή… και νύχτωσε» είπε η θειά Νιόνιο και βγήκε πρώτη την ξώπορτα του σπιτιού που περίμενε ο άντρας της ο μπάρμπα Γιώργος μαζί με τον γιο της τον Άγγελο και τα δυο εγγόνια της, στην γειτονία είχαν βάλει όλοι τα καθαρά τους για να πάνε στην εκκλησία. Μπροστά πήγαιναν τα πιτσιρίκια χέρι, χέρι και πίσω οι γονείς, χρόνια πολλά έλεγαν ο ένας στον άλλο οι γείτονας που συναντιόνταν πηγαίνοντας στην εκκλησία της ενορίας τους.

Όλες οι εκκλησιές ήταν κατάμεστες, μπροστά στο ιερό δίπλα στους ψάλτες ήταν οι άνδρες και τα αγόρια πίσω στα στασίδια και στον γυναικωνίτη οι γυναίκες και τα κορίτσια.

Δη ευχών των αγίων… αμήν … χρόνια σας πολλά και του χρόνου, είπε ο παπάς και άρχιζε να μοιράζει μπροστά στην ωραία πύλη αντίδωρο και βάγια, σε λίγο όλοι οι δρόμοι στην πόλη ήταν γεμάτοι από κόσμο που κρατούσε βάγια. Οι ευχές έδιναν και έπαιρναν, τα πιτσιρίκια ξετίμωναν τα βάγια και παραπερνούσαν στο πια εκκλησία είχε φτιάξει τα καλύτερα.

Η θεια Γιάννα, μόλις μπήκε στο σπίτι πήγε κατευθείαν στο εικονοστάσι στην κρεβατοκάμαρα της άναψε το καντήλι και έβαλε τα βάγια πάνω στα εικονίσματα. Έκανε το σταυρό της τρεις φόρες, «αχ Χριστούλη μου νάμαστε και του χρόνου καλά»,είπε και επήγε στην τραπεζαρία που ήταν μαζεμένη όλη η οικογένεια στο γιορτινό τραπέζι.

«Κάτσε μάνα», της είπε η νύφη της, «έχω κενώσει». Τα πιάτα ήταν κατσούλα, γεμάτα μέχρι τα μπούνια με σκορδαλιά και στην μέση του τραπεζιού ήταν μια μεγάλη πιατέλα με τηγανιτά ψάρια και μια άλλη με τηγανιτό μπακαλιάρο… «άντε και του χρόνου», είπε και πήρε την πρώτη κουταλιά για να δοκιμάσει την σκορδαλιά που είχε φτιάξει με τα χέρια της. «Μια χαρά είναι» είπε καταπίνοντας την. «ναι» …είπαν όλοι μπουκωμένοι, «γεια στα χέρια σου και του χρόνου να είσαι καλά να ξαναφτιάξεις μάνα», είπε η νύφη της.
Ξαφνικά η θεια Γιάννα σταμάτησε να μασά και άφησε κάτω το πιρούνι, κοίταξε την νύφη της στα μάτια για λίγο και μετά όλους τους άλλους γύρο της.
«Τι έγινε μάνα», την ρώτησε η νύφη της παραξενεμένη, «συμβαίνει κάτι»;

«Έλα σήκω Γιώργο», είπε στον μικρό εγγονό της, «άσε το φαί και έλα εδώ έλα κοντά μου»,…και πήγαν μαζί μέσα στην κουζίνα.
Έμειναν όλοι στο τραπέζι με τα πιρούνια στο στόμα και κοιτούσαν προς την κουζίνα με απορία.
Σε λιγάκι βγήκε ο μικρός Γιώργος κρατώντας στο χέρι του εν πιάτο τυλιγμένο σε μια μπόλια. «Να πας γρήγορα και να γυρίσεις και να μην ξεχάσεις να πάρεις πίσω την μπόλια», του είπε.

Ο μικρός έφυγε τρέχοντας και η θεια Γιάννα έκατσε πάλι στην καρέκλα της, πήρε το πιρούνι της άρχισε ξανά να τρώει. «Τι έγινε», την ρώτησαν όλοι μαζί. «Τίποτα», απάντησε αυτή κοιτάζοντας συνέχεια μέσα στο πιάτο της. «Τι τίποτα;», την ρώτησε ο μπάρμπα Γιώργος,«που έστειλες το παιδί με το πιάτο;»
«Δεν μου κατέβαινε η μπουκιά μωρέ νοικοκύρη, όταν σκέφτηκα τον μπάρμπα Μήτσο το κακομοίρη, χωρίς την συγχωρεμένη την Κοντίλο, μοναχό του σήμερα πρώτη φορά στην ζωή του, χρονιάρα μέρα, χωρίς ένα πιάτο φαί στο τραπέζι του και του έστειλα ένα πιάτο σκορδαλιά και λίγα ψαράκια… χρονιάρα μέρα είναι, ο θεός μας βλέπει από εκεί ψηλά».

Όλοι συνέχισαν το φαί τους έχοντας στα χείλη τους ένα χαμόγελο ευτυχίας. Σε λιγάκι γύρισε και ο Γιώργος. «Εντάξει;»,τον ρώτησαν όλοι μαζί. «Ναι έφερα και την πετσέτα πίσω γιαγιά». Έλα κάτσε να φας το φαί σου», του είπε δίνοντας του ένα φιλί στο κατακόκκινο μάγουλο του.

Συνεχίζεται

Διαβάστε το Α’ μέρος: Από του Λαζάρου μέχρι την Δευτέρα του Πάσχα στη Λευκάδα

Προηγουμενο αρθρο
Οι τρεις «ιππότες» του Κάστρου της Αγίας Μαύρας
Επομενο αρθρο
Έγινε η παρουσίαση του βιβλίου του Δημήτρη Τσερέ: «Το οθωμανικό υδραγωγείο της Αγίας Μαύρας»

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.