HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΤα Κούλουμα στη Λευκάδα μέχρι το 1950, σε αφήγηση του Βούλη Βρεττού

Τα Κούλουμα στη Λευκάδα μέχρι το 1950, σε αφήγηση του Βούλη Βρεττού

Απόσπασμα προφορικής αφήγησης του Βούλη Βρεττού σε ραδιοφωνική εκπομπή του Studio Lefkatas – Μεγάλη Δευτέρα, 8 Απριλίου 1996
Η απομαγνητοφώνηση έγινε από τον Αρχιμανδρίτη πατέρα Ιωαννίκιο Ζαμπέλη.

Θρασύβουλος (Βούλης) Βρεττός

«…Σκωνόντανε λοιπόν πρωί-πρωί μετά το «χάσκα» την Καθαρή Δευτέρα κι ήτανε όλος ο κόσμος τότε Χριστιανοί κι ήτανε κι ο Θεός παρακάτου, όπως λένε, και αρπάζανε παραμάσκαλα τα μπαγάζια τους ή στα κεφάλια τους οι γυναίκες (μοναγκράτσιες) ό,τι είχανε με τα σαρακοστιανά και τα γραμμόφωνα στα χέρια τα βαλιτζάκια ή αν ήτανε μεγαλύτερα στα κεφάλια, μαντολίνα και κιθάρες που ‘τανε τα όργανα της εποχής δεν υπήρχανε τότε ούτε μαγνητόφωνα, ούτε κασεττόφωνα ούτε τέτοια πράγματα… και ανηφορίζανε και φεύγανε να πάνε για να κάμουνε το Κούλμα. Ό,τι καιρό και να ‘χε – εκτός κι είχε μεγάλη δυστυχία, που δεν μπορούσε κανένας να ξεμυτίσει.

Τότε, βέβαια, δεν γινότανε καμία εκδρομή και καμία εκδήλωση με αυτοκίνητο κτλ. Πηγαίνανε όλοι με τα πόδια. Παρέες κι οικογένειες και κατά συνοικίες εφεύγανε και πηγαίνανε να γιορτάσουν τα Κούλμα όλοι μαζί. Στη Φανερωμένη! Στην Κυρα-Φανερωμένη!

Δεν υπήρχε άλλος τόπος για να κάμουνε Κούλμα οι Λευκαδίτες απ’ τη Φανερωμένη, τουλάχιστον μέχρι το 1950. Όλοι (πηγαίνανε) με τα πόδια, όλοι. Εκείνοι οι οποίοι μπορούσανε, ήτανε πιο νέοι, πηγαίνανε απ’ το μονοπάτι «του παπά» το λεγόμενο, που είναι στους πρόποδες του άνω Φρυνίου, απέναντι ακριβώς στο βράχο απ’ την Αγία-Αικατερίνη. Υπάρχει ακόμα και πολλοί ανεβαίνουνε ακόμα από εκεί. Οι άλλοι που δεν μπορούσανε, οι πιο μεγαλύτεροι, επηγαίνανε με τα ποδάρια από τις «Κδέλες» τις λεγόμενες, τις Βόλτες. Αργούσανε πιο πολύ εκείνοι. Εκείνοι απ’ το μονοπάτι εγλιτώνανε και δρόμο και πηγαίνανε πιο γλήγορα.

Εκείνοι που ήτανε πιο παλιοί, πιο γερόντοι και δε μπορούσανε να φτάσουνε μέχρι τη Φανερωμένη εξεμένανε στα καφενεία της Κζούντελης. Στου Φατούρου, στου μπαρμπ’ Αποστόλη, του Πάπιου. Του Πάπιου ήτανε το κέντρο ας πούμε κι εκεί εγινόντανε πάλε Κούλμα. Του Φατούρου, το πρώτο μετά το συνοικισμό, εκεί που σήμερα είναι ο κινηματογράφος «Ελένη», λίγο πιο απάνου ακριβώς, δεξιά όπως ανεβαίνουμε τη Φανερωμένη. Ήτανε του μπαρμπ’ Αποστόλη, εκεί που είναι σήμερα τ’ Αμερικάνου το λεγόμενο, του Σολδάτου, και του Πάπιου εκεί που είναι το σημερινό καφενείο π’ το ‘χει ο Μεσσήνης. Εκείνο το γραφικό το στέκι του Πάπιου. Ήτανε πάντα ο Κώστας ο Πάπιος εκεί, είναι το πιο γνωστό και έχει μείνει και η περιοχή τον Πάπιου.

Κούλουμα στην Κουζούντελη το 1922

Εκεί στη Φανερωμένη που πηγαίνανε ανηφορίζανε, πλέον για τα κυπαρισσάκια. Τα κυπαρίσσα, που ήτανε τα πηγάδια. Εκεί που σήμερα είναι οι κατασκηνώσεις. Ο τόπος αυτός ήτανε και είναι εξαιρετικού κάλλους. Η θέα είναι μοναδική -μπορώ να πω στον κόσμο. Τότε δεν υπήρχανε τόσα πολλά πεύκα όπως υπάρχουνε σήμερα, γιατί μετέπειτα γίνανε δενδροφυτεύσεις (πεύκων κτλ.). Ήτανε ο Μήτσος ο Σκιαδάς, γύρω στο ‘49-‘50. Εκεί στα κυπαρίσσια είναι και πηγάδια. Ακόμα υπάρχουνε νομίζω, αλλά τότε από ‘κεί πίνανε νερό. Μάλιστα η Φανερωμένη τότε στον περίβολο είχε ένα πηγάδι πολύ μικρό, που ήτανε για τις ανάγκες μέσα της Μονής, του προσωπικού.

Ο μητροπολίτης ο Νικηφόρος, θα το πούμε πιο κάτου, αξιοποίησε πολύ το μοναστήρι αυτό και πιο πολύ σήμερα ο νέος ηγούμενος, ο πάτερ Νικηφόρος Ασπρογέρακας. Επήρε άλλη μορφή κι άλλη πνοή το μοναστήρι. Εγίνανε και στέρνες, εγίνανε και τα μέσα και βρύσες και τα πάντα και ηλεκτρισμός… Τότε δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα, γι’ αυτό ο κόσμος έπινε εκεί το νερό.

Εκεί στα κυπαρίσσα ήτανε κι απάγκιο, απόγωνο. Δεν τους έπιανε ο αέρας κτλ. Ήταν απ’ κάτου απ’ τα πηγάδια. Ήταν τα δέντρα γύρω-γύρω και δεν τους έπαιρνε το τριανέμι να τους θερίσει, είτε ο Βοριάς, είτε ο Μαΐστρος, είτε ό,τι ήτανε. Λοιπόν, στρώνανε απ’ κάτου καρπέτες γύρω-γύρω του αργαλειού και απάνου βάνανε τα μεσάλια. Γύρω-γύρω είχαν άλλες κ’βέρτες να κάτσουνε να μην τους θερίσει απ’ κάτου. Βέβαια και καθόντανε γύρω-γύρω. Ήτανε σαν φωτογραφικό. Κατά παρέες και κατά συνοικίες. Εκεί παρακάτου θ’ αναφέρομε και κάτι νοικοκυρές, οι οποίες εκθειάζανε τα προϊόντα τους, τα εδέσματα κτλ. Και στρώνανε τα μεσάλια κι αρχίζανε και ανοίγανε τις κόφες, τα καλάθια, τα οποία τα ‘χανε με τούλι απ’ πάνου. Δεν υπήρχαν τότε ούτε ψυγεία ούτε τίποτα.

Τα στρώνανε και καθόντανε γύρω-γύρω. Ανοίγανε τα καλάθια και παρουσιάζανε διάφορα εδέσματα. Τα ρίχνανε κάτου όλα. Τι είχανε τώρα θα μου πείτε; Είχανε αυγοτάραχα – Αναλόγως με την ευχέρεια του καθεμιανού. Είχανε ταραμοσαλάτες. Είχανε χαλβάδες κυρίως. Είχανε ελιές. Είχανε τουρσί. Είχανε φάβα απ’ του Κουφάκια και τη Βαΐτσα. Είχανε κουκιά νεροβρασμένα με ρίγανη και μ’ αλάτι. Είχανε κρεμμύδια ξερά γιατί τότε δεν υπήρχανε αυτά τα θερμοκήπια κι αυτά να έχουμε. Είχανε λαγάνες κι άλλα ψωμιά. Είχανε πατάτες νερόβραστες. Είχανε χταποδάκι ξιδάτο. Είχανε πάρα πολλά θαλασσινά.

Είχανε τ’ άλλα τα θαλασσινά (τους καποσάντους, τους προσφορίτους). Είχανε τ’ αχιβάδια. Είχανε τα μύδια κτλ. Σήμερα δεν τα ματάδα τα αχιβάδια. Γιατί και οι θάλασσες όλες έχουνε γίνει μολυσμένες… Είχανε και τα πορτοκάλια της εποχής για φρούτα, αλλά εκείνο που δεν έλειπε ποτέ απ’ το τραπέζι αυτό, ήταν το κρασί. Ούτε κόκα-κόλες, ούτε αναψυκτικά… πού να υπάρχουν τέτοια πράγματα; Εμφιαλωμένα νερά και… πα, πα, πα… τίποτ’ απ’ αυτά δεν υπήρχανε.

Το κρασί ήταν απαραίτητο. Δεν έλειπε από καμιά παρέα. Εκεί, λοιπόν, εκαθόντανε και τρώγανε. Κι ερχόντανε η καθεμία κι άνοιγε τον κάλαθο και φώναζε:
– «Πάρε τα συκαρένια σου» -τα σύκα τα ξερά.
– «Πάρε τ’ αυγοτάραχο σου. Πάρε μωρέ ξεπάτωμενη… τις ελιές σου. Πάρε το χαλβά σου. Πάρ’ εκείνο, πάρε τ’ άλλο…». Αναλόγως. Θυμάμαι πολλές τέτοιες γυναίκες, εγώ και η καθεμία εφαινόντανε από μακριά απ’ την παρέα και ό,τι έπαιρνε ο φακός του ματιού της και το κουτσομπολιό της γύρω-γύρω απ’ τις άλλες παρέες εφώναζε καμιά, η οποία ήτανε και λίγο κουτσομπόλα. Για να ιδούμε και να καταλάβουμε ότι κάτι γίνεται, κάτι συμβαίνει στην απέναντι παρέα.

Οταν είχε βέβαια πολύ άσχημο καιρό ο κόσμος αυτός επήγαινε μέσα στο κουλούρι της Φανερωμένης. Επιτρεπόντανε. Γύρω στις λόντζες και στα σαλίτζα. Αυτά που είναι και σήμερα ορισμένα. Έχουν, βέβαια, αλλάξει λίγο τα πράματα. Ήτανε κάτι σκέπες έξω λίγο σα βεραντούλες και πεζούλια γύρω-γύρω στα κελλιά.

Προπαντός όπως μπαίνομε απ’ την κυρία είσοδο, την απάνου μεριά, που είναι η κυρία είσοδος στο χώρο το μεγάλο της Φανερωμένης – όχι το καμπαναριό – στο δεξιό μέρος, που είναι το ηγουμενείο. Και συνέχεια όλο αυτό το κομμάτι. Εκεί γύρω-γύρω εκαθόντανε έξω από τα κελιά, αλλά επιτρέπανε και μέσα πολλές φορές.

Ετρώγανε και μετά το φαΐ, το απογευματάκι, 15:00 η ώρα, επηγαίνανε πάλι στα κελιά, ανεξάρτητα τι καιρό είχε και καθόντανε. Εάν ήτανε, είπαμε, ο καιρός άσκημος, εφεύγανε απ’ τα κυπαρίσσα και δεν τρώγανε στα κυπαρίσσα. Επηγαίνανε και τρώγανε μέσα στον περίβολο, εκεί στις διάφορες μεριές… Όταν όμως ήταν πάρα πολύ άσκημος ο καιρός, επηγαίνανε απευθείας στα κελιά. Όταν ήτανε πάλι καλός ο καιρός, τ’ απόγευμα εφεύγανε.

Εκεί εμαζευόντανε ο Μιτζής. Ο Μιτζής ή Γαντζίας (Χρήστος Γαντζίας ή Μιτζής) – έτσι παρέμεινε – ήταν ένας τραγουδιστής σπουδαίος της δεκαετίας του ’30, του ’40, εκεί μέσα, που στην Λευκάδα εδέσποζε με την κιθάρα του, τραγούδαγε κι ωραία. Και ήτανε κι ο Κανιός με το μαντολίνο του και άλλοι παλιοί ο Λέτσος, ο Ζώης ο Λέτσος, ένας ράφτης, ο οποίος ήτανε σπουδαίος τύπος της Λευκάδος με την κιθάρα του κι αυτός, αλλά ουδέποτε άφηνε γύρω του το μπουκαλόπουλο με το βίνο του, το κρασί. Ο Λέτσος ήταν αδύνατο να πάει κάπου και να μην έχει μαζί του το μπουκαλόπουλο με το κρασί. Δεν μπορούσε ούτε να τραγουδήσει, ούτε να παίξει κιθάρα ούτε τίποτα.

Κούλουμα στη Φανερωμένη το 1910

Τα τραγούδια ήταν ωραία, σεμνά, εύθυμα μεν, αλλά ήτανε ωραία τα γλέντια και δεν ήτανε κάτι που να προσβάλλει την Μονή, το περιβάλλον, και όλ’ αυτά τα πράγματα. Γι’ αυτό και τα επιτρέπανε. Δηλαδή, θέλω να πω στη Φανερωμένη ήταν και είναι το επίκεντρο όλων των χριστιανικών εκδηλώσεων της Λευκάδος -και της πόλεως και της νήσου- αλλά και του απέναντι Ξηρομέρου μπορώ να σας πω. Ακόμα έρχονται από το Ξηρόμερο, από απομακρυσμένες περιοχές και κάνουνε λειτουργίες στη Φανερωμένη και μεταλαβαίνουνε στην Φανερωμένη και όλα αυτά τα πράγματα και νομίζω ότι και τώρα ότι επιτρέπουνε -κι ο νέος ηγούμενος επιτρέπει- όταν κάποιος, έχει ταμένη να κάμει λειτουργία κι έρθει από μακριά, του επιτρέπουνε να μείνει μία βραδιά σε κάποια κελιά εκεί στη Φανερωμένη. Νομίζω ότι υπάρχει αυτό το είδος της φιλοξενίας ακόμα. (…) Νομίζω, δεν είμαι βέβαιος, αλλά έχω ακουστά.

Ήταν όμως και πολλές αρχόντισσες ή κυρίες που δεν μπορούσανε να πάρουνε τα ποδάρια τους, της εποχής εκείνης, και επειδή θέλανε να πάνε στη Φανερωμένη αναγκαζόντανε και χρησιμοποιούσαν τα ελάχιστα μέσα που υπήρχαν στην εποχή εκείνη.

Ήτανε κάποια αυτοκίνητα ελάχιστα, όπως ήτανε ας πούμε η «Samsung», λεγόντανε το αυτοκίνητο αυτό, του μακαρίτη του Φίλου του Μπάλτσα – του πατέρα της Αγνής της Μπάλτσα. Ήταν ένας ωραίος τύπος ο Φίλος ο Μπάλτσας και τραγουδιστής κτλ. Καλλίφωνος.

Ήτανε του Θοδωρή του Κόγκα, που ήτανε κι αυτός απ’ τους παλιότερους σωφέρηδες της Λευκάδος, ο πατέρας του Σπύρου του Κόγκα του οδοντιάτρου, που είναι και Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου και ο πατέρας του ήτανε ψάλτης παλιότερα. Ήτανε του Πάνου του Διγώνη. Ο Πάνος ο Διγώνης ήτανε κι αυτός ένας θαυμάσιος τύπος κι έχει και πολλά ανέκδοτα. Ήτανε του Κώστα του Λαζάρη μετέπειτα, που είχε μεγαλύτερο αυτοκίνητο. Πιο παλιός ήτανε αυτός.

Αργότερα είναι αυτοίνοι που ‘ναι και σήμερα -του Αγωγιάτου, του Μανού, του Σκορδά κτλ. Πολλοί απ’ αυτούς, βέβαια, υπάρχουνε ακόμα. Ήτανε κι ο Πολυνίκης. Ήτανε λίγο πιο αργότερα απ’ αυτούς, όμως ήτανε απ’ τους παλαιότερους σωφέρηδες κι ο Πολυνίκης, ο οποίος ήταν γνωστός για τ’ ανέκδοτά του. Ήταν ένας περίφημος άνθρωποσ. Έλειψε κι αυτός.

Ετελειώνανε οι εκδηλώσεις αυτές των κούλμων, της πρώτης εβδομάδος της Σαρακοστής. Ο κόσμος κατηφόρισε πάλι με τα πόδια για την πόλη. Πολλοί, βεβαίως εσταμάταγανε στο καφενείο του Πάπιου, το γραφικό όπως είπαμε… πρώτα ήταν ο μοναχός του Κώστας ο Πάπιος. Μετά ήρτε, προστέθηκε και η γυναίκα του η Μηλιά. Η πασίγνωστη Μηλιά, η ψηλή κτλ. Η ωραία αυτή η γυναίκα, η χωριάτισσα, η οποία έγινε πρόσωπο της εποχής κι αυτήνη, διότι έχει κάποια ιστορία, μ’ αυτό το καφενείο είναι δεμένη. Και εκεί επαίρνανε τη σομάδα τους με το πικραμύγδαλο απ’ τη Μηλιά. Κοπάναγε το πικραμύγδαλο και τη φτιάνανε… Και επίνανε και το καφεδάκι τους. Από ‘κεί εφεύγανε κι ερχόντανε κατευθείαν στην Λευκάδα, ώσπου ερχόντανε το σούρουπο.

Να θυμώνται οι νεότεροι και οι παλαιότεροι να νοσταλγήσουν λίγο, αλλά και οι νεώτεροι κάτι να μαθαίνουνε. Αυτά γινόντανε μέχρι το 1950…»

Previous post
Το πρόγραμμα του VING από το Όσλο προς τα νησιά του Ιονίου για το 2020
Next post
5 αστυνομικοί από Λευκάδα πάνε στον Έβρο - 15 συνολικά από τα Ιόνια Νησιά

No Comment

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.