HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΤο ιδίωμα της Λευκάδας

Το ιδίωμα της Λευκάδας

«Αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας»
Το ιδίωμα της Λευκάδας
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, επιδράσεις, γλωσσικός πλούτος

H παρουσίαση της θεματικής που αφορούσε το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα έγινε, στις 23 Μαρτίου, από τον ερευνητή Βασίλη Φίλιππα στα πλαίσια του οργανωμένου από τον π. Ιωαννίκιο Ζαμπέλη Διεπιστημονικού Σεμιναρίου με τίτλο «Διαδρομές Iστορίας και Τέχνης στη Λευκάδα» στον φιλόξενο χώρο της Καταφυγής. Για την κατανόηση του ιστορικού πλαισίου και των γλωσσικών ιδιαιτεροτήτων έγινε χρήση powerpoint, με προβολή 100 επεξηγηματικών καρτελών.

Το ιστορικό της σύνταξης του τοπικού Ιδιωματικού Λεξικού

Αρχικά ο ομιλητής έκανε μια σύντομη αναφορά στο βιογραφικό του και στις εργασίες του που αφορούν τη Λευκάδα και στη συνέχεια αναφέρθηκε αναλυτικά στο εν εξελίξει ερμηνευτικό και ετυμολογικό Ιδιωματικό Λεξικό της Λευκάδας που συντάσσει.
Το Λεξικό αυτό είναι προϊόν τριακονταετούς συστηματικής συλλογής γλωσσικού υλικού τόσο του προφορικού λόγου —της καθημερινής ζωής και των ιδιαίτερων επαγγελματικών ιδιωμάτων— βάσει ερωτηματολογίων, όσο και του γραπτού με την αποδελτίωση του συνόλου της λευκαδίτικης εργογραφίας από το 1845 έως τις ημέρες μας (αποδελτιώθηκαν πάνω από 1.250 βιβλία, λεξικά, γλωσσάρια, μελέτες, άρθρα περιοδικών και εφημερίδων λογοτεχνικά έργα, διδακτορικά, μεταπτυχιακά, φοιτητικές εργασίες, χειρόγραφες συλλογές κατατεθειμένες σε βιβλιοθήκες, σε αρχεία πανεπιστημίων, στην Ακαδημία Αθηνών κ.α.).
Αποδελτιώθηκαν επίσης πάμπολλα συμβόλαια, προικοσύμφωνα κ.λπ. της περιόδου της βενετοκρατίας (1684-1797) που βρίσκονται στο Αρχείο (ΓΑΚ νομού Λευκάδας).
Πλούσιους, τέλος, καρπούς απέδωσε και η σύγκριση του τοπικού ιδιώματος με αυτά των υπόλοιπων Ιόνιων Νησιών, της Ακαρνανίας και της Ηπείρου, με χρησιμοποίηση γι’ αυτό τον σκοπό 33 λεξικών των κατά τόπους ιδιωμάτων.

Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι η μοναδική —και όχι μόνο σε έκταση— στο είδος της προσπάθεια στον ελληνικό χώρο.
Οι λέξεις που περιλαμβάνει το Ιδιωματικό Λεξικό της Λευκάδας ανέρχονται σε 26.984, με 26.084 λήμματα. Από αυτές, 11.245 εντοπίστηκαν μετά από την έρευνα του συγγραφέα, 3.361 από τις οποίες δεν παρουσιάζονται πουθενά αλλού καταγραμμένες.
Σε πολλές χιλιάδες ανέρχονται, επίσης, οι αποδελτιωμένες λέξεις στις οποίες δόθηκε ερμηνεία μετά από έρευνα (τόσο βιβλιογραφική όσο και με τη βοήθεια ηλικιωμένων), καθώς και αυτές που είτε συμπληρώθηκαν με σημασίες άγνωστες στην ως τώρα βιβλιογραφία, είτε εμπλουτίστηκαν με φράσεις, παροιμίες, αινίγματα κ.λπ. από τον προφορικό λόγο, καθώς και αποσπάσματα εγγράφων από τον γραπτό.

Στο Λεξικό καταγράφονται οι πηγές κάθε λήμματος, δίνοντας έτσι δυνατότητα στους ερευνητές και τους φιλίστορες να το χρησιμοποιήσουν ως βιβλιογραφικό οδηγό. Σε αυτό καταγράφηκε επίσης η ιστορική (πρώτη χρονική) αναφορά σε κάθε λέξη, όπου αυτό στάθηκε δυνατό.
Επιχειρήθηκε με χρήση επιστημονικής βιβλιογραφίας και εξειδικευμένων λεξικών η ετυμολόγηση των λημμάτων. Μετά την ολοκλήρωσή της, η ετυμολόγηση θα αγγίζει περίπου το το 90% των καταγεγραμμένων λέξεων.
Σημειώθηκε επίσης όπου στάθηκε δυνατό η επιστημονική ορολογία σε φυτά, ζώα, πτηνά, ψάρια και οστρακοειδή.
Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν συμπεριελήφθηκαν οι χιλιάδες κοινές ελληνικές λέξεις που καταγράφονται στα παλαιότερα λευκαδίτκα γλωσσάρια ως τοπικές.
Θεωρώντας, τέλος ο συντάκτης του Λεξικού, τη γλώσσα ως κατοικία της ύπαρξης, συνέδεσε επίμονα τις λέξεις με το δημοτικό τραγούδι, τις παροιμίες, τα αινίγματα, τη λαϊκή ιατρική, τη μετεωρολογία, τις προλήψεις, τις κατάρες, τις απαγορεύσεις, τα ξόρκια, τους γλωσσοδέτες, τις συνταγές μαγειρικής, τα παιχνίδια κ.ο.κ.

Στα εκτενή εισαγωγικά τού υπό ολοκλήρωση Λεξικού αναλύονται τα γνωρίσματα και οι ιδιαιτερότητες του ιδιώματος στην προφορά και τη γραμματική, οι επιδράσεις που δέχτηκε μέσα στους αιώνες, η ιστορική του διαδρομή και εξέλιξη, τα όρια και τα χαρακτηριστικά των γλωσσικών του υποομάδων, η θέση του στη γεωγραφία των ελληνικών ιδιωμάτων κ.ο.κ.


Μετά την ολοκλήρωση και την έκδοσή του, θα ακολουθήσει και η διαδικτυακή του ανάρτηση.

Στη συνέχεια ο συντάκτης αναφέρθηκε στη γενεαλογία της έρευνας:
Στους συλλογείς του 19ου αιώνα, στον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, στον μεγάλο φιλόλογο, λαογράφο, συλλέκτη και εκπαιδευτικό Ιωάννη Σταματέλο και στον Γ.Χ. Μαραγκό. Στους συλλογείς του 20ού αιώνα: Χριστόφορο Λάζαρη, τον μεγάλο λαογράφο του τόπου Πανταζή Κοντομίχη, αλλά και στους Ηλία Γαζή, Δημήτρη Κατωπόδη, Νικόλαο Ράπτη, Ελένη Mανιάκη, Kωνσταντίνο Λάζαρη, Γεώργιο Φίλιππα, Σπυρογιάννη Δημ. Αργυρό (τον νυν μητροπολίτη Κεφαλονιάς Δημήτριο) κ.ά. Επίσης στους συλλογείς της Ακαδημίας Αθηνών, τόσο του Κέντρου Συντάξεως Ιστορικού Λεξικού όσο και του Κέντρου Μελέτης Ελληνικής Λαογραφίας, Ιωάννη Πούλο, Σταύρο Κατσουλέα, A. Aφρουδάκη, Δημήτρη Λουκάτο, Σπυρίδωνα Περιστέρη κ.ά. Τέλος στις αρχές του 21ού αιώνα τον Θωμά Κακλαμάνη.

Από τους παραπάνω, στάθηκε σε τρεις από τους σημαντικότερους συλλογείς και στις αντίστοιχες εκδομένες συλλογές τοπικού ιδιωματικού υλικού:

Τον Ιωάννη Σταματέλο, που με τις δημοσιευμένες και αδημοσίευτες συλλογές του διενήργησε την πρώτη συστηματική καταγραφή του ιδιώματος — με πολλές όμως αδυναμίες τόσο στην ετυμολογία, δέσμιος του ιδεολογικού κατασκευάσματος του «αιολοδωρισμού», όσο και λόγω των φραγμών που βάζει ο ίδιος στη συλλεκτική του εργασία, αφαιρώντας «όλας τας εκφύλους λέξεις και φράσεις, οίον τουρκισμούς, λατινισμούς και τους πολυαρίθμους ιταλισμούς». Επίσης, το έργο του Σταματέλου χαρακτηρίζεται από τη γλωσσολογικά και λεξικογραφικά λανθασμένη συμπερίληψη εκατοντάδων κοινών νεοελληνικών λέξεων στο λευκαδίτικο ιδίωμα.


Β) Τον εισαγγελέα Χριστόφορο Λάζαρη, που με τη δημοσίευση των Λευκαδίτικων το 1970 θα δώσει στη Λευκάδα το πρώτο της πραγματικό ιδιωματικό λεξικό, διασώζοντας εκατοντάδες ακατάγραφες αλλού λέξεις, τις οποίες θα ερμηνεύσει με εύστοχο και σφαιρικό τρόπο. Τα ερμηνευόμενα όμως σε καθαρεύουσα γλώσσα λήμματα, δεν ευκολύνουν τον σημερινό αναγνώστη.


Γ) Τον μεγάλο λαογράφο του τόπου, καθηγητή Πανταζή Κοντομίχη, που τόσο στο πλούσιο λαογραφικό έργο του όσο και στο Λεξικό του λευκαδίτικου γλωσσικού ιδιώματος του 2001 καταγράφει χιλιάδες λέξεις, αρκετές από τις οποίες δεν έχουν καταγραφεί αλλού. Το λεξικό του μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως λαογραφικό εργαλείο.


Στη συνέχεια παρουσιάστηκε συνοπτικά η εξέλιξη της γλώσσας στο νησί της Λευκάδας από την αρχαιότητα μέχρι και το τέλος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και την αρχή της φραγκοκρατίας, με την παράλληλη προβολή των αντίστοιχων γλωσσικών χαρτών.

Αρχαιότητα
Από τη μυκηναϊκή εποχή η Λευκάδα ανήκε στον γλωσσικό γεωγραφικό χώρο της πρώτης μαρτυρούμενης γραπτά ελληνικής γλώσσας — όπως πιστοποιεί τα τελευταία χρόνια η αρχαιολογική σκαπάνη στη Λευκάδα και το Μεγανήσι. Στους ιστορικούς χρόνους οι κάτοικοι του νησιού μιλούσαν τη δωρική διάλεκτο και μάλιστα από τον 7ο αιώνα π.Χ. την κορινθιακή παραλλαγή της. Από τα αλεξανδρινά χρόνια και με την πάροδο εκατονταετιών η κορινθιακή θα δώσει και στη Λευκάδα τη θέση της στην ελληνιστική κοινή.
Πολλές λέξεις της αρχαίας Ελληνικής αυτούσιες ή παρεφθαρμένες, οι οποίες δεν επιβίωσαν σε άλλα ιδιώματα ή στη νέα Ελληνική, συναντούνται στο λευκαδίτικο ιδίωμα. Χιλιάδες λέξεις παρέμειναν σε κοινή χρήση αυτούσιες ή παραλλαγμένες, όπως ονομασίες φυτών, δέντρων, εργαλείων, ψαριών κ.ο.κ., επίσης ρήματα, επιρρήματα και επίθετα. Από την αρχαία, δωρική διάλεκτο του νησιού δεν φαίνεται να επιβίωσαν παρά ελάχιστες λέξεις π.χ. αναπνοά, φάγος, πιάζω στη σύνθετη λ. ποροπιάζω και το κύριο όνομα Αθανά–Αθηνά σε μερικά χωριά.
Στα δημοτικά τραγούδια, στις παροιμίες και στα αινίγματα σπάνια συναντώνται μη ελληνικές λέξεις, ενώ οι ονομασίες των τοπωνυμίων στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι ελληνικές, και μάλιστα αρκετές αρχαιοπινείς.

Βυζάντιο
H απαρχή των διαλέκτων και των ιδιωμάτων της νέας ελληνικής γλώσσας ανάγεται χρονικά στην περίοδο μεταξύ του 10ου και του 12ου αιώνα μ.X. Oι επιμέρους αυτές διάλεκτοι και ιδιώματα διέσπασαν την ελληνιστική κοινή, παίρνοντας τη θέση της.
Την εποχή εκείνη η Λευκάδα, που υπέφερε από τις επιδρομές και τη φτώχεια, φαίνεται ότι ήταν αραιοκατοικημένη. Ο πληθυσμός, όμως, αυτής της περιόδου αποτελεί τη βάση του πληθυσμού της Λευκάδας των νεώτερων χρόνων και η γλώσσα του το υπόστρωμα του λευκαδίτικου ιδιώματος.
Από την εποχή αυτή όπως και από την επόμενή της, της φραγκοκρατίας, εισέρχονται στο ιδίωμα πληθώρα λέξεων, όπως μας βεβαιώνει η σύγκριση και με το Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Γλώσσας, του Εμμανουήλ Κριαρά.

Φραγκοκρατία
Κατά τη φραγκοκρατία (1294–1479) η Λευκάδα θα ενοποιηθεί διοικητικά και πολιτισμικά με τα νότια Επτάνησα.
Τη Λευκάδα διοίκησαν διαδοχικά οι Oρσίνι (1294–1331), στη συνέχεια οι υποτελείς των Ανζού (1331–1362) και τέλος οι Tόκκοι (1362–1479).
Η μετάφραση και δημοσίευση των φορολογικών καταλόγων της πρώιμης τουρκοκρατίας βεβαιώνει ότι τα χωριά της Λευκάδας στη μεγάλη τους πλειοψηφία, δημιουργήθηκαν κατά τη φραγκοκρατία.


Στην εποχή των Τόκκων ο πληθυσμός του νησιού παρουσιάσε γεωμετρική αύξηση και έφτασε στα 1479 στις 25.000 κατοίκους. Tην ενίσχυση του πληθυσμού, που μειώθηκε κατά τη φονική επιδρομή των Αλβανών στα 1380, ανέλαβε γύρω στα 1400 ο Κάρολος Α΄ Τόκκος, εγκαθιστώντας στο νησί κατοίκους από τις γύρω περιοχές αλλά και ανθρώπους κάθε εθνικότητας: «Φράγκους, Ρωμαίους, Σέρβους τε, μάλλον τους Αλβανίτας». Ο ίδιος μετέφερε την πρωτεύουσα του κράτους, που περιλάμβανε τη Ζάκυνθο, την Κεφαλονιά, την Ιθάκη και τμήματα της Ακαρνανίας και της Ηπείρου, στη Λευκάδα, η οποία από τότε και μέχρι και την πτώση τους στους Οθωμανούς θα γνωρίσει και αξιοσημειώτη πολιτιστική άνοδο.
Από την εποχή αυτή έμειναν στη γλώσσα λέξεις της καθημερινής ζωής καθώς και νομικού χαρακτήρα.

Τουρκοκρατία
Η τουρκοκρατία (1479–1684) διέκοψε βίαια την κοινή πορεία της Λευκάδας με τον υπόλοιπο επτανησιακό χώρο. Ο πληθυσμός του νησιού κατοίκους έπεσε στους 12.000, από τους όποίους το ένα τέταρτο ήταν μουσουλμάνοι.

Η πόλη όμως στο κάστρο μετατράπηκε γρήγορα σε ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά και πειρατικά κέντρα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, και τα πλοία της όργωναν την ανατολική και δυτική Μεσόγειο, ήταν πολυπληθής -για τα δεδομένα της εποχής- και διόλου απομονωμένη από τις οικονομικές και άλλες εξελίξεις (και τις γλωσσικές) του μεσογειακού χώρου. Στα 1623 είχε «σαράντα μεγάλα (εμπορικά) πλοία, που ταξιδεύουν για εμπόριο […] σ’ όλη τη χριστιανοσύνη και την Τουρκία, και διέθετε περίπου πεντακόσιες βάρκες (μπάρκα), που μεταφέραν σιτάρι και κρασί στην Κέρκυρα, Ζάκυνθο, Κεφαλονιά και σ’ άλλα μέρη». Οι κάτοικοι της πόλης ήταν έμποροι, ναυτικοί, πειρατές, πλοιοκτήτες και φτωχοψαράδες. Ο περιηγητής Εβλιά Τσελεμπή το 1668, γράφοντας για τους πειρατές της, ανέφερε ότι «η ομιλία [τους] έχει την προφοράν της ελληνικής και ευγλώττως και ευφραδώς ομιλούν την ελληνικήν και την φραγκικήν γλώσσαν». Tο φαινόμενο αυτό προφανώς δεν θα περιοριζόταν μόνο στους πειρατές αλλά θα εκτεινόταν και στους υπόλοιπους κατοίκους της.
Αυτό, μέχρι σ’ ένα σημείο, μπορεί να δώσει και εξήγηση τόσο στην ευκολία πρόσληψης της Ιταλικής αμέσως από τα πρώτα χρόνια της βενετοκρατίας, όσο και στο ότι ήδη το λεξιλόγιο έβριθε από ιταλικές λέξεις.
Την ίδια περίοδο στην ύπαιθρο τα —μειωμένα πληθυσμιακά σε σχέση με την εποχή της φραγκοκρατίας— χωριά κατοικούνται από ελληνόφωνους που δέχονται νεοφερμένους από την Ήπειρο, την Ακαρνανία, την Πελοπόννησο, την Κρήτη ακόμη και από την βενετοκρατούμενη Κεφαλονιά.
Αν και οι Οθωμανοί έμειναν για δυο ολόκληρους αιώνες στο νησί, οι τουρκικές λέξεις αυτούσιες, παρεφθαρμένες ή ως μέρος σύνθετων λέξεων είναι κατά πολύ μικρότερες του αναμενόμενου.
Ο συλλογέας τις υπολογίζει μεταξύ του 5-7% του κατεγραμμένου γλωσσικού υλικού.
Άφησαν, επίσης, λιγοστά τοπωνύμια, που αποτελούν δήλωση ιδιοκτησίας: «Πασά», «Mπέη», «Kουζούντελη».

Οι τουρκικές λέξεις παρέμειναν σε χρήση επίσης λόγω των έποικων από την απέναντι Στερεά και Ήπειρο, των αδιάκοπων εμπορικών συναλλαγών με τον απέναντι οθωμανοκρατούμενο χώρο αλλά και του ότι χιλιάδες φτωχοί Λευκαδίτες χωρικοί έφευγαν κάθε χρόνο από το νησί για να δουλέψουν στα εκεί χωράφια. Επίσης, επειδή κλειστοί κόσμοι όπως αυτοί των χωριών αποβάλλουν με μεγαλύτερη καθυστέρηση γλωσσικά στοιχεία. Το τελευταίο δικαιολογεί και τη διατήρηση περισσοτέρων τουρκικών λέξεων στα χωριά σε σχέση με την πόλη.

Aς σημειωθεί εδώ ότι τούρκικες λέξεις —σε αμελητέο όμως ποσοστό— συναντιώνται και στα υπόλοιπα Επτάνησα, που δεν έζησαν τουρκική κατοχή.

Σλαβικές, αλβανικές και κουτσοβλαχικές λέξεις στο ιδίωμα
Την περίοδο αυτήν (αν όχι και κατά τη φραγκοκρατία) εισήχθησαν στο ιδίωμα και οι λιγοστές λέξεις της σλαβικής (γύρω στις εκατό: βαβά, βελίτσα, οβορός κ.ά.), της αλβανικής (γύρω στις εκατό: βάκρα, γκίζα, μαρκαλίζω κ.ά.) και της κουτσοβλαχικής (γύρω στις σαράντα: βετούλι, γκερεμέζι κ.ά.) γλώσσας, που αφορούν κυρίως τη γεωργία και την κτηνοτροφία.

Στη συνέχεια ο ομιλητής αναφέρθηκε αναλυτικά, όσο επέτρεπε ο καθορισμένος χρόνος της παρουσίασης, στην περίοδο κατά την οποία διαμορφώθηκε και αποκρυσταλλώθηκε το ιδίωμα, δηλαδή τη Βενετοκρατία.


Το λευκαδίτικο ιδίωμα μπορεί να έχει τις βαθύτατες ρίζες του στον 12ο αιώνα και σε στοιχεία που επιβίωσαν από την περίοδο της φραγκοκρατίας και της τουρκοκρατίας, αλλά αυτό που γνωρίζουμε σήμερα ως τέτοιο διαμορφώθηκε στα μόλις 114 χρόνια της βενετικής παρουσίας στο νησί (1684–1797). Η κατάκτηση της Λευκάδας, τη συνέδεσε και πάλι πολιτισμικά και διοικητικά με τον υπόλοιπα Επτάνησα. Οι κάτοικοι που παρέμειναν στο νησί, επιζητούσαν την ενσωμάτωσή τους στον βενετικό χώρο και η αίσθηση αυτή έκανε πιο εύκολη την αποδοχή του κυρίαρχου πολιτικού και πολιτιστικού μοντέλου. Το έδαφος, όπως αναφέρθηκε, ήταν ήδη γόνιμο και η βενετική γλώσσα βρήκε πολλούς δρόμους για να επιδράσει στο τοπικό ιδίωμα.

Η βενετική διάλεκτος πρόσφερε τις λέξεις για να εκφραστούν έννοιες νομικές, της παραγωγής και των σχέσεων. Έδωσε επίσης έτοιμες τις λέξεις εργαλείων και τους όρους στους τεχνίτες κάθε είδους για να εκφραστούν, στους ναύτες, στους κτίστες, στους σιδηρουργούς, στους βυρσοδέψες, στους εμπόρους, στους εργαζόμενους στις αλυκές, στους τσαγκάρηδες, στους ψαράδες, στους γιατρούς και στους φαρμακοποιούς κ.ο.κ. Αλλά και στα έπιπλα, στα διάφορα σκεύη, στα αντικείμενα καθημερινής χρήσης και στην ενδυμασία, την υπόδηση και τα κοσμήματα, στα υφάσματα, καθώς και ονομασίες φυτών, δέντρων και καρπών, ψαριών και ζώων και πτηνών.

Η ίδια έδωσε και τις ονομασίες των μέτρων και των σταθμών, τα οποία παρέμειναν σε χρήση στη λαϊκή γλώσσα ακόμη και εκατόν εξήντα χρόνια μετά την κατάλυση της βενετικής κυριαρχίας. Eπίσης τις ονομασίες των ανέμων, των καιρικών φαινομένων και των χρωμάτων, ενώ επηρέασε και το λεξιλόγιο της μαγειρικής, των επαγγελμάτων, της οικογένειας μα και της κοινωνικής–καθημερινής ζωής, των συναισθημάτων, καθώς και οτιδήποτε άλλο αφορά τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά των ανθρώπων.

Η γλώσσα της διοίκησης, της νομικής, του εμπορίου και της επικοινωνίας ήταν η Ιταλική. Οι συμβολαιογραφικές πράξεις βρίθουν ιταλικών λέξεων που για να τις κατανοήσει κανείς πρέπει να έχει καλή γνώση της ιταλικής γλώσσας αλλά και της βενετσιάνικης διαλέκτου, φαινόμενο που παρατηρείται και στα υπόλοιπα Επτάνησα. Οι ευγενείς και οι εύποροι αστοί της πόλης την χρησιμοποιούσαν με ευχέρεια, ενώ τα παιδιά τους τη σπούδαζαν είτε με δάσκαλους στο σπίτι είτε, τα πλουσιότερα, στα ιταλικά πανεπιστήμια. Οι ευρισκόμενοι στην κορυφή της τοπικής κοινωνικής πυραμίδας και όσοι συνεργάζονταν ή εργάζονταν για τη διοίκηση ήταν ουσιαστικά δίγλωσσοι.
Η ιταλική γλώσσα και η βενετική διάλεκτος κάλυψαν, όπως περιγράφηκε, το λεκτικό κενό για την περιγραφή νέων εργαλείων, τεχνικών, εργασιών, μέτρων, σταθμών κ.λπ. αλλά και νομικούς και δικαιοπρακτικούς όρους («αναγκαία ή δηλωτικά δάνεια»). Επίσης, ως επιδραστική γλώσσα, έδωσε πάμπολλα ρήματα, επιρρήματα, όρους που δηλώνουν συναισθηματικές καταστάσεις, χαρακτηρισμούς, συμπεριφορές κ.ο.κ. για τα οποία υπήρχαν αντίστοιχες ελληνικές λέξεις, αντικαθιστώντας τις ή λειτουργώντας παράλληλα με αυτές («δάνεια πολυτελείας ή συνυποδηλωτικά»).

Τα τοπωνύμια στην ιταλική είναι λίγα, κι αυτά κατά κύριο λόγο εντοπίζονται στην πόλη: Πόντες, Μαϊστράτο, Μαρκάς, Μποσκέτο, Σέτε, Μπαταρία…

Ο κύριος δρόμος της πολυποίκιλης επίδρασης περνούσε από την πόλη. Η πόλη μεταφέρθηκε στη σημερινή θέση της το 1684, κι έτσι εξαφανίστηκαν οι μνήμες της τουρκικής περιόδου. Χτίστηκε με δυτικά πολεοδομικά πρότυπα, κοσμήθηκε με εκκλησίες δυτικού τύπου με μπαρόκ τέμπλα, δυτικότροπες εικόνες και καμπαναριά, ενώ η αρχιτεκτονική των σπιτιών της επηρεάστηκε κι αυτή από τη Δύση στο μέτρο που το επέτρεπαν οι ιδιαίτερες τοπικές συνθήκες. Η πόλη συνέχισε να έχει μέχρι περίπου το 1720 οικονομική ευμάρεια και μόνιμη επαφή με τον έξω κόσμο.


Σε αυτήν επίσης —καθώς και στο κάστρο— κατοικοέδρευαν οι βενετικές αρχές με τους υπαλλήλους και τον στρατό, καθώς κι η λατινική Εκκλησία και έποικοι προερχόμενοι από τον ιταλικό χώρο. Ο πληθυσμός της διακρίθηκε —όπως και στα άλλα νησιά— σε τρεις τάξεις, νόμπιλοι, νοτάμπιλοι και ποπολάροι, με τις εδώ ιδιαιτερότητες, τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά και τον ρόλο που η κάθε μια είχε, μα και με τη συνείδηση της αστικότητάς τους, ενώ οι επαγγελματίες ενώθηκαν σε συντεχνίες.


Την περίοδο αυτή εμφανίζεται και ο «μπ(ου)ρανέλος» με τις ιδιαίτερες συμπεριφορές του —κοινές με αυτές των κατοίκων των κατώτερων τάξεων των υπόλοιπων επτανησιακών πόλεων— και με την ιδιόμορφη προφορά της γλώσσας.
Στην πόλη επικράτησε η καντάδα και οι βενετσιάνικοι χοροί, το έθιμο της «Διάνας» την πρωτοχρονιά, το καρναβάλι με τις μεταμφιέσεις, τα θεάματα κ.λπ.


Όσο για την ύπαιθρο, την εποχή της βενετοκρατίας οριστικοποίηθηκε η μορφή των χωριών όπως την ξέρουμε σήμερα. H γλώσσα των χωριών επηρεάστηκε με πιο βραδείς ρυθμούς και σε λιγότερο βαθμό από την Ιταλική — φαινόμενο που παρατηρείται επίσης στα άλλα Επτάνησα. Στα χωριά, οι δυτικές επιδράσεις στην αρχιτεκτονική των ναών, στη φορεσιά των γυναικών κ.ο.κ., ήταν πιο αργές και λιγότερο εκτεταμένες σε σχέση με την πόλη. Eδώ επίσης δεν υπήρχαν εξειδικευμένα αστικά επαγγέλματα, αλλά και πολλά από τα εργαλεία που χρησιμοποιούνταν, μαζί με τη σχετική ορολογία, ελάχιστα άλλαξαν από την αρχαιότητα. Ίσως ο χρόνος της βενετικής κατάκτησης να μην ήταν αρκετός. H ύπαιθρος χώρα, επίσης, δεν σταμάτησε να έχει δεσμούς με τον απέναντι ακαρνανικό και ηπειρωτικό χώρο.


H χρήση των ιταλικών και βενετικών λέξεων μπορεί να θεωρηθεί περιορισμένη, όμως, μόνο σε σχέση με την ευρύτατη επιρροή της ιταλικής γλώσσας στην πόλη. Η σημαντικότερη, μάλιστα, δυτική επίδραση στα χωριά, ήταν η γλωσσική, όπως αποδεικνύεται τόσο από την έρευνα όσο και από την αποδελτίωση λαογραφικών εργασιών ή κειμένων γραμμένων στο τοπικό ιδίωμα.
H ιταλική γλώσσα και η βενετσιάνικη διάλεκτος έδωσαν επίσης, όπως και στα υπόλοιπα Επτάνησα, πολλές από τις καταλήξεις των λέξεων. Στο λευκαδίτικο λεξιλόγιο συναντώνται σε πολύ μεγάλο βαθμό οι ίδιες ιταλικές και βενετικές λέξεις όπως και σε όλο τον Ιονιο νησιωτικό χώρο. Bέβαια από νησί σε νησί διαφέρει, συχνά, τόσο η διατύπωση των λέξεων όσο και, πιο σπάνια, η ερμηνεία τους.

Στη συνέχεια για να γίνουν κατανοητές τόσο η πολυδιάστατη επίδραση της ιταλικής γλώσσας και της βενετικής διαλέκτου στο λευκαδίτικο ιδίωμα, όσο και η πληθώρα των ιταλικών και βενετικών λέξεων που εισήχθησαν σε αυτό, έγινε προβολή δεκαοκτώ πινάκων του power point με ανάλογα παραδείγματα.


Μετά τη βενετική περίοδο
Aπό το 1797 ώς και το 1864 η Λευκάδα βρέθηκε κάτω από την την κυριαρχία των Γάλλων, των Pωσοτούρκων και τον Άγγλων, ενώ από τα 1803 εντάχθηκε στο μόρφωμα της Eπτανήσου Πολιτείας. Aπό τα χρόνια αυτά άρχισε να υποχωρεί σταδιακά με πολύ-πολύ αργούς ρυθμούς, το τοπικό ιδίωμα. H θέληση για την ένωση με την Ελλάδα, οδήγησε σε νέα αντίληψη για τη γλώσσα και οι ντόπιοι λόγιοι στράφηκαν κι αυτοί δυναμικά προς αυτή την κατεύθυνση. Η επίδραση της Ιταλικής συνέχιζε να είναι βέβαια ισχυρή, μιας και παρέμεινε επίσημη γλώσσα της διοίκησης της Επτανήσου Πολιτείας μέχρι και το 1850.


Η επίδραση της γαλλικής και της αγγλικής γλώσσας υπήρξε, όπως και για τα υπόλοιπα Επτάνησα, περιορισμένη και μόνο λιγοστές λέξεις πέρασαν από αυτές στο λευκαδίτικο ιδίωμα. Οι αγγλικές είναι γύρω στις 50 και οι γαλλικές γύρω στις 150.

Χαρακτηριστικά ιδιώματος
Tο ιδίωμα της Λευκάδας ανήκει στα ημιβόρεια ιδιώματα της νέας ελληνικής γλώσσας. Κύρια χαρακτηριστικά αυτών των ιδιωμάτων είναι ότι εμφανίζουν την πτώση των άτονων ι και ου μέσα στη λέξη καθώς και την πτώση του τελικού ι· με απλά λόγια, λέμε τ’γάν’ και όχι τηγάνι. Όμως, σε αντίθεση με την Αιτωλοακαρνανία και τις περισσότερες περιοχές της Hπείρου που έχουν επίσης βόρεια ιδιώματα, δεν παρουσιάζουν τη στένωση του ο σε ου και του e σε ι, λέμε κορίτσι, μελίσσι κι όχι κουρίτσ’, μιλίσσ’.

Aυτό εντάσσει τη Λευκάδα στον ίδιο γλωσσικό χώρο με τα ιδιώματα της Σκύρου, της Mυκόνου, της πόλης της Kαστοριάς, μερικών χωριών έξω από την Πρέβεζα, του ανατολικού τμήματος της ανατολικής Θράκης κ.ο.κ., ιδιώματα βέβαια που δεν βρίσκονται σε έναν ενιαίο γεωγραφικό χώρο και που δεν αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.
Λόγω κυρίως του ημιβόρειου αυτού φωνηεντισμού, η πλειοψηφία των ερευνητών δεν κατατάσσει το λευκαδίτικο ιδίωμα στα υπόλοιπα επτανησιακά, που έχουν νότιο φωνηεντισμό — που δεν συγκόπτουν δηλαδή τις λέξεις. Nα τονιστεί εδώ ότι το λευκαδίτικο ιδίωμα, στα περισσότερα από τα άλλα φωνολογικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά του, συμπορεύεται με τα λοιπά επτανησιακά ιδιώματα.
Τόσο το ότι τα πελοποννησιακά και τα επτανησιακά ιδιώματα θεωρούνται οι βάσεις τις κοινής Νεοελληνικής, όσο και η θέση της Λευκάδας (ανάμεσα στον ηπειρωτικό και τον νησιωτικό χώρο), υπήρξαν βασικοί λόγοι που το ιδίωμα δεν μελετήθηκε επιστημονικά παρά ελάχιστα.


Τις μέχρι τώρα κατατεθειμένες απόψεις επιχειρεί να ανατρέψει με την έρευνά του ο καθηγητής Γλωσσολογίας κ. Παναγιώτης Κριμπάς. Εξετάζοντας τριάντα τρία χαρακτηριστικά που διακρίνουν τη Λευκαδίτικη από τη Νέα Ελληνική Κοινή, και πάντα σε σύγκριση με τα άλλα ιδιώματα των Επτανήσων, σημειώνει ότι με τα τελευταία η Λευκαδίτικη μοιράζεται είκοσι εννέα χαρακτηριστικά, τουλάχιστον, ενώ διαφέρει από αυτά μόνο σε τέσσερα, με κυριότερα τον συστηματικό ημιβόρειο φωνηεντισμό και τις αισθητά περισσότερες τουρκικές λέξεις.

Γεωγραφικές περιοχές
Το ιδίωμα χωρίζεται γενικά σε τρεις περιοχές :
α) Της πόλης (τα «μπουρανέλικα»). Επτανησιακό ηχόχρωμα με χαρακτηριστικό επιτονισμό.

β) Των χωριών του βόρειου τμήματος, δηλαδή Σφακιώτες, Kαρυά, Εξάνθεια κ.λπ. Εδώ ομιλείται το ιδίωμα με πιο βαριά προφορά και έχουμε επίσης και στοιχεία βόρειου φωνηεντισμού, δηλαδή τροπή του ο σε ου.

γ) Των χωριών του νότιου τμήματος και του Mεγανησίου. Στη νότια Λευκάδα έχουμε πιο ελαφρά (πάντα ημιβόρεια) προφορά και σύμφωνα με τον Π. Κριμπά αυτή έχει ομοιότητες με της βόρειας Κεφαλονιάς.

Το ηχόχρωμα ας σημειωθεί ότι διαφέρει —συχνά ανεπαίσθητα— από χωριό σε χωριό στις περιοχές β και γ.


Όσον αφορά το λεξιλόγιο —κάνοντας σύγκριση πάντα με τα λεξιλόγια των όμορων και κοντινών τόπων— παρουσιάζει μεγάλη συνάφεια με αυτό τον υπόλοιπων νησιών του Iονίου και κύρια με αυτά της Zακύνθου, της Kεφαλονιάς και ιδιαίτερα της Iθάκης, αλλά και με της απέναντι Στερεάς, κυρίως της Aκαρνανίας. Με τα υπόλοιπα Επτάνησα μοιράζεται και πολύ μεγάλο αριθμό λέξεων της Ελληνικής και της Ιταλικής, που επιχωριάζουν μόνο σε αυτά (ναίσκε, όσκε, τζόγια, μάρε κ.ο.κ.). Όσον αφορά την Ακαρνανία και περισσότερο τις δυτικές ακτές της που γειτνιάζουν με τη Λευκάδα, η σχέση υπήρξε αμφίδρομη και ως προς τον φωνηεντισμό· όσο πλησιάζουμε προς τη Λευκάδα, τόσο η προφορά χάνει τα βαριά χαρακτηριστικά της.
Ας σημειωθεί επίσης ότι το λεξιλόγιο, όπως έχει καταγραφεί, δεν είναι κοινό σε όλο το νησί. Σίγουρα ένα μεγάλο μέρος του ήταν κοινό, κατανοητό απ’ όλους, υπάρχουν όμως λέξεις που τα όρια χρήσης τους είναι πολλές φορές δυσδιάκριτα, μιας και μερικές από αυτές χρησιμοποιούνταν σε ένα μόνο χωριό ή σε έναν μικρό αριθμό χωριών, ή μόνο στην πόλη ή ακόμη-ακόμη σε μια μόνο συνοικία της (στου Πουλιού ή στην Aγία Kάρα). Διακριτές, επίσης, είναι και οι “γλώσσες” των επαγγελμάτων, καθώς και της υφαντικής και της κεντητικής.

Σύγκριση του λευκαδίτικου ιδιώματος με τη Νέα Ελληνική Κοινή
Στη συνέχεια ο ομιλητής πρόβαλλε εν συντομία 30 επεξηγηματικούς πίνακες για μια πρώτη επαφή των συμμετεχόντων στο Σεμινάριο με τις γλωσσολογικές ιδιομορφίες του λευκαδίτικου ιδιώματος τόσο στη φωνητική και τη φωνολογία (φαινόμενα σχετικά με τα φωνήεντα και τα σύμφωνα: αποβολή, ανάπτυξη, τροπή κ.λπ.), όσο και στη μορφολογία (άρθρα, αριθμητικά, αντωνυμίες, επιρρήματα, ρήματα, ουσιαστικά, επίθετα κ.λπ.), καθώς επίσης στην ονοματολογία και τον επιτονισμό.


Μια εκτενή παρουσίαση των παραπάνω, περιλαμβάνεται στα εισαγωγικά του υπό έκδοση Λεξικού.

Το τέλος του ιδιώματος
Aπό το 1864, έτος της ένωσης της Επτανήσου με την Ελλάδα, κι έπειτα, το τοπικό ιδίωμα άρχισε να συρρικνώνεται ταχύτερα. Tο κύριο βάρος κι εδώ όπως και παντού στον ελλαδικό χώρο είχε η εκπαίδευση, η επιχειρούμενη κάθαρση της Ελληνικής από ξένα στοιχεία, με τη δημιουργία λέξεων που αντικατέστησαν ξενικούς όρους στα επαγγέλματα και στη διοίκηση ή με την επαναφορά αρχαίων, η αποκοπή από τον ιταλικό χώρο και τις επιρροές του, τέλος η διαρκώς ογκούμενη μετανάστευση από τις αρχές του 20ού αιώνα, που θα φέρει σε όλο και στενότερη επαφή τους ντόπιους με τους υπόλοιπους κατοίκους του ελλαδικού χώρου, οι οποίοι σαν κοινό εργαλείο συνεννόησης και ανέλιξης έχουν την τότε διαμορφούμενη κοινή νεοελληνική γλώσσα. Mετά τον πόλεμο του 1940, ο εμφύλιος και ο σεισμός του 1948 οδήγησαν ακόμη περισσότερους Λευκαδίτες έξω από την εστία τους. Στην πόλη οι «μπουρανέλοι» σταδιακά θα γίνουν μειοψηφία και η παλιά πόλη θα μείνει σχεδόν έρημη, ενώ τα χωριά θα ερημώσουν με την μετακίνηση των πληθυσμών τους τόσο προς αυτήν όσο κι έξω από το νησί. Μετά τη χούντα, ο τουρισμός θα ανατρέψει την παραδοσιακή οικονομία του νησιού αλλά και την αλληλοεξάρτηση πόλης-χωριού, ενώ σημαντικό ρόλο στην οριστική εξαφάνιση της ντοπιολαλιάς θα παίξει και το ραδιόφωνο, και ακόμη περισσότερο η τηλεόραση.
Η διαδικασία αυτή κράτησε δεκαετίες, ώσπου στις μέρες μας βιώνουμε την τελική του εξαφάνιση. Το μόνο που απομένει είναι η καταγραφή και η μελέτη αυτών των γλωσσικών θησαυρών του παρελθόντος, για χάρη της δικής μας αυτογνωσίας και της ιστορικής γνώσης των επερχόμενων.

Αντί τέλους. Η σκυτάλη της έρευνας…
Τι απομένει να γίνει μετά από την ολοκλήρωση, την έντυπη και ψηφιακή δημοσίευση του Ιδιωματικού Λεξικού, που τρόπον τινά αποτελεί και την Κιβωτό της τοπικής γλώσσας;
Τα όρια της καταγραφής στο πεδίο στενεύουν πολύ, αφού τα αμείλικτα βέλη του χρόνου αφαιρούν από την πατρώα και μητρώα γη κάθε μέρα που περνά έναν-έναν τους τελευταίους ομιλητές (του είτε έτσι είτε αλλιώς αποδυναμωμένου σε σχέση με πριν 100 χρόνια) ιδιώματος.
Μπορεί, όμως, να εμπλουτιστεί από αδημοσίευτες συλλογές που λανθάνουν και ενδέχεται να έλθουν στην επιφάνεια απρόσμενα — μιας και πολλοι Λευκαδίτες τα τελευταία 100 χρόνια φαίνεται ότι κατέγραφαν ερασιτεχνικά λέξεις σε τετράδια χωρίς να έχουν σκοπό να τις δημοσιοποιήσουν (κάποιους από αυτούς αναφέρει στην εισαγωγή του λεξικού του ο Χρ. Λάζαρης).
Ένας ιδιαίτερα μορφωμένος, μάλιστα, Λευκαδίτης συνέταξε με επιστημονικό τρόπο μια συλλογή ιδιωματικών λέξεων και δημοτικών τραγουδιών που βραβεύτηκε το 1903. Παρά τη μέχρι τώρα έρευνα, ούτε αυτή ούτε καν το όνομά του στάθηκαν προς το παρόν δυνατό να βρεθούν.
Τέλος, και για πολλές δεκαετίες ακόμη, λέξεις θα μας δίνει το Αρχείο της Λευκάδας με τις χιλιάδες συμβολαιογραφικές πράξεις και τα κάθε λογής έγγραφα, που περιμένουν υπομονετικά την αποδελτίωση — μια σχεδόν ανεξάντλητη πηγή για το τοπικό μας ιδίωμα.

Την παρουσίαση του ο Βασίλης Φίλιππας έκλεισε με δύο αποφθέγματα του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν και του Φεντερίκο Φελίνι για τη γλώσσα και τις λέξεις και στη συνέχεια απάντησε στις ερωτήσεις των συμμετεχόντων στο Σεμινάριο.

Προηγουμενο αρθρο
Ανακοίνωση υποψηφιότητας Γεωργίου Τριλίβα
Επομενο αρθρο
Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ): Ισχύει στην πόλη μας ή μήπως είναι μια «ταμπελίτσα» από βιτρίνα ζαχαροπλαστείου;

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *