HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΤα καλλιτεχνικά κασελάκια της Λευκάδας

Τα καλλιτεχνικά κασελάκια της Λευκάδας

Γράφει ο Παναγιώτης Σκληρός

Διάβασα πρόσφατα και είδα και σχετική φωτογραφία για ένα επώνυμο κασελάκι με καθρέφτη που στολίζει κάποια γωνιά. Το θαύμασα. Είναι ενυπόγραφο καλλιτέχνημα και πολύ καλοφτιαγμένο, με γούστο.

Παρόμοια  κασελάκια είχα δει στο παρελθόν και σε άλλα σπίτια, όπως στο σπίτι της θειάς μου της Πολυξένης Σκληρού-Περιστέρη, που έμενα στα δυο πρώτα χρόνια του γυμνασίου. Μου φαίνεται επίσης ότι στην βιτρίνα του Γεράσιμου του Περδικάρη που είχε εργαστήριο και έκθεση στην κεντρική αγορά της Λευκάδας και έφτιαχνε πράγματι καλλιτεχνήματα με την πλάνια και τα χέρια του, είχα δει ένα τέτοιο κασελάκι, όταν σαν σφουγγάρι «σκάναρα»  όσα ήταν πρωτόγνωρα στην ματιά μου. Ίσως ήταν μόδα τότε να προικίζουν κοπέλες με το έπιπλο που αγόραζαν για το σπιτικό, αγόραζαν μαζί κι ένα κασελάκι μια μπιζουτιέρα ας πούμε, σαν προσωπικό για την γυναίκα έπιπλο. Αυτή και ο καθρέφτης της..

Θυμήθηκα λοιπόν, ότι έχουμε κι εμείς στο σπίτι ένα κασελάκι περίπου σαν εκείνο. Ίσως πιο παλιό, πιο λιτό αλλά (θα μου επιτρέψετε) και πιο κομψό. Με καθρέφτη επίσης αλλά που στηρίζεται σε δυο λεπτότατες κολωνίτσες. Ο  καθρέφτης έχει λεπτή μπορντούρα και μάλιστα κινείται μπρος-πίσω!  Έχει φυσικά συρταράκι και κλειδί. Το κασελάκι πήγε… βόλτα στην Αθήνα, ξαναγύρισε στη Βασιλική, ήρθε στη Λευκάδα και εδώ και 40 χρόνια έχει αράξει στο σπίτι μας στην Απόλπαινα, σαν οικογενειακό κειμήλιο, μια θύμηση…

Μου είχε κάνει εντύπωση αυτό το καλλιτέχνημα κι είχα ρωτήσει και τους δυο γονείς μου, από που προέρχεται και πως έφτασε στο σπίτι μας. Να πω εδώ, ότι, αφότου θυμάμαι τη ζωή, το κασελάκι ήταν πάντα στο σπίτι. Στο σπίτι που είχε νοικιάσει στη Βασιλική όταν ο πατέρας έφτιαξε οικογένεια, δηλαδή στα πεντ-Αλώνια ή αργότερα στου Αυγερινού που μετακομίσαμε για να’ μαστε πιο κοντά στο σκολιό ή στου Μπότη  προσωρινά ή τέλος στο δικό μας στις βουρλιές όταν το φτιάξαμε το 1955.

Ήταν πάντα επάνω στο μοναδικό έπιπλο που είχε το σπίτι, ένα βαρύ σκούρο καφέ έπιπλο, έναν κομό με 4 μεγάλα ατάραγα συρτάρια και χοντρές-γερές λαβές για να τραβιούνται.   Μέσα είχε όλα τα ασπρόρουχα του σπιτιού να μη φθείρονται αλλά και να μη καπνίζονται απ τη φουφού, το τζάκι (άμα υπήρχε) ή το μαγκάλι. Μέσα στα συρτάρια του κομού ήταν πάντα κάτι άλλα καλλιτεχνήματα από λεβάντα, κάτι σαν μπουκέτα κλειστά. Ήταν -μου είχε πει η μάνα μου- για ν’ αρωματίζονται με λεβάντα τα ασπρόρουχα. Επάνω στον κομό λοιπόν, στο κασελάκι ήταν μια μπρούτζινη λάμπα πετρελαίου για να φέγγει το σπίτι. Κάθε πρωί το λαμπογυάλι έπρεπε να καθαρίζεται με εφημερίδα μα και με την ανάσα της νοικοκυράς, χωρίς ίχνος σκιάς.

Μου είπαν λοιπόν ότι αυτό το κασελάκι ήταν προίκα της μάνας μου. Είχε όμως κι αυτό «τη δική του ιστορία», τον δικό του μύθο, ίσως γι’ αυτό παρότι δεν χρησιμοποιείται, υπάρχει ακόμα και μάλιστα σε περίοπτη θέση στο σπίτι μας και μάλιστα φέτος λόγω εγκλεισμού είναι και στολισμένο! Είπαν, ότι το είχε αγοράσει ο πατέρας της, ο παππούλης μου ο Γιώργος ο Χάλκας από κάποιον πλανόδιο στα πηγάδια, στην Κοντάραινα αλλά ο κατασκευαστής ήταν κάποιος ανώνυμος φυλακισμένος στις φυλακές της Λευκάδας.

Είπαν ακόμα σαν απάντηση στην απορία μου, ότι οι φυλακισμένοι είχαν την ευχέρεια να κατασκευάζουν διάφορα μικροπράγματα και κάθε τόσο να κάνουν ένα παζάρι-ας πούμε- και να τα πουλάνε για τα έξοδα τους ή τα τσιγάρα τους.

Αυτό το κασελάκι λειτουργούσε σαν κάτι το σημαντικό κι απαγορευτικό ταυτόχρονα για εμάς τα παιδιά, γιατί είχε μέσα κλειδωμένα κάτι χαρτιά, μάλλον το πολύτιμο συμβόλαιο του οικοπέδου που πήρε ο πατέρας απ’ την κοινότητα ως άστεγος, ταυτότητες, εκλογικό βιβλιάριο, αργότερα, κάνα χαρτόσημο, κάτι κοχύλια απ τη θάλασσα, δήθεν πολύτιμα κι ακόμα ένα κατάμαυρο βαρύ χάλκινο νόμισμα με ένα μεγάλο φοίνικα (έμαθα αργότερα ότι ήταν νόμισμα της πρώτης δημοκρατίας της Ελλάδας αλλά δεν υπάρχει πια) που θυμάμαι, είχε βρει ο πατέρας στο χωράφι ενώ έσκαβε. Ήταν δηλαδή το… χρηματοκιβώτιο του σπιτιού αλλά χωρίς χρήματα!

 Θαυμάστε το.

Που να ξέρει κανείς, ποιος ταλαίπωρος το έφτιαξε μες τη φυλακή, με τί φαρμάκι στην καρδιά και τί σέρτικο τσιγάρο καρφωμένο στο στόμα σκάλιζε με τα χέρια του αυτές τις καμπύλες τραγουδώντας καμιά φορά και κάνα παραπονιάρικα ρεμπέτικο της εποχής «μην απελπίζεσαι και δεν θ’ αργήσει»…  Φυλακισμένος για μια εφημερίδα που παράνομα διακίνησε, για ένα φόνο τιμής ή ακόμα και για μια παραχάραξη συνόρων ενός χωραφιού. Αυτά τα ταλαίπωρα χέρια είχαν μεράκι όμως κι έδωσαν ένα αριστούργημα  που σώζεται όχι για καμιά ιστορική ή άλλη αξία αλλά γιατί ήταν «ενός αγνώστου καλλιτέχνη, πόνημα».

Μη σας βαραίνω, χρονιάρες μέρες.  Εύχομαι Καλή Χρονιά σε όλες και όλους.

Παναγιώτης Σκληρός

Προηγουμενο αρθρο
Λευκάδα: σεργιάνι στα 1970…
Επομενο αρθρο
Χορτάτα- Καλαμίτσι: η πρωινή μοσχοβολιά απ' το φασκόμηλο στην άκρη του δρόμου...

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.