HomeΕΠΙ ΠΑΝΤΟΣ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥΜια Κυριακή απ’ τα παλιά

Μια Κυριακή απ’ τα παλιά

Γράφει ο Νίκος Βαγενάς

Το «προεόρτιον» της Κυριακής, ήτο, κάποτε, το Σάββατο, όπως άλλωστε και σήμερα, πλην όμως αυτό αφορά μόνον τους καττίβους, ρωμαϊστί τους πληβείους και ελληνιστί του παρακατιανούς.

Για τους εκλεκτούς (για να μην μας πάθουν τίποτα) το προεόρτιο μετετέθη κατά μίαν ημέραν όπισθεν (βλέπε Παρασκευή) προς εξυπηρέτησιν της διημέρου αργίας. «και ’δώ π’ τα λέμε, ξέρ’ς τ’ είναι διόμ’σ’ μέρες ξάπλα, δίχως να σε γνοιάζ’ αν θά ν’έχ’ς πελάτες τ’ τζαγκαροδευτέρα; Ίσα-ίσα, εύκεσαι να μην έχ’ς κανένανε για τ’ μπαράτασ’ τ’ς υπνηλ-ία σ’!»

Τέλος πάντων! Αφορμή για τούτο το σημείωμα ήτο μια βραδινή επίσκεψις προς έναν φίλο, όπου η απουσία ανθρώπου από το παζάρι (καίτοι η ώρα… πήγαινε 7 παρά τέταρτο) ήτο κάτι που δεν στέλνει καλά προμηνύματα. Τέτοια νεκρωμάρα, τέτοια… πεθαμάρα δεν ξέρω αν μπορεί κανείς να φαντασθή.

Και επί πλέον ήτο και Σαββατόβραδο (11-2-’17). Φαίνεται ότι λόγω ηλικίας και λόγω πολυμήνου απουσίας από τα τευχθέντα, δεν αντελήφθην τις κοσμο-ιστορικές αλλαγές που συνέβησαν στον τόπο που γεννήθηκα και μεγάλωσα. Από του «Κουτσούρια» ίσαμε την πλατεία, άμα έρριχνες σφεντονιά δεν πετύχαινες άνθρωπο, έστω και από σπόν-τα. Ψυχή! Μόνον κάνα-δυό μαγαζιά ανοιχτά, που για να είμαι ειλικρινής δεν ξέρω τι «περιμένανε»! Νέκρα και πάλι νέκρα!

Άθελα στο μυαλό, ξαναγυρνούν παλιές θύμησες και ξαναζωντανεύουν νοερά το παζάρι με αλήστου μνήμης δρώμενα! Είναι αδύνατον να μην έρχονται στο νου αλλοτινές σκηνές του παζαριού που έχουν καταχωθεί στο εγκεφαλικό αρχείο. Πώς είναι δυνατόν να έχη ξεχασθή εκείνη η αδιάκοπη πήγαιν’-έλα βόλτα, όπου ο ένας… κούτραγε τον άλλον στην πολυκοσμία; Ναι μεν, εκείνες οι εποχές ήσαν στριμόχωρες (από κάθε άποψη) ως προς το βιοτικό και κοινωνικό επίπεδο, ναι μεν οι απολαύσεις της ζωής ήσαν ελάχιστες, ναι μεν υπήρχαν πολλά αρνητικά στην καθημερινότητα του καθ’ ενός, αλλά που να πάρη ο διάολος, τούτη η Χώρα ήτανε ζωντανή. Αυτό το «πεθαμένο» παζάρι που βλέπομε όλες τις ώρες σήμερα, είχε τους δικούς του άγραφους ρυθμούς, την δική του αέναη κίνηση. Άλλη κίνηση το πρωί, άλλη το μεσημέρι, άλλη το απόγευμα, άλλη το βράδυ. Και μέσα σ’ όλα, τα παντοειδή μαγαζιά, η αμπούρα των φούρνων, οι χτύποι των εργαστηρίων (τσαγκάρικα, ρεμεσιέρικα, χάβρικα, ραφτάδικα) οι φωτιές των πλανοδίων μικροπωλητών ανακατωμένες με τις στεντόρειες φωνές των πλανοδίων εφημεριδοπωλών και τις παραινέσεις των καρροτσινιέρηδων για να κάμη ο κόσμος στην μπάντα, συνέθεταν και στην πράξη τον όρο της κυψέλης.

Το Σάββατο, ως το προεόρτιο της Κυριακής, είχε την τιμητική του ολόκληρη, σχεδόν, την ημέρα. Το πρωί, οι κατερχόμενοι χωρικοί (περισσότερο αριθμητικά από τις καθημερινές) έδιναν το ιδικό των στίγμα αν και σπανίως κατηφόριζαν πιο κάτω από τον Άη Νικόλα κι’ αν αυτό συνέβαινε, είχε να κάνη με τραπεζικές συναλλαγές. Το μεσημέρι, κυρίως μετά τις 2 η ώρα, όταν πλέον είχαν σχολάσει τα 6ωρα των Γυμνασίων, το ΚΤΕΛ, στον Άγιο Μηνά, πλημμύριζε από αγόρια και κορίτσια του Γυμνασίου, κάθε σχολικής τάξεως, προκειμένου να μεταβούν στα χωριά των. Τότε τα δρομολόγια του ΚΤΕΛ ήσαν ελάχιστα προς τα χωριά και ως εκ τούτου οι μαθητές διέμεναν στην Χώρα είτε με ενοίκιο είτε ως φιλοξενούμενοι σε κάποιον συγγενή ή συγχωριανό, επισκεπτόμενοι τους δικούς των μόνον για όσο διαρκούσε το μισό Σάββατο και η Κυριακή.

Στον αυτό ρυθμό, περίπου και τα Σχολεία της Χώρας, όπου ελειτουργούσαν πρωί και απόγευμα. Στο μοναδικό Σχολείο της Χώρας, στο Μαρκά, οι μαθητές των δυό πλήρη σχολείων έκαναν μάθημα εναλλάξ, τρεις ημέρες το πρωί και τρεις το απόγευμα, οπότε το σχολικό κτήριο έκλεινε το Σάββατο το βράδυ. Το αυτό βράδυ, όσο προχωρούσε, η ώρα μετά τον Εσπερινό, αύξανε η εμπορική κίνηση για ορισμένα μαγαζιά, όπως, για παράδειγμα ήσαν, τα χασάπικα, τα κουρία, τα ζαχαροπλαστεία καθώς και κάνα δυό που εμπορεύοντο εκκλησιαστικά είδη. Βεβαίως υπήρχαν και μαγαζιά τα οποία μπορεί μεν να ελειτουργούσαν την υπόλοιπη ημέρα και πάντοτε καθημερινά, αλλά το βράδυ παρουσίαζαν κίνηση, όπως ήσαν τα γαλακτοπωλεία, τα οποία το πρωί επωλούσαν γάλα και μέχρι το μεσημέρι, κυρίως, τυρί και αυγά, αλλά το βράδυ διέθεταν γιαούρτι, ρυζόγαλο και κρέμα, καθώς επίσης και οι κρασοταβέρνες πέριξ του παζαριού που είχαν την τιμητική των, πάντοτε τις βραδινές ώρες. Τώρα όσο για τα εργαστήρια, αυτά ως συνήθως έκλειναν το Σάββατο μετά το μεσημέρι, πλην ίσως των εμπορροραφείων καθ’ ότι ο ράφτης, τότε, πωλούσε και το ύφασμα για το κοστούμι. Με δυό λόγια, όσο και αν οι τοτινές εποχές φαντάζουν μίζερες μπροστά στην ψευ-ευμάρεια του σήμερα, εν τούτοις το παζάρι είχε ζωή σε σχέση με τούτη την μαυρίλα της εποχής μας.

Η Κυριακή ήτο μια ημέρα αφιερωμένη, κατά κάποιον τρόπον, στην οικογένεια. Όσες οικογένειες ελογίζοντο ως κοινωνικές, ανεξαρτήτως βιοτικού επιπέδου, ετοιμάζοντο για τον εκκλησιασμό, τα δε παιδιά πειθαναγκασμένα, ελέω εκπαιδευτικού συστήματος, προσήρχοντο στο σχολείο ή στο Γυμνάσιο (κυρίως οι μικρές τάξεις και κατόπιν εν παρατάξει, όδευαν προς την εκκλησίαν εκείνη, όπου ο ιεροκήρυξ (τότε κάποιος Φωτίου) θα εκφωνούσε από άμβωνος το κήρυγμα της ημέρας, εξαπολύοντας και τους απαραιτήτους μύδρους κατά των ασεβών. Ασφαλώς, οι έχοντες την περίπου ηλικία της ιδικής μου, συμπολίτες και συμμαθητές, θα ενθυμούνται ότι ο εν λόγω ιεροκήρυξ δεν μπορούσε, θεού θελήματι, να προφέρη το γράμμα «κ» όταν αυτό συνοδεύετο από τα φωνήεντα «ε-ι-υ» ή από τις διφθόγγους «αι-ει» προφέροντας κε-και, ως=τσε και κι-κυ-κει, ως =τσι. Έτσι. Λοιπόν από άμβωνος κατεκεραύνωνε τους πάντες με προτεταμένο προς τα πάνω τον δείχτη του χεριού σαν τζιχαντιστής: «Τσαί τότε ο Τσύριος θα ρίψη τσερανούς στα τσεφάλια ετσείνων που ασεβούν…» Μετά την αποχώρησι του Φωτίου, την σκυτάλη παρέλαβε ένας θεολόγος καθηγητής του Γυμνασίου, ονόματι Δούσης, τον οποίον οι μαθητές απεκάλουν, «Παπία]», λόγω του ράσου που ενεδύετο οσάκις ανέβαινε στον άμβωνα για να εξαπολύση κι’ αυτός τους… θρησκευτικούς του Φιλιππικούς!

Βεβαίως η δοκιμασία των μαθητών δεν ετελείωνε εκεί. Μετά το πέρας της λειτουργίας, τα παιδιά όδευαν στο Κατηχητικό για να εμπεδώσουν καλύτερα το κήρυγμα του Φωτίου ή του Παπία. Διαισθάνομαι ότι αυτά τα περίεργα που γράφω είναι λιγάκι δύσκολο να γίνουν πιστευτά από τα σημερινά παιδιά, ιδίως αν μάθουν μέσα από τούτες τις γραμμές, ότι τότε ο εκκλησιασμός ήτο υποχρεωτικός και πας μαθητής μη μετέχων, επέσυρε την ποινή της διημέρου αποβολής, εφ’ όσον ο μέγας απών εφοιτούσε μέχρι την Γ΄ τάξι γυμνασίου. Εάν δε για κάποιον συγκεκριμένο λόγο ο μαθητές δεν προσήρχετο, όφειλε να προσκομίση σημείωμα από τον γονέα ή τον κηδεμόνα, μέσα από το οποίο σημείωμα, θα εξηγείτο επαρκώς ο λόγος της μη προσελεύσεως. Όσα δε παιδιά, απουσίαζαν λόγω μεταβάσεως στα χωριά των, όφειλαν να προσκομίσουν βεβαίωση του… ιερέως του χωριού, ότι όντως ο τάδε (επωνύμως) μαθητής παρηκολούθησε την θεία λειτουργία, ειδ’ άλλως θα εισέπρατταν την διήμερη… ρεσέτσα! Δυστυχώς, για ’μας, όταν η υπόλοιπη Ευρώπη άρχιζε να ανυψώνεται από τα ερείπια του Πολέμου, εμείς ετιμωρούσαμε τον μαθητή από το Δαμπιλιάνι γιατί δεν προσεκόμισε βεβαίωση εκκλησιασμού!!!

Επί πλέον δοθείσης ευκαιρίας, τα σημερινά παιδιά, ας μάθουν και τούτο: ο μαθητής που για κάποιο λόγο δεν ήξερε μάθημα, όφειλε την επομένη να προσκομίση βεβαίωση του πατρός ή του κηδεμόνος, ότι ως υπεύθυνος απέναντι στην εκπαίδευση του υιού ή το προστατευομένου, έλαβε γνώσι της μαθητικής αμελείας. Ο σκοταδισμός, ο φόβος και ο έλεγχος σε όλο του το… μαθητικό μεγαλείο!

Ενώ, λοιπόν, τα παιδιά ήσαν απασχολημένα ως προς την εμπέδωση του, από άμβωνος, κηρύγματος ή του Ευαγγελίου της Κυριακής στο κατάστημα του Κατηχητικού Σχολείου, οι μεγάλοι (γονείς και μη), πλην των γυναικών οι οποίες όδευαν ταχέως προς τα σπίτια προκειμένου να ετοιμάσουν το Κυριακάτικο τραπέζι, διεσκορπίζοντο προς τα καθημερινά των στέκια αναλόγως της κοινωνικής θέσεως, του επαγγελματικού σιναφιού κι’ ακόμα προς εκείνα τα στέκια που ευρίσκοντο πιό κοντά στο σπίτι. Βεβαίως σε όλα αυτά πρωτεύοντα ρόλο έπαιζε πάντα η εποχή.

Έτσι, την χειμερινή περίοδο που όλοι αποζητούσαν την ζεστασιά του ήλιου, οι Μπουρανέλλοι «μπ’λούκια-μπ’λούκια» εστέκοντο όρθιοι με την πλάτη στραμμένη και σχεδόν κολλημένη στον τοίχο τ’ Άη Σπυρ΄δών’, συζητώντας τα τρέχοντα θέματα τ’ς μερός είτε αυτά αναφέροντο στα πολιτικά πράγματα, είτε ανήκαν στην τοπική σφαίρα ενδιαφέροντος μηδέ εξαιρουμένων και των ποδοσφαιρικών, ιδίως τα άπτοντα του τοπικού πρωταθλήματος. Άλλοι πάλι, δυό-δυό και σπανίως ανά τρεις, εβημάτιζαν δίκην περιπάτου, μπρος-πίσω, στην κεντρική πλατεία, ομοίως συζητώντας.

Η βόλτα στην πλατεία, στο πεντοφάναρο όπως λέγαμε τότε, είχε φανατικούς συζητητές του… ποδαριού, οι οποίοι μάλιστα, μόνον με την ραγδαία βροχή δεν αποτολμούσαν τον μπρος-πίσω περίπατο. Στη μνήμη των παλιών (όσοι απομείναμε τέλος πάντων) παραμένει ζωντανή η εικόνα των αδελφών Σκληρού, του Σπύρου και του Γιώργου (ιδιοκτήτες του κινηματογράφου «ΑΠΟΛΛΩΝ») οι οποίοι, όντως αχώριστοι, δεν σταματούσαν την βόλτα στην πλατεία ακόμα κι’ αν έριχνε εκειό το ψιλό χιονόνερο, κρατώντας μιάν ομπρέλα. Επίσης το… ζωντανό σκηνικό συμπλήρωναν οι δυό λούστροι (στιλβωτές υποδημάτων) ο Γρηγόρης ο Αούτος και ο… μούτος καθώς επίσης και οι περαστικοί εφημεριδοπώλες ο Νίκος Γεράρδης και ο Σπύρος Παξινός κατά κόσμον «Τσεκούρας». Οι πλανόδιοι μικροπωλητές ξηρών καρπών σπανίως έκαναν την εμφάνιση των την Κυριακή το πρωί ει μη μόνον από το απόγευμα και μετά.

Συνεχίζεται

Προηγουμενο αρθρο
Ρίγανη, το βότανο της γεύσης
Επομενο αρθρο
Η παγκόσμια ημέρα της γυναίκας

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *