HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΗ επική ζωή της Μαρία Κάλλας είναι μυστηριώδης σαν κάποια ιστορία της Ελληνικής μυθολογίας

Η επική ζωή της Μαρία Κάλλας είναι μυστηριώδης σαν κάποια ιστορία της Ελληνικής μυθολογίας

Η επική ζωή της Μαρία Κάλλας είναι μυστηριώδης σαν κάποια ιστορία της Ελληνικής μυθολογίας και είναι γεμάτη με παραδοξότητες που θυμίζουν έντονα την πλοκή αρχαιοελληνικής τραγωδίας.

Α΄ Μερος

Του Χρήστου Χαλκιά

Ξεκίνησε μια φτωχιά, παχιά και μυωπική κοπέλα, από μια διαλυμένη οικογένεια κάτω από μια καταπιεστική μάνα. Παντρεύτηκε κάποιον πού ήταν στην ηλικία του πατέρα της και πάλεψε σχεδόν μόνη της σ’ έναν κόσμο ξένον προς αυτήν και με ανθρώπους που πολύ εύκολα πατούσαν τους άλλους για να ανεβούν οι ίδιοι.
Δεν ήταν Ιταλίδα και δεν είχε καμιά μουσική παράδοση σχετικά με την Όπερα και όμως έγινε ένας μύθος, η πριμαντόνα του 20ου αιώνα, η primadonna assoluta, La Callas.

Όπως χαρακτηριστικά έγραψε ο μαέστρος Νικόλα Ρεζίνιο: «Είναι μυστήριο το πώς μπορεί να τραγουδάει το τέλειο ρετσιτατίβο, ένα κορίτσι από το Μπρόνξ, πού γεννήθηκε σε οικογένεια ξένη από τον κόσμο της μουσικής και μεγάλωσε σε μια ατμόσφαιρα άσχετη από την οπερετική παράδοση…»

Η ιστορία της, ήταν μια όπερα από μόνη της. Μια ιστορία μελοδραματική, σπάνια, πιο διαχρονική και από τους ρόλους των δραματικών ηρωίδων που ερμήνευσε κατά καιρούς στις μεγαλύτερες σκηνές του κόσμου. Κατατρεγμένη σταχτοπούτα, αλλά δικαιωμένη και λατρεμένη. Δόξα και δράμα. Πείνα και διαμάντια. Καταξίωση και καταδίκη. Οργασμός και θλίψη.

«Η ιστορία της Μαρίας, από την αρχή μέχρι το τέλος της ζωής της, είναι η επική ιστορία μιας γυναίκας παγιδευμένης από την εύνοια του Θεού», όπως έγραψε ένας που την γνώρισε καλά.

ΤΑ ΝΕΑΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

Ο παππούς της Μαρίας από την πλευρά της μητέρας της, ήταν ο Πέτρος Δημητριάδης, ένας στρατιωτικός που καταγόταν από την Στυλίδα και σύμφωνα με μαρτυρίες, ένας ερασιτέχνης τραγουδιστής της Όπερας. Η εγγονή κληρονόμησε την κλήση του, αλλά η κόρη του Ευαγγελία, κληρονόμησε την στρατιωτική νοοτροπία του την οποία ανέμειξε με μια ψευδο-καλλιτεχνική αφιέρωση πού σκοπό είχε να δημιουργήσει γύρω της έναν αέρα ελιτισμού και αριστοκρατίας. Η φιλοδοξία συχνά βαπτίζεται όραμα.

Όπως γίνεται όμως σχεδόν πάντα, η Ευαγγελία έθαψε βαθιά μεσα της τα μεγαλεπήβολα οράματά της και παντρεύτηκε τον Γ. Καλογερόπουλο, έναν απόφοιτο φαρμακευτικής Αθηνών, με τον οποίον γύρω στα 1917 πήγαν να ζήσουν στο Μελιγαλά όπου ο Πέτρος άνοιξε ένα μικρό φαρμακείο.

Εκεί γεννήθηκε η πρώτη κόρη τους η Τζάκυ (Υακίνθη) και το 1920 ο γιος τους Βασίλης ο οποίος όμως πέθανε τρία χρόνια αργότερα από τυφοειδή πυρετό. Λίγο η οικογενειακή τραγωδία και το οικονομικό αδιέξοδο και περισσότερο οι κρυφές φιλοδοξίες της Ευαγγελίας πάρθηκε η μεγάλη απόφαση να μεταναστεύσουν στις ΗΠΑ, την χώρα των ευκαιριών και της ευημερίας…

Το πλοίο από την Ελλάδα μετά από ένα κοπιαστικό ταξίδι ενός μηνός έριξε άγκυρα στην Νέα Υόρκη στις 2 Αυγούστου 1923.

Καθώς περνούσαν για τον καθορισμένο έλεγχο των μεταναστών στα Έλλις Άϊλαντς, ρώτησαν γιατί οι σημαίες κυμάτιζαν μεσίστιες και τους πληροφόρησαν ότι η χώρα πενθούσε τον θάνατο του προέδρου Χάρτινγκ. Μετά τις διατυπώσεις πήραν το δρόμο για την Ελληνική φτωχο-συνοικία της Νέας Υόρκης, την γνωστή Αστόρια, στο Λόνγκ Άϊλαντ.

Ο Γιώργος Καλογερόπουλος άρχισε να ψάχνει για δουλειά και κατέληξε υπάλληλος σε κάποιο φαρμακείο. Την ίδια χρονιά, την 3η Δεκεμβρίου 1923 γεννήθηκε η δεύτερη κόρη τους η Μαρία. Το πραγματικό της όνομα ήταν Άννα-Μαρία-Σοφία, το οποίο αργότερα έγινε Μαριάννα Καλογεροπούλου και τέλος Μαρία Κάλλας.

Το 1927 μετακόμισαν στο πιο εξελιγμένο Μανχάταν και ο Κάλλας απέκτησε πλέον δικό του φαρμακείο. Καθώς άρχισαν να ευημερούν η Ευαγγελία θεώρησε πρώτη αναγκαιότητα να αγοράσει ένα πανάκριβο για την εποχή αξεσουάρ, ένα γραμμόφωνο. Ο πρώτος δίσκος ήταν το «Vissi d’ arte», από την Τόσκα, και ακολούθησαν αρκετοί άλλοι στο ίδιο μοτίβο.

Όχι, η Ευαγγελία δεν είχε συναίσθηση του τι έκανε απλά ήθελε να εισάγει τις κόρες της στο καλό κόσμο και η ίδια να φαντάζει σαν μέλος της σοφιστικέ κοινότητας της Νέας Υόρκης.

Ατυχώς τα όνειρα και οι ανέλιξη της Ευαγγελίας έληξαν όπως και πολλών άλλων –μερικών τραγικά- με το οικονομικό κράχ του 1929. Ακολούθησε ανεργία, δυσπραγία, χρέη και η πώληση αρον-αρον τα φαρμακείου…Μόνη πολυτέλεια μέσα από μεγάλες στερήσεις είναι η συνέχιση των μαθημάτων πιάνου στα κορίτσια αν και η Μαρία δήλωσε ότι πλέον βάζει πλώρη να γίνει οδοντίατρος.

Η μάνα της όμως δήλωσε ότι την ήθελε παγκόσμια σταρ… Στο φτωχό μυαλό της η ευτυχία, η δόξα, το χρήμα, η μακροζωία, η ευμάρεια και η ομορφιά ήταν όλα αλληλένδετα.

Μολονότι δεν ήταν ιδιαίτερα εμφανίσιμη και σίγουρα χωρίς αυτοπεποίθηση η Μαρία από μικρή έδωσε δείγματα του μουσικού ταλέντου της και της θαυμάσιας φωνής της. Έτσι από τα οκτώ της χρόνια παρακολούθησε μαθήματα τραγουδιού. Ανακαλύπτοντας γρήγορα τα εξαιρετικά χαρίσματα της κόρης της, η φιλόδοξη μητέρα την έσπρωξε να τα αξιοποιήσει από πολύ νωρίς και μάλιστα με τρόπο εξαιρετικά πιεστικό. Όπως εξομολογήθηκε αργότερα η ίδια η υψίφωνος, «έπρεπε να υπάρχει νόμος που να απαγορεύει μια τέτοια μεταχείριση των παιδιών».

Υπό την συνεχή πίεση της μητέρας της ελάμβανε μέρος στον έναν ερασιτεχνικό διαγωνισμό μετά τον άλλο. Μόνη της αμοιβή ήταν η επιδοκιμασία της Ευαγγελίας και η δυνατότητα να νοικιάζει για να ακούει δίσκους Όπερας, δεδομένου ότι ήταν αρκετά ακριβοί την εποχή εκείνη για να τους αγοράζει κάποιος.

Πηγαίνοντας από το ένα παιδικό σώου στο άλλο, μετέχοντας σε ραδιοφωνικά προγράμματα όπως το Mutual Radio Network, και λαμβάνοντας μέρος σε διαγωνισμούς, γνωρίζοντας αρκετές διακρίσεις έφθασε στο συμπέρασμα ότι ίσως η μόνη διέξοδο για τον μυθικό κόσμο, πέρα από την φτώχεια και την ασκήμια ήταν η Όπερα… Το 1937 που αποφοίτησε από το 189ο Δημόσιο Σχολείο της Νέας Υόρκης έγραψε τα εξής στο καθιερωμένο μαθητικό λεύκωμα:
«Being no poet, having no fame,permit me just to sign my name.»
(Όντας μη ποιητής και μη έχον τας φήμη, επιτρέψτε μου ναυπογράψω απλά με τ’ονομά μου.)

Tο πρώτο αυτόγραφο της Κάλλας, στα 14 της. Το αφιερώνει στην πρώτη της δασκάλα τραγουδιού, Μαρία Τριβέλλα.

Η απόφαση της Ευαγγελίας ήταν αμετάκλητη θα επέστρεφαν στην Ελλάδα, και μάλιστα σε μία εποχή που πυκνά σύννεφα μαζεύονταν πάνω από την γηραιά ήπειρο.

Ίσως είχε κατανοήσει ότι η Μαρία θα μπορούσε πιο εύκολα να αναδειχθεί στην Ελλάδα πάρα στην Αμερική ή ίσως απλά ήθελε να ξεφύγει από ένα γάμο πού ήδη ήταν διαλυμένος.

Κανείς δεν γνωρίζει τι σκέφθηκε…
Έχοντας εισιτήρια της τουριστικής θέσης πήραν το Ιταλικό πλοίο Saturnia, με τελικό σταθμό την Πάτρα. Όταν άκουσαν τη Μαρία να τραγουδά στην καμπίνα της, ενημέρωσαν τον καπετάνιο που ενθουσιάστηκε μαζί της. Την κάλεσε και στην λειτουργία τραγούδησε το “Ave Maria” και στο σαλόνι της Α‘ Θέσης το «La Paloma». Τελικά μόνο Ιταλοί μπορούσαν να εκτιμήσουν την Όπερα.

Κατενθουσιασμένη η Ευαγγελία από την Πάτρα πήρε το τραίνο και έφθασε με τις δύο κόρες της στην Αθήνα… Όλοι τους σέβονταν αφού τους περιέβαλλε ο μύθος των «αμερικάνων» και ένας θείος της Μαρίας την έφερε σε επαφή με το Ωδείο Αθηνών.

Οι καθηγητές της (Μ.Τριβέλλα, κ.α.) γοητεύθηκαν με τη νέα μαθήτριά τους και σύντομα η Μαρία έγινε μονομανής κάνοντας ασταμάτητα φωνητικές ασκήσεις. Σε ηλικία 15 ετών κέρδισε το 1ο βραβείο στο διαγωνισμό των μαθητών του Ωδείου Αθηνών.

Παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα τραγουδιού κοντά σε μια πεπειραμένη δασκάλα που αναγνώρισε αμέσως το σπάνιο ποιόν της φωνής της. Ήταν η Ελβίρα Ντε Ιντάλγκο, μια Ισπανίδα σοπράνο που είχε μεσουρανήσει τη δεκαετία του ’20 και δίδασκε τότε τραγούδι στο Εθνικό Ωδείο. Η Ντε Ιντάλγκο έδειξε στην προικισμένη δεκαεξάχρονη μαθήτριά της σχεδόν όλα όσα αυτή θα χρειαζόταν αργότερα, οδηγώντας την με απόλυτη ασφάλεια στο ραντεβού με το καλλιτεχνικό της πεπρωμένο.

Μαζί με την Ιντάλγκο, ένα μυθικό πρόσωπο για την Μαρία, πέρασαν τα δύσκολα πέντε χρόνια του πολέμου και της κατοχής.

Από τις 10 το πρωί μέχρι τις 8 το βράδυ μαζί με τη νονά των Οπερατικών παραμυθιών έμαθε όλες τις ξεχασμένες ηρωίδες του «Μπελκάντο». Η Μαρία κυριολεκτικά έστυψε την Ιντάλγκο παίρνοντας όλη την βαθιά γνώση της και την πλούσια πείρα της. Η τελειομανία και το νεανικό πάθος της συμπλήρωσαν τα υπόλοιπα.

Ως μαθήτρια η Κάλλας εμφανίστηκε στη Λυρική Σκηνή της Αθήνας (τότε υπό την διεύθυνση του Κ. Μπαστιά) ερμηνεύοντας διάφορους ρόλους. Γρήγορα έλαμψε η μουσική της ιδιοφυία.

Σε μια εποχή που γραφόταν στα βουνά της Ηπείρου το Αλβανικό έπος, στις 27 Νοεμβρίου του 1940, η Μαρία έκανε το επαγγελματικό της ντεμπούτο ερμηνεύοντας το ρόλο της Βεατρίκης στο «Βοκκάκιο».

Ακολούθησε η πείνα και η κατοχή που όμως ανακούφιζαν κάπως οι πάντα μουσικόφιλοι Ιταλοί. Το 1942 πρωταγωνίστησε στην «Καβαλερία Ρουστικάνα» όταν καλέστηκε να αντικαταστήσει την άρρωστη πρωταγωνίστρια της Λυρικής τραγουδώντας «Το σκα» με Μάριο τον Α. Δελλένδα.

Το σπίτι της Μαρίας στην οδό Πατησίων 61, ήταν ένα είδος ασύλου της τέχνης. Ακολούθησε μια ακόμη παράσταση με τενόρο τον Λουδοβίκο Καρουσόπουλο. Όμως ήταν απλά μια ευκαιρία. Σχεδόν όλοι για διαφόρους λόγους ο καθένας διαφωνούσαν με την μελλοντική μονιμοποίηση της Μαρίας…

Στις 22 Απριλίου 1944, όταν οι Έλληνες αντάρτες πλήθαιναν στα βουνά και οι Γερμανοί είχαν πάρει την κάτω βόλτα δόθηκε η πρεμιέρα του «Tiefland». Ήταν μια Όπερα γραμμένη από ένα Σκώτο Γαλλικής καταγωγής, αλλά ένθερμο οπαδό της Γερμανικής κουλτούρας. Οι Γερμανικές εφημερίδες έγραψαν διθυραμβικά σχόλια για την παράσταση και η Μαρία απέκτησε την πρώτη διεθνή της δημοσιότητα.

Τότε έλαβε μέρος και στον «Πρωτομάστορα» του Μ. Καλομοίρη.Τον Αύγουστο του 1945 έκανε μια αποχαιρετιστήρια εμφάνιση στο θέατρο Κοτοπούλη. Για την εμφάνιση αυτή η Σοφία Σπανούδη έγραψε σχεδόν προφητικά τα κάτωθι: «Μαρία Καλογεροπούλου! Φωνή δισυπόστατη, λαμπερή και σκοτεινή στις δραματικές από χρώσεις της, η καθ’ αυτό σοπράνο φάλκον… Η πλουσιότατη μουσική φύσις αυτής της καλλιτέχνιδος θα την οδηγήσει μαζί με την ασύγκριτη ομορφιά της στους διεθνείς θριάμβους…»

Ήταν 21 ετών όταν έγινε η απελευθέρωση. Η Λυρική δεν ανανέωσε το συμβόλαιο της και της έδειξε ότι μάλλον ήταν ανεπιθύμητη. Βέβαια δεν συνεργάσθηκε με τους κατακτητές όπως πολλοί άλλοι, αλλά δεν ήταν και ηρωίδα, ούτε βγήκε στο βουνό…

Παρ’ όλες τις συμβουλές της Ιντάλγκο να πάει στην Ιταλία, το ένστικτό της την οδήγησε στις ΗΠΑ. Επέστρεψε μόνη της και έμενε σε ένα μικρό δωματιάκι με τον πατέρα της, πού μολονότι δεν εκτιμούσε ούτε κατανοούσε καθόλου το τι έκανε, δεν ήταν τουλάχιστον αδιάκριτος και πιεστικός. Πάχαινε διαρκώς, ήταν προκλητικά άκομψη και όλες οι πόρτες που χτύπησε έκλειναν με πάταγο.

Πρώτα-πρώτα, ο Νίκος Μοσχονάς, ο μπάσος που τόσο εντυπωσιάσθηκε με την φωνή της στην Αθήνα, αρνήθηκε καν να την δεί… Η Μαρία ορκίσθηκε να μη του ξαναμιλήσει. Ο ξακουστός τενόρος της Όπερας της Ν.Υ., Τζιοβάνι Μαρτινέλλι, την δέχθηκε και της είπε ότι έχει καλή φωνή η οποία δυστυχώς όμως θέλει χρόνια για να τελειοποιηθεί…

Μόνη της παρηγοριά ήταν η γνωριμία της με τον δικηγόρο Έντυ Μπαγκαρόζυ και την μετζο-σοπράνο σύζυγό του, Λουϊζ Κασελόττι, λάτρεις και οι δύο της Όπερας. Με την ηθική στήριξη τους δόθηκε στη σκληρή δουλειά σαν αντίποδα στην αβεβαιότητα.

Το τραγούδι στο κάτω-κάτω για τη Μαρία σε όλη της την ζωή ήταν το καταφύγιο και το φάρμακό της.

Τότε, εντελώς απροσδόκητα, την κάλεσε ο Ε. Τζόνσον, διευθυντής της Μετροπόλιταν Όπερα. Την άκουσε και της ζήτησε να υπογράψει δύο συμβόλαια για την σαιζόν 1946-47. Όλοι κατενθουσιάσθηκαν αλλά η Μαρία αρνήθηκε. Ήταν 82 κιλά και δεν θα έπαιζε την 15χρονη Γιαπωνεζούλα Μπάτερφλάϋ, όπως δήλωσε. Μέσα στην όλη σύγχυση έφθασε και η μητέρα της από την Αθήνα.

Οι οικογενειακές σκηνές έγιναν καθημερινή κατάσταση…

Ο δικηγόρος Μπαγκαρόζυ προσπαθώντας να κάνει τον Μαικήνα της Όπερας ίδρυσε την «United States Opera, Co.», με σκοπό να φέρει διάσημους τραγουδιστές της Όπερας από το εξωτερικό. Για την Μαρία ήταν η αχτίδα που προς στιγμή φάνηκε μέσα στην απελπισία της. Ατυχώς όμως το όλο εγχείρημα έσβησε άδοξα. Η επιχείρηση πριν καλά-καλά λειτουργήσει πτώχευσε και ο Μπαγκαρόζυ καταστράφηκε οικονομικά.

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΔΟΞΑ

Αρχές του 1947 διαδόθηκε ότι ο Τζ. Ζενατέλλο κάνει ακροάσεις ζητώντας σοπράνο, για την «Τζοκόντα» του Πουκιέλλι στο φεστιβάλ Βερόνας. Η Μαρία τον εντυπωσίασε. Αμέσως υπέγραψε συμβόλαιο και με λιγότερα από 100 δολ., και σχεδόν χωρίς ρούχα έφθασε στη Νάπολη την 27η Ιουνίου 1947 με το «Ρωσία».

Τελικά άκουσε την συμβουλή της Ντε Ιντάλγκο, πήγε στην Ιταλία, την πατρίδα του μελοδράματος. Η Όπερα δεν είναι τίποτα άλλο από μια θεατρική πράξη που όμως όλα λέγονται τραγουδιστά. Το είδος αυτό είναι μια Ιταλική σπεσιαλιτέ…

Στο τυπικό τραπέζι με την διεύθυνση του φεστιβάλ και άλλους ντόπιους άρχοντες και παράγοντες της συστήνουν τον μαικήνα Μενεγκίνι. Ήταν διευθυντής μιας οικογενειακής οικοδομικής επιχείρησης, γνωστός «μπόν-βιβέρ», και λάτρης του ωραίου φύλλου. Εξ αρχής της άρεσε ο σεβασμός του προς αυτήν και η γνήσια αγάπη του για την Όπερα και γενικά την μουσική παιδεία.

Άρχισαν πρόβες με μαέστρο τον Τούλιο Σεραφείμ. Αυτός επρόκειτο να αντικαταστήσει την Ντε Ιντάλγκο στη θέση του μέντορα στη καρδιά της Μαρίας. Ατυχώς λίγο πριν την πρεμιέρα στραμπούλιξε το πόδι της, και δεδομένου του πανικού που ένοιωθε κάθε φορά πριν από κάθε παράσταση, εύκολα μπορεί κανείς να κατανοήσει τι ένοιωσε όταν άνοιξε η αρένα των 25.000 θεατών –Ιταλών παρακαλώ- την 3η Αυγούστου 1947.

Ένοιωθε χάλια και η παράσταση –επρόκειτο για τον «Τζιοκόντο»- ήταν μάλλον μέτρια. «Στις στρογγυλές, ομοιογενείς, χωρίς ιδιαίτερη έκταση φωνές του Βερίσιμο, -έγραψε ο Σεγκαλίνι- η Κάλλας αντιπροτείνει ένα όργανο ανομοιογενές ίσως, αλλά με απειρία χρωμάτων, διότι κάθε ρόλος ήθελε τη δική του ξεχωριστή φωνή». Έδωσε πέντε συνολικά παραστάσεις και οι επαΐοντες είπαν ότι ήταν ένας ακόμη διάττοντας αστέρας.

Κανείς πλέον δεν την ζήτησε και αντιθέτως έφθασε στη Βερόνα η αιώνια αντίζηλος, η Ρενάτα Τεμπάλτι, η ευνοούμενη του Τοσκανίνι, που έκλεινε το ένα συμβόλαιο μετά το άλλο. Σε λίγο κατέπληξε τα πλήθη και κυριολεκτικά αποθεώθηκε…

Τελικά ο Σεραφείμ ανέλαβε μαέστρος σε μια καινούργια παράσταση στην Βενετία και πήρε την Μαρία μαζί του. Ήταν Χριστούγεννα του 1947, το αποτέλεσμα ήταν καλό και πάλι το άστρο της Μαρίας άρχισε να ανατέλλει. Αλλά τι ήταν η όπερα της Βενετίας μπροστά στα άπαρτα κάστρα, την Μετροπόλιταν Οπερα της Νέας Υόρκης; το Κόβεν Γκάρντεν του Λονδίνου; και βέβαια την Σκάλα του Μιλάνου;

Ακολουθεί μια περιοδεία στην Ιταλία και τον Ιανουάριο του 1949 οι πάντες συγκλονίζονται όταν η σχεδόν άγνωστη έως τότε Μαρία αποφασίζει να παίξει στο φεστιβάλ της Βενετίας δύο διαφορετικούς εντελώς μεταξύ τους ρόλους, που απαιτούσαν δύο διαφορετικές εξειδικευμένες φωνές. Η ξένη και γενικά άγνωστη Μαρία Κάλλας προκαλούσε την τύχη της. Το Ιταλικό κοινό δεν ήταν οποιοδήποτε για να ξεγελαστεί, είχε μουσική παιδεία και σε λίγο θα την γιουχάιζε όπως το έκανε πολλάκις στο παρελθόν καταστρέφοντας πολλές καριέρες.

Η βραδιά ήταν τελείως απρόβλεπτη. Τα εισιτήρια πάντως είχαν εξαντληθεί, η αίθουσα είναι γεμάτη και οι πανίσχυροι μουσικοκριτικοί μαζί με το απαιτητικό καινό είναι έτοιμοι να την στείλουν εκεί απ’ όπου ήλθε. Η Μαρία όμως ήλθε για να μείνει και για να γίνει ένας θρύλος της όπερας. Σε λίγο θα άρχιζε η λαμπρή της καριέρα, η δικαίωση, ο θρίαμβος. Μια ζωή σαν παραμύθι.
«Αυτό πού πέτυχε η Μαρία στην Βενετία, ήταν απίστευτο. Πρέπει να είναι κανείς γνώστης της Όπερας, για να είναι σε θέση να αναμετρήσει το μέγεθος του επιτεύγματός της…» δήλωσε χαρακτηριστικά ο Φράνκο Τζεφιρέλι.

Ολόκληρη η μουσικόφιλη Ιταλία έπεσε στα πόδια της. Την κλείνει η Ιταλική Ραδιοφωνία και στις 21 Απριλίου 1949, για να ολοκληρωθεί η ευτυχία της παντρεύτηκε τον κατά 30 χρόνια μεγαλύτερο της Giovanni Batista Menenghini. Άρχισε να την πατρονάρει και να ενεργεί σαν αντζέτης της. Ο νέος πυγμαλίωνας την οδηγεί κυριολεκτικά στον θρίαμβο μαζί με την φοβερή βέβαια προσπάθεια της ακατάβλητης πάντοτε Μαρίας.

Σύντομα αναχωρεί με τον μαέστρο Σεραφείμ για την Αργεντινή υπογράφοντας συμβόλαιο με το «Τεάτρο Κολόν», του Μπουένος Άϊρες. Επιστρέφει θριαμβεύτρια. Αφού αντικατέστησε την Τεμπάλντι στη Σκάλα του Μιλάνου, λόγω αδιαθεσίας, αναχωρεί μέσω ΗΠΑ για το Μεξικό. Η Σκάλα βέβαια ακόμη την σνόμπαρε αλλά δεν ανησυχούσε θα ερχόταν η ώρα που θα την ζητούσε γονατιστή.

Μαζί της στο Μεξικό παίρνει και την μητέρα της που συμπεριφέρεται πλέον σαν βασιλομήτορα. Ήταν η τελευταία φορά που συναντήθηκαν, έκτοτε ο μία καθυπόβλεπε την άλλη…

Όλο το 1951 θριαμβεύει παντού, ακόμη και στην μακρινή Βραζιλία που πήγε αυτή τη φορά με τον πατέρα της. Εκείνος σαστισμένος κατάλαβε ότι η κόρη του δεν ήταν απλά μια τραγουδίστρια όπως νόμιζε… Η Μαρία έχει πλέον αδυνατίσει, είναι κομψή και όμορφη. Τελικά η Όπερα έκανε ένα ακόμη θαύμα μετατρέποντας ένα ασχημόπαπο σε μια θεσπέσια γυναίκα…

Στα τέλη του χρόνου (2/12/1951), η κορυφή των κορυφών, η Σκάλα του Μιλάνου, υποχρεώθηκε να καλέσει την αγέρωχη Μαρία παραμερίζοντας την σεμνή Ρενάτα Τεμπάλτι. Η Μαρία ήταν πλέον ένας θρύλος, το ιερό τέρας της Όπερας. Θαυμαστές και τιμητές πολλαπλασιάζονται, όπως και το κοινό που παραληρούσε στην παράσταση της «Τραβιάτας» του Λουκίνο Βισκόντι το 1955.

Παροιμιώδης έμειναν όμως και οι θυελλώδεις καυγάδες της με παράγοντες της Όπερας και η ακύρωση καθορισμένων παραστάσεων ακόμη και μπροστά σε αρχηγούς κρατών, απλά επειδή ένοιωθε ή νόμιζε ότι η φωνή της δεν ήταν τέλεια. Χαρακτηριστικό είναι το επεισόδιο όταν επρόκειτο να εγκαινιασθεί η Ρωμαϊκή χειμερινή περίοδος του 1958 παρουσία του προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας Τζιοβάνι Γκρόντσι. Το επεισόδιο είναι γνωστό και έχει σχολιαστεί κατά κόρον. Η Μαρία, μετά την εχθρική υποδοχή του κοινού της πρώτης πράξης, αρνήθηκε να τραγουδήσει.

Η παράσταση διακόπηκε, ο καλλιτεχνικός διευθυντής απολύθηκε και το σκάνδαλο ήταν τεράστιο. Απασχόλησε τους πάντες, ακόμα κι εκείνους που δεν μπορούσαν να διακρίνουν μια άρια του Βέρντι από ένα κουαρτέτο του Τσέτρα. Το γεγονός αυτό απετέλεσε καμπή στη ζωή της τραγουδίστριας. Το κοινό και ο τύπος, που κάποτε τη λάτρευε, τώρα την κατηγορεί και τη χλευάζει και η Σκάλα δεν της ανανεώνει πλέον το συμβόλαιό της.

Όμως η Μαρία είχε κάνει κάτι τολμηρότερο από αυτό, είχε αρνηθεί την ίδια τη ζωή και την ίδια τη φύση της. Αφοσιωμένη και πιστή στην Όπερα και τον άνδρα της είχε αποκοπεί από κάθε άλλο ενδιαφέρον ακόμη και την οικογένεια της. Η καριέρα της και η διατήρηση του μύθου της, γι’ αυτήν ήταν το πάν στη ζωή της.

Τα βράδια σκεφτόταν, ονειρευόταν, φοβόταν για τους θριάμβους της, για τις ήττες της, για το χθες, για το αύριο…

Προηγουμενο αρθρο
Λευκάδα, η προσιτή απόλαυση
Επομενο αρθρο
Πανηγυρίζει το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής στη Λευκάδα

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *