HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΤα σπερνά (διήγημα)

Τα σπερνά (διήγημα)

ΤΗΣ KATEΡΙΝΑΣ ΛΙΒΙΤΣΑΝΟΥ-ΝΤΑΝΟΥ

Είχε μπει για τα καλά το Φθινόπωρο. Τα γκρίζα σύννεφα σκεπάζανε τον ορίζοντα και γεμίζανε μελαγχολία τις ψυχές των χωρικών. Είχαν πολλές δουλειές να κάνουν, κυρίως όμως να τελειώσουν τη σπορά και ν’ αρχίσουν το μάζεμα της ελιάς. Τα σπίτια είχαν πλέον στρωθεί, τα παιδιά πήγαιναν στο σκολειό, μα όλους τους κυρίευε μια αισιοδοξία, σαν ήξεραν πως σε λίγες μέρες θα γιόρταζαν την Παναγία την Πολυσπορίτισσα.

Βέβαια το μισό χωριό, της μιας ενορίας, ενώ το άλλο μισό είχε γιορτάσει λίγο πριν, του Αγίου Γερασίμου. Φρόντιζαν να τηρούν όλα τα έθιμα, να είναι φιλόξενοι, να απολαμβάνουν τις μέρες αυτές, αφού άλλωστε, οι γυναίκες ιδιαίτερα, δεν είχαν άλλο τρόπο ψυχαγωγίας.

– Καλομοίρα, μην ξεχαστείς, λουλούδια για το στόλισμα της Παναγιάς θέλω.
– Τι λες Αθηνά; Ξεχνιούνται αυτά; Θα είμαι εκεί απ’ τις πρώτες. Έχω και τα σπερνά να ετοιμάσω και την κουρκούτη, που θα σου στείλω με τα παιδιά ζεστή – ζεστή, να φτιάξει το στομάχι κι η διάθεση.
Το σπίτι, τα γλυκά, τα ψωμιά, έτοιμα;
– Και το ρωτάς; Όλα προγραμματισμένα, να δείξουμε την αξία μας, να δούμε και λίγο κόσμο.

Νύφη και κουνιάδα χωρίσανε, η καθεμιά για το σπιτικό της. Ανήκαν σε άλλη ενορία, επομένως η μια φιλοξενούσε την οικογένεια της άλλης κι έτσι σμίγανε τα σόγια στις γιορτές και το διασκέδαζαν με την ψυχή τους. Την προπαραμονή της γιορτής στολιζόταν η εικόνα της Παναγιάς με λουλούδια που έφερναν οι γυναίκες του χωριού. Εκείνη τη μέρα, στις δεκαεννιά του Νοέμβρη, από νωρίς η Καλομοίρα ετοίμασε το στάρι για τα σπερνά. Το καθάρισε, το έπλυνε και το έβρασε. Ύστερα το άπλωσε σε ένα μεσάλι να στραγγίσουν τα νερά. Τη βοήθησε κι η μικρή Αντιγόνη, που ισχυρίστηκε πως δεν είχε πολλές εργασίες για τα μαθήματά της. Έπειτα ήταν και καλό να μαθαίνει, ώστε σα μεγαλώσει να τηρεί τα έθιμα του τόπου.

Ύστερα καθαρίσανε τα ρόδια, σπάσανε αμύγδαλα και τα καβούρδισαν, ανοίξανε τις σακούλες με τη σταφίδα, τα ζαχαράτα και το σουσάμι που ο Γιάννης, το αφεντικό του σπιτιού, έφερε απ’ τη Χώρα κι όλα ήταν έτοιμα.

Η Καλομοίρα εξήγησε στην Αντιγόνη και το Βαγγέλη, πως την επόμενη, παραμονή πρωί θα ξυπνούσαν νωρίς να πάνε τα καλούδια στη θεια – Αθηνά.

– Σχολείο; Δε θα πάμε αύριο;
– Όχι παιδιά μου, δεν πειράζει για μια μέρα. Πρέπει να πάτε τα σπερνά και την κουρκούτη στη θεια σας, γιατί εγώ έχω άλλη αποστολή, τις απουσίες θα τις δικαιολογήσει η Παναγίτσα.
– Καλά αφού το λες, ας γλιτώσουμε μια μέρα κι εμείς.
– Μόνο που πρέπει να πάτε νωρίς, πριν φύγει ο θείος για το χωράφι.
– Εντάξει ό,τι πεις, απάντησαν με ικανοποίηση τα παιδιά.

Ο Βαγγέλης ήταν πιο μικρός, μα σκανταλιάρης. Έκανε πράγματα που δεν περίμενε κανείς, μα είχε και την κάλυψη της αδερφής του. Πάντα του έκανε τα χατίρια, τον βοηθούσε στα μαθήματα, τον προστάτευε, τον αγαπούσε.

Την παραμονή πρωί – πρωί η Καλομοίρα έφτιαξε μια πιατέλα σπερνά: έβαλε το στάρι, ανακάτεψε ρόδια, σουσάμι, μουστόπιτα, σταφίδες, ζάχαρη πάνω και ζαχαράτα πολύχρωμα. Κι ύστερα στο μπακράτσι έβαλε κουρκούτη: μόλις την ετοίμασε με στάρι και χυλό και πάνω κανέλα και ζάχαρη.
– Να προσέχετε, να μη χαζολογάτε στο δρόμο.
– Αφού μας ξέρεις, είμαστε καλά παιδιά, γιατί λες όλο τα ίδια;
– Πρέπει να είναι ζεστή η κουρκούτη, να προλάβετε το θείο, ξέρω ‘γω τι λέω.

Τα δυο αδέρφια φιλήσανε τη μάνα τους κι ανηφορίσανε στη ρούγα, χαρούμενα που δεν πήγαν στο σκολειό με τη συγκατάθεσή της. Ο ήλιος μόλις πρόβαινε απ’ το βουνό και χρύσιζε τα δένδρα και τα πέτρινα σπίτια. Οι χωρικοί στους δρόμους, ο καθένας τις δουλειές του, μια και ήταν καλός ο καιρός. Ο Βαγγέλης κρατούσε το μπακράτσι κι η Αντιγόνη την πιατέλα. Σχεδιάζανε το επόμενο παιχνίδι με τα γειτονόπουλα μετά τον εσπερινό, μα άρχισαν να διαφωνούν, γιατί άλλο πρότεινε ο καθένας τους. Ήθελαν λίγα ακόμη λεπτά να φτάσουν στη θεια – Αθηνά, μα ξαφνικά ο μικρός αδερφός σκαρφίστηκε τρικλοποδιά στην Αντιγόνη, για να δοκιμάσει τις αντοχές της. Κι εκείνη που δεν περίμενε αυτή τη δοκιμασία, σωριάστηκε φαρδιά πλατιά στο δρόμο, που γέμισε στάρια, ρόδια, ζαχαράτα κι ό,τι είχε η κομματιασμένη πια πορσελάνινη πιατέλα. Κι άρχισε εκείνη τα κλάματα και τις φωνές και μαζεύτηκαν οι γειτόνισσες να της σκουπίσουν τα αίματα που τρέχανε απ’ τα γόνατά της. Ο Βαγγέλης, που δεν περίμενε δα και τέτοια ζημιά, παράτησε το μπακράτσι με την κουρκούτη στη μέση του δρόμου κι άρχισε να τρέχει προς το βουνό, να εξαφανιστεί προτού φάει το ξύλο της χρονιάς του. Γιατί δε θα γλίτωνε, μετά από τέτοια αποκοτιά. Έμεινε εκεί ως αργά το απόγευμα, ενώ η αδερφή του, μουσκλωμένη και ταλαιπωρημένη, πήρε το μπακράτσι και πήγε στη θεια – Αθηνά. Εκείνη, σαν έμαθε τα μαντάτα, δεν ανησύχησε για τα σπερνά, γιατί θα έβρισκε στην εκκλησία, στον Εσπερινό, μα για το Βαγγέλη, μπας και πάθει τίποτα το παιδί, μέρα που ξημέρωνε.

Έτσι, τράβηξε κι αυτή προς το βουνό, φωνάζοντας κάθε τόσο το όνομα του ανεψιού της, που ευκαιρία περίμενε να φανερωθεί, για να τον σώσει η θεία του, που τόσο τον αγαπούσε.

– Γιατί παιδί μου το ‘κανες αυτό στην αδερφή σου;
– Θεια, δεν το ‘θελα, μα μου θόλωσε το μάτι, δεν μπορώ να μη μ’ ακούνε οι γυναίκες, δεν ήθελε να παίξουμε κρυφτό, μα σκλιτζαμίτζα. Άκου εκεί, ό,τι θέλω εγώ θα παίζουμε, άνδρας που είμαι.
– Α, σε έπιασε το αντρικό σου από νωρίς.
– Τι νωρίς, ο πατέρας με συμβούλεψε να προσέχω, να μη μου πάρουν τον αέρα οι γυναίκες.
– Καλά, πάμε τώρα στη μάνα σου, να μη σκάσει απ’ τη στενοχώρια της κι έχει τόσες δουλειές.
– Όμως υπόσχεσαι πως θα με προστατέψεις.

Και γυρίσανε στο χωριό, στην Καλομοίρα, που η Αθηνά με τον τρόπο της την καθησύχασε κι έτσι τέλειωσε εκεί το θέμα.

Το απόγευμα, στον εσπερινό κόσμος πολύς κι απ’ τα γύρω χωριά. Οι γυναίκες της ενορίας πήγαιναν από μια πιατέλα σπερνά, όμορφα διακοσμημένα και τα βάζανε σε μια κόφα, που ήταν τοποθετημένη στο κέντρο της εκκλησιάς. Κι αφού τα διάβασε ο παπάς, τα μοίραζε ο επίτροπος παίρνοντάς τα με μια κίκαρη απ’ την κόφα, που είχαν ανακατευτεί. Ευχές και χαρά.

Άντε και του χρόνου.
Χρόνια πολλά, καλή σπορά.
Και καλό κουράγιο για τις ελιές.

Και φυσικά τι καλύτερη ευχή από το να είναι και του χρόνου όλοι καλά, να ξαναγιορτάσουν. Ανήμερα της 21ης Νοέμβρη, οι νοικοκυρές κι η Καλομοίρα φυσικά, κάνανε τα πολυσπόρια. Βράζανε δηλαδή όσπρια μαζί, ό,τι είχε η καθεμιά: φασόλια, ρεβίθια, φακές, καλαμπόκι, λαθύρια. Μα αυτά δεν άρεσαν καθόλου στην Αντιγόνη και το Βαγγέλη κι ευτυχώς που τη μέρα εκείνη έφτιαχναν και καλό φαγητό για τους ξένους. Κοκοτό καλοθρεμμένο αν είχαν ή κρέας ή ψάρια απ’ τη Χώρα, μια και η γιορτή τύχαινε τη σαρακοστή των Χριστουγέννων. Μαζεύονταν όλοι στο μεγάλο τραπέζι της σάλας και απολάμβαναν τις λιχουδιές της Καλομοίρας και το κρασί του Γιάννη, πάντα μερακλίδικο και πετυχημένο. Κι ύστερα τα γλυκά και τα κεράσματα για το σπίτι. Κι έμενε η γιορτή μια γλυκιά ανάμνηση ως την επόμενη χρονιά.

Όμως στην Καλομοίρα ο ερχομός αυτής της μέρες της άφηνε μια ντροπή, γιατί θυμόταν πάντα τα καμώματα του Βαγγέλη με τα σπερνά, που την έκανε να λαχταρήσει και κυρίως ν’ αφήσει τους συγγενείς της χωρίς αυτά κι ακόμα να δώσει δικαιώματα στη γειτονιά να σχολιάσουν τα παιδιά της, μα κυρίως να κουτσομπολέψουν την ίδια π’ άφησε τα σχολιαρούδια απ’ το σκολειό στο σπίτι, αναθέτοντάς τους μια αρμοδιότητα δική της. Γι’ αυτό ποτέ ξανά δεν άφησε τα παιδιά, μα πήγαινε μόνη της, όσες δουλειές κι αν είχε. Ποιος τη ρωτούσε γι’ αυτές; Νοικοκυρά ήταν, έπρεπε να τα καταφέρει.

Λεξιλόγιο:

Σκολειό= σχολείο
Σπερνά= έδεσμα από στάρι κι άλλα καρυκεύματα
Κουρκούτη= στάρι και χυλός αλευριού (έδεσμα)
Μεσάλι= τραπεζομάντιλο
Ζαχαράτα= κουφέτα πολύχρωμα
Μουστόπιτα= μουσταλευριά
Μπακράτσι= σκεύος με κούπωμα και χερούλι
Μουσκλωμένη= θυμωμένη
Σκλιτζαμίτζα= ομαδικό παιχνίδι
Κόφα= σκεύος από καλάμι
Κίκαρη= κούπα
Κοκοτός= κόκορας

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το διήγημα είναι από το βιβλίο μου «ΑΠΟΔΡΑΣΗ ΣΤΟΥΣ ΣΦΑΚΙΩΤΕΣ», Σφακιώτες Λευκάδας Καλοκαίρι του 2010.

KATEΡΙΝΑ ΛΙΒΙΤΣΑΝΟΥ-ΝΤΑΝΟΥ
φιλόλογος

Προηγουμενο αρθρο
Δοκιμάσαμε και μάθαμε τι γίνονται τα προϊόντα που παράγονται από τον λαχανόκηπο του Ωνάση
Επομενο αρθρο
Ευχαριστήριο Ανεξάρτητης Ανανεωτικής Κίνησης Εργαζομένων Νοσοκομείου Λευκάδας

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *