HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΗ Πόλη Νυστάζει

Η Πόλη Νυστάζει

Του Δημήτρη Σπ. Τσερέ

 

Ύπτιος στο μεσημεριανό κρεβάτι ξεφυλλίζει ξανά τους Amores του Οβίδιου. Όπως τότε που ετοιμαζόταν για την εξεταστική του Σεπτεμβρίου. Είναι Ιούλιος. Στο νησί. Τα τζάμια των παράθυρων ανοιχτά και τα εξωτερικά μισόκλειστα, ή μισοανοιγμένα, σε λιμπρέτο για να κόβει τη λάβα αλλά να μην αποκλείει να μπει όποια πνοή δροσιάς καταφέρει να φθάσει ως εκεί. Από τη σχισμή του λιμπρέτου τρυπώνοντας μια αχτίδα αιωρούμενων μορίων τέμνει λοξά το μεσημβρινό ημίφως. Υποψία ζέφυρου χαϊδεύει τα ανακατωμένα λευκά σεντόνια. Σταματάει στο 1.5 των Amorum. Αρχίζει να διαβάζει ψιθυριστά, σχεδόν από μέσα του. Ένας λεπτός πυρετός μουδιάζει το κορμί του:

Ήταν κατακαλόκαιρο–περασμένο μεσημέρι.
Καταμεσίς του κρεβατιού ξάπλωσα να ξεκουραστώ.

Το ένα παραθυρόφυλλο ήταν ανοιχτό, το άλλο κλειστό.
Το φως έμοιαζε με ’κείνο που έχουν συνήθως τα δάση.

…………………………………………

Γιατί να τα λέω ένα-ένα; Τίποτε άσχημο δεν είδα
Και γυμνή πάνω στο σώμα μου την έσφιξα.

Τα υπόλοιπα ποιος δεν τα ξέρει; Κατάκοποι αποκοιμηθήκαμε.
Μακάρι τέτοια μεσημέρια να ’ρχονται συχνά!

Μπαίνοντας ο Μάης, η πόλη αρχίζει να νυστάζει τα μεσημέρια. Να νυστάζει βαθιά. Αλλά πιο πολύ νυστάζει τους καλοκαιρινούς μήνες. Νυστάζει αφόρητα. Νυστάζει ανέκκλητα.

Τα μαγαζιά έχουν κλείσει. Όλα ανεξαιρέτως. Από τις δύο όλα είναι κλειδωμένα. Ακόμα και οι ταβέρνες και τα καφενεία, τα τελευταία καταφύγια των ξέμπαρκων. Οι μαγαζάτορες έβγαλαν τα ρούχα της δουλειάς, κλείδωσαν την πόρτα, κατέβασαν τα ρολά και πήραν ανάλαφροι τον δρόμο για το σπίτι τους και τη μεσημεριανή σιέστα. Είναι κουρασμένοι από τον μόχθο της ημέρας αλλά βαθιά στο βλέμμα τους, και στο βήμα τους ακόμα, καθρεφτίζεται μια σίγουρη αίσθηση ανωτερότητας: Είναι οι νοικοκυραίοι αυτοί, η ραχοκοκαλιά της αστικής μας κοινωνίας, το σταθερό στήριγμα της μικρής μας πόλης. Η βραδινή βόλτα στο παζάρι και της κεντρικής πλατείας η βραδινή πελατεία το δείχνουν αλάθευτα σε όποιον έχει μάτια να δει. Με το κουστούμι και τη γραβάτα, τη σύζυγο κρεμασμένη αγκαζέ από το μπράτσο και τα κορίτσια τους να προχωράνε σεμνά και συνεσταλμένα δυο τρία βήματα μπροστά – τα αρσενικά σηκώνουν από νωρίς μπαϊράκι.

DSC_0014

Μόνο κάποιοι παράταιροι βγαίνουν εκτός πλάνου. Να! Σαν κι αυτόν τον περίεργο: πότε με τους Άθλιους του Ουγκώ υπό μάλης πότε με το Πόλεμος και ειρήνη του Τολστόϊ κατευθύνεται αργοβάδιστος προς τον μικρό θαλασσοφίλητο ελαιώνα να περάσει το μεσημέρι διαβάζοντας απερίσπαστος από τις έγνοιες του βίου. «Παρέα με τα μεγάλα πνεύματα, κι ας μην έμαθα γράμματα», λέει. Στην αγκαλιά του ίσκιου της αρχαίας ελιάς παραδομένος και την αρμύρα του Ιονίου ανασαίνοντας. Στο χώμα κατάσαρκα ύπτιος, ενώ ο Ζέφυρος του μεσημεριού στάζει από την υγρασία. Αλαφρωμένος από τα καθημερινά. Κι όταν ξυπνήσουν οι ήχοι του απογεύματος και παίρνει να δροσίσει, πάλι αινιγματικός και αργοβάδιστος, με το βιβλίο του σφιχτά στη μασχάλη, παίρνει τον δρόμο της επιστροφής στην καθημερινή σκλαβιά του.

Κλεισμένες και όλες οι υπηρεσίες. Η Νομαρχία δηλαδή όλη κι όλη, στην κεντρική πλατεία. Πρώτος κατέβηκε ο κύριος Νομάρχης. Σοβαρός και αλύγιστος, όπως ταιριάζει στο υψηλό του αξίωμα. Από κοντά ο Διευθυντής του κι από κοντά τρεις-τέσσερις υπάλληλοι. Η πρωτεύουσα ενός μικρού νομού δεν χρειάζεται πολλές υπηρεσίες και υπαλλήλους. Είμαστε, βλέπεις, στη δεκαετία του ’60. Αυτές άρχισαν να γεμίζουν τον τόπο από τη μεθεπόμενη δεκαετία – τότε που η πατρίδα πλούτισε και μεγαλούργησε!

Τελευταίες κλείνουν οι τρεις μικρές μας τράπεζες (τρεις υπαλλήλους η Εθνική, από δύο η Αγροτική και η Ιονική, ελάχιστοι και οι πελάτες τους- πού το σημερινό πολύβοο ανθρωπομάνι!). Λογικό. Όπως στον ανθρώπινο οργανισμό η καρδιά εξακολουθεί να δουλεύει, όταν το υπόλοιπο σώμα υπνώττει, έτσι και σε μια κοινωνία: Οι τράπεζες είναι η καρδιά, ο αιμοδότης του συστήματος. Νάτος κουστουμαρισμένος διευθυντής της Εθνικής, τελευταίος απ’ όλους, σκύβει και στρίβει το κλειδί της εξώπορτας του μικρού οικήματος, που στεγάζει το υποκατάστημα – διακόπτει για μια στιγμή το στρίψιμο για να χαιρετήσει, βγάζοντας το καπέλο του και υποκλινόμενος με απροσδόκητο τακτ, τον κύριο Πρόεδρο Πρωτοδικών, που μπαίνει στο καλό εστιατόριο της μικρής μας πόλης με τα άσπρα τραπεζομάντιλα για το μεσημβρινό του γεύμα. Το ρολόι του Αγίου Νικολάου χτύπησε δύο και μισή.

DSC_0022

Φύλλο δεν ανασαίνει στο παζάρι. Από πάνω μέχρι κάτω. Εκείνη η πρωϊνή πολύχρωμη οχλοβοή έχει κατακάτσει. Εκείνο το ακατάπαυτο σούρτα φέρτα, το ατελείωτο αλισβερίσι στην πόρτα καθε μαγαζιού και σε όλα τα πεζοδρόμια, εκείνο το αλλέγρο κι αρχέγονο μαζί ξεχείλισμα ζωής είναι πια ένα μακρινό όνειρο. Απόλυτη σιγή το έχει καταπιεί. Ένας απροσδόκητος διαβάτης αργοσέρνει το μοναχικό βήμα του στο πλακόστρωτο της πλατείας – να ᾿ναι άραγε ο βαριεστημένος χωροφύλακας της μεσημεριανής βάρδιας; Η σιγαλιά του μεσημεριού το αντηχεί στον Άγιο Μηνά.

Την απόλυτη σιγή μέσα στην άπνοια του μεσημεριού την ξαφνιάζει κατά τακτά διαστήματα ο μονότονος και έντονος ήχος εκείνων των επαγγελματικών ηλεκτρικών ψυγείων που αρχίζουν δειλά να μπαίνουν στα μαγαζιά. Και πρώτα πρώτα, στα μπακάλικα που αγωνιούν να ξεχαστεί το ταπεινό παρελθόν τους και να γίνουν «Υπεραγορές Τροφίμων» – κι αργότερα Super Market. Ξεκινάει με ένα απότομο «βρρρρουουου». Ύστερα καλμάρει για πολύ λίγο και μετά συνεχίζει με έναν αργόσυρτο μονότονο και διακοπτόμενο κατά τακτά διαστήματα βουητό. Νανούρισμα ευπρόσδεκτο στην ευφροσύνη του μεσημεριανού ύπνου.

47

Η κεντρική πλατεία κολυμπάει στη λευκότητα του ασβέστη. Η ασπρισμένη νότια πλευρά του Αγίου Σπυρίδωνα την ακτινοβολεί προς όλες τις κατευθύνσεις. Κι από πάνω ο ήλιος τρίζει σαν μυλολίθαρο. Η σκληρή της λευκότητα σε τυφλώνει. Για να διασχίσεις διαγώνια την πλατεία, πρέπει να κλείσεις τα μάτια σου ή να φοράς πολύ σκούρα γυαλιά ηλίου. Μόνο, λένε οι υποψιασμένοι, εκεί στο κέντρο της, κάτω από τον στύλο του Πεντοφάναρου, το μέρος είναι «σκιασμένο» και στοιχειωμένο από το αίμα που χύθηκε άδικα σε χρόνους δίσεκτους – γι’ αυτό και νιώθεις ένα ανατρίχιασμα μόλις περάσεις. Αλλά αυτά τα λένε μόνο οι υποψιασμένοι – αυτοί οι λίγοι περίεργοι που έχουν το κουσούρι να θυμούνται. Η νυσταγμένη πόλη θέλει να τα ξεχάσει για να να μην της ταράξουν ξανά τον ύπνο που κέρδισε με κόπο και με χρόνια.

Τη δροσιά την ελπίζει κανείς μόνο από τα σοκάκια. Από τα βορειοδυτικά σοκάκια. Να τα διασχίσει φιδίσιος ο νοτισμένος μαΐστρος του μεσημεριού, μπομπαρισμένος από το ιώδιο της λιμνοθάλασσας, να δροσιστεί στην ανήλιαγο στενωπό τους και να τρυπώσει από τα μισόκλειστα παράθυρα μέσα στα ιδρωμένα δωμάτια που ανασαίνουν βαριά…Τα σοκάκια που θ’ αργήσουν να ξεχάσουν τη μιζέρια που η οσμή της αιώνες τώρα μαρτυράει τη φτώχεια και το πρόωρο μούχλιασμα των ονείρων τους – πόσοι κατάφεραν να φτερουγίσουν από κει μέσα; Τα ανήλιαγα σοκάκια μιας ανέλπιδης ζωής που η αθεράπευτη παρελθοντολαγνεία παλιότερων και νεότερων θα τα υμνήσει και θα τα νοσταλγήσει ως κύτταρα ανεπανάληπτου πολιτισμού!

Κλείνουν με ένα μικρό τρίξιμο τα εξωτερικά παράθυρα, από την υγρασία και τον χρόνο άλλα ξεφλουδισμένα κι άλλα ξεχαρβαλωμένα. Λιμπρέτο. Συσκότιση με λιμπρέτο. Τα χαλαρωμένα σώματα παραδίνονται με ανακούφιση στην αγκαλιά του Μορφέα. Δεν είναι κι εύκολο με τέτοια υγρή ζέστα. Τα μάτια όσο εύκολα κλείνουν τόσο εύκολα μισανοίγουν. Είναι, βλέπεις, και κείνη η εκνευριστική μύγα που δεν λέει να ξαποστάσει μια στιγμή!

Πάνω στη σιδερένια κουκέτα τα λουλακιά σεντόνια αποτύπωσαν το ανάγλυφο των λινών κοριτσιών που λαγοκοιμούνται. Των κοριτσιών που με μάτια μισόκλειστα ονειρεύονται ένα μακρινό γαλάζιο μεσημέρι. Ιδρωμένοι μηροί και στάλες φωτιάς πάνω στην απαλά ασθμαίνουσα ήβη. Λευκά στήθη ακάλυπτα, απ’ τα σεμνότυφα δεσμά τους λυτρωμένα, ανασαίνουν πληθωρικά τη βραχύβια ελευθερία τους. Δεσμώτες στα βρόχια του Ίμερου.

………………………………………………………………………………………

Και συ ύπνε μεσημβρινέ της Μεσογείου, νήδυμε και ἥδιστε στους αιώνες των αιώνων, εκεί, πάντα παρών, να βαραίνεις γλυκά τα γλαρωμένα βλέφαρα. Τα χέρια χαλαρώνουν. Το βιβλίο γλίστρησε απαλά πάνω στα λευκά σεντόνια. Το κεφάλι έγειρε ελαφρά στο πλάι πάνω στο διπλωμένο μαξιλάρι μέσα σ’ ένα συνεφάκι απόλυτης γαλήνης. Μικροί κόμβοι ιδρώτα υγραίνουν τους γκρίζους κροτάφους.

Απόσπασμα από το διήγημα «Η πόλη νυστάζει» (Από το βιβλίο: Δημήτρης Σπ. Τσερές Λόγω μέθης, Διηγήματα, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2014).

Προηγουμενο αρθρο
Ο Τηλυκράτης προσφέρει τα έσοδα συναυλίας του Πάνου Μουζουράκη στους πληγέντες της φωτιάς
Επομενο αρθρο
Η αναχώρηση της θειά Βαγγελιώς του Μέτσου…

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *