HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΟ εναρκτήριος λόγος του Αθανάσιου Ψαλίδα στο Δευτερεύον Σχολείο Λευκάδας (2 Φεβρουαρίου 1829)

Ο εναρκτήριος λόγος του Αθανάσιου Ψαλίδα στο Δευτερεύον Σχολείο Λευκάδας (2 Φεβρουαρίου 1829)

Του Δημήτρη Σπ. Τσερέ

Στη Λευκάδα. Στη «Καινούργια Χώρα» – μόλις έχει τελειώσει η οικοδόμησή της. Στις 2 Φεβρουαρίου 1829.

Η Καινούργια Χώρα, όπως, κατά τον Ροντογιάννη, διαμορφώθηκε επί Αγγλικής Προστασίας(1)

Μια μεγάλη πομπή προβάλλει από την πλατεία Μητροπόλεως και κατευθύνεται προς την πλατεία Ζαμπελίου.

Φωτογραφία της Πλατείας Δικαστηρίων (σημερινή Πλατεία Ζαμπελίου) το 1900(2)

Είναι όλες οι αρχές και ο αρχιεπίσκοπος του νησιού. Μεταξύ των πρώτων ένα μεγάλο όνομα της ελληνικής λογιοσύνης, ο Αθανάσιος Ψαλλίδας, διευθυντής του νεοσύστατου Δευτερεύοντος Σχολείου Λευκάδος. Μόλις έχει λήξει η Δοξολογία στη Μητρόπολη για την έναρξη της λειτουργίας του Δευτερεύοντος Σχολείου. Μπαίνουν στο μεγάλο και εντελώς νεότευκτο κτίριο, που στεγάζει το Σχολείο. Μαζί και αρκετοί πολίτες. Η συνέχεια…πιο κάτω.

Το κτίριο που στέγασε το Δευτερεύον Σχολείο Λευκάδας 1829-1835(3)

***********************************************************

Στο τεύχος Θ1 (1976) του περιοδικού Επτανησιακά Φύλλα, δημοσιεύτηκε ο λόγος, που εκφώνησε ο Αθανάσιος Ψαλλίδας επί τη ευκαιρία της έναρξης της λειτουργίας του Δευτερεύοντος Σχολείου Λευκάδος την 2.2.1829 ε.ν. και ο οποίος ως τότε ήταν ανέκδοτος. Δευτερεύον Σχολείο είναι ο τίτλος του σχολείου, που αντιστοιχούσε με αυτό που αργότερα ονομάσαμε «Γυμνάσιο». Για την ιστορία του σχολείου αυτού και γενικά της Μέσης Εκπαίδευσης στη Λευκάδα βλέπε την ανάρτησή μου «Σύντομο χρονικό της Μέσης Εκπαίδευσης στη Λευκάδα (1829-1960)» στο «ΑΡΩΜΑ ΛΕΥΚΑΔΑΣ» (8.3.2018).

Το κτίριο, μέσα στο οποίο εκφωνήθηκε ο λόγος αυτός του Ψαλλίδα και το οποίο αποτέλεσε το πρώτο κτίριο, που στέγασε το Γυμνάσιο Λευκάδας, είναι το κτήριο των Δικαστηρίων στην πλατεία Ζαμπελίου (το κτίριο δηλαδή που στέγασε τα δικαστήρια της Λευκάδας από το 1835 μέχρι το 1989, οπότε μετακόμισαν στο νέο Δικαστικό Μέγάρο στον χώρο των παλιών Φυλακών Λευκάδας). Για το κτίριο αυτό βλέπε την ανάρτησή μου «Τα κτίρια που στέγασαν τα σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης στη Λευκάδα από το 1929 μέχρι σήμερα» στο «ΑΡΩΜΑ ΛΕΥΚΑΔΑΣ» (28.4.2014) και εδώ την υποσημείωση 3.

Σύμφωνα με το συνοδευτικό εισαγωγικό σημείωμα του περιοδικού, ο λόγος αυτός του Αθανάσιου Ψαλίδα βρίσκεται σ’ ένα δεμένο τετράδιο, που περιέχει κι άλλα ιδιόχειρα κι ανέκδοτα ως τότε κείμενα του Ηπειρώτη λογίου. Το τετράδιο αυτό ανήκει στη συλλογή του κ. Μάνου Χαριτάτου, ο οποίος το έστειλε σε φωτοκόπιες στον εκδότη. Στην ουσία ο λόγος αυτός παραμένει «ανέκδοτος» με την έννοια ότι είναι καταχωνιασμένος στις σελίδες ενός επαρχιακού περιοδικού, προσιτός μόνο σε πολύ λίγους, εξειδικευμένους στο θέμα, ερευνητές και άγνωστος στο κοινό του τόπου, στον χώρο του οποίου εκφωνήθηκε σε μια σημαντικότατη στιγμή της εκπαιδευτικής του πορείας.

Αυτή την έλλειψη φιλοδοξεί να καλύψει η παρούσα αναδημοσίευση. Τον αναδημοσιεύουμε διορθώνοντας κάποιες μικρές παραναγνώσεις και παραλείψεις.

Έξι μήνες αργότερα ο Αθανάσιος Ψαλίδας πέθανε στη Λευκάδα (20 Ιουλίου 1829) και θάφτηκε στην εκκλησία του Αγίου Μηνά. Για τη θέση του τάφου του βλέπε την προηγούμενη ανάρτησή μου στο «ΑΡΩΜΑ ΛΕΥΚΑΔΑΣ» «Ο Αθανάσιος Ψαλλίδας στη Λευκάδα» (16.3.2019).

Στον λόγο αυτό ο προσεκτικός αναγνώστης μπορεί να βρει πολλά στοιχεία του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, τα οποία έχουν γίνει αποδεκτά από το ριζοσπαστικοποιημένο τμήμα της ελληνικής λογιοσύνης, και ιδιαίτερα την αγάπη για την παιδεία και την βαθιά πίστη ότι μόνο με αυτή μπορεί το «Ιόνιο Κράτος», και κατ’ επέκταση, η μεγάλη πατρίδα, η Ελλάδα, να προκόψει, όπως ακριβώς συνέβη με τα πολιτισμένα κράτη της Ευρώπης.

Ακολουθεί ο λόγος του Ψαλλίδα. Είναι ο πρώτος λόγος του πρώτου διευθυντή του σχολείου, που είναι ο μακρινός πρόγονος του ιστορικού Γυμνασίου Λευκάδας, κατά την έναρξη της λειτουργίας του!

***

Πανιερώτατε Δέσποτα.
Έξοχε και γενναίε Ενδοξότατε Έπαρχε
Εκλαμπρότατε Ύπαρχε
και λοιποί Ευγενείς Λευκάδιοι!

Μ’ όλον ότι το αντικείμενον, περί του οποίου θέλω ομιλήσει σήμερον, είναι φανερό και από όλους ομολογούμενον• μ’ όλον τούτο το χρέος μου, και η επιταγή με αναγκάζει να ομιλήσω περί αυτού, και να ομιλήσω έμπροσθεν εις σύλλογον και ευγενή και πεπαιδευμένον εις την έναρξιν του παρόντος δημοσίου Γυμνασίου, από το οποίον ή σεβαστή διοίκησις ελπίζει εις αγαθούς και φρονίμους πολίτας, το οποίον της είναι το σκοπιμώτατον, και εις το οποίον της υπόσχομαι και εγώ ότι θέλω ενεργήσει το κατά δύναμιν, ως ο καιρός θέλει το βεβαιώσει. Και ποίον τάχα να είναι τούτο το αντικείμενον; Η Παιδεία βέβαια και η Μάθησις. Και οποία; Η του φρονίμου και πιστού πολίτου, και εν ταυτώ αληθινού χριστιανού. Ως τόσον θέλω όμως αγωνιστεί να εκπληρώσω και το χρέος μου, και την επιταγήν αφ’ ου ομιλήσω και σύντομα, και αφελώς, δια να μη βαρύνω το παρόν λαμπρόν συνέδριον με το διεξοδικόν της ομιλίας, και με τα παιγνίδια της ρητορείας, τα οποία ανήκουν εις άλλην υπόθεσιν, και περίστασιν.

Ό άνθρωπος γεννάται με σώμα δεκτικόν της φυτικής αυξήσεως διά της τροφής, και με πνεύμα δεκτικόν της αναπτύξεως διά της μαθήσεως. Αμφότερα όμως υπόκεινται εις διαστροφήν και φθοράν, αν εξ αρχής δεν προφυλαχθούν διά της επιμελείας των φιλοστόργων γονέων και φιλοπόνων διδασκάλων. Αλλά του σώματος μεν η φθορά αφορά εις αυτό το ίδιον μόνον• του πνεύματος δε η διαστροφή σπεύδει και εις την διαφθοράν των άλλων• διά τούτο πρέπει να προσέχωμεν εις την προφύλαξιν των πνευμάτων περισσότερον, παρά των σωμάτων.

Όθεν και πάσα σοφή διοίκησις προλαμβάνει αυτήν του πνεύματος την διαστροφήν με τα φώτα της αληθινής παιδείας και μαθήσεως, και με την αυστηράν νομοθεσίαν όχι προθυστέρως, αλλά καθώς ο σοφός Ξενοφών λέγει, ότι τάχα το έκαναν οι Πέρσαι, το οποίο βέβαια δεν το έκαναν, αλλά διά τούτου παραινεί ταις φρόνιμαις διοίκησες να το κάνουν, δηλαδή να παιδεύουν τους πολίτας να μη γίνωνται κακοί εξ αρχής. Ιδού πώς εκφράζεται: Αι μεν γαρ πλείσται πόλεις αφείσαι παιδεύειν, όπως τις εθέλει τους εαυτού παίδας, και αυτούς τους πρεσβυτέρους όπως εθέλουσι διάγειν, έπειτα προστάττουσιν αυτοίς μη κλέπτειν, μη αρπάζειν, μη άπειθείν άρχοντι, και τάλλα τα τοιαύτα ωσαύτως• ην δε τις τούτων τι παραβαίνη, ζημίαν αυτοίς επέθεσαν. Οι δε περσικοί νόμοι προλαβόντες επιμέλονται όπως την αρχήν μη τοιούτοι έσονται οι πολίται ώστε πονηρού τινος ή αισχρού έργου εφίεσθαι.

Παρατηρούμεν δε, ότι ή παιδεία της νεολαίας εις όλα τα πεπαιδευμένα γένη της Ευρώπης προβαίνει με γιγαντιαία βήματα, και μάλιστα εις το λαμπρόν γένος της μεγάλης Βρεταννίας και άνω Γερμανίας, όπου ημπορεί κανείς να ειπή, ότι έφθασεν η παιδεία εις τον κολοφώνα, εις τον οποίον οι παλαιοί μας λαμπροί πρόγονοι δεν πρόφθασαν να αναιβούν και αγωνιζόμενοι, διά ταις εφόρμησες των βαρβάρων. Αυτή η παιδεία λέγω της νεολαίας έφθασε και εις ημάς τους Έλληνας της Επτανήσου επικρατείας, των οποίων οι πρόγονοι εστάθησαν τύπος και υπογραμμός όλων των πεπαιδευμένων γενών της Ευρώπης, αλλ’ υπέπεσαν εις βαρύτατον ζυγόν ξένων γενών υπέρ τα δισχίλια έτη, και καταστάθηκαν τοιούτοι, οίους τους εγνωρίσαμεν, κρίμασιν οις ό Θεός οίδε, ελεεινούς. Και τοιούτοι οι κάτοικοι της Επτανήσου, ως κλάδος του Ελληνικού γένους, ήταν μεν ελεεινοί και αυτοί, ως και οι λοιποί, διά την προτέραν Δαλματικήν διοίκησιν, αλλά την σήμερον ζηλωτοί και περίβλεπτοι διά την προστασίαν του φιλελευθερωτάτου και σοφωτάτου γένους της μεγάλης Βρετανίας· διότι δι’ αυτού απέκτησαν ύπαρξιν, νομοθεσίαν, κριτήρια, βουλευτήριον, ψηφοφορίαν, και επομένως διοίκησιν, και διά συνεργείας του αιωνίας μνήμης αγαθοτάτου και φιλέλληνος ανδρός κόμητος Γκυλφόρδ, και Ακαδημίαν.

Η σεβαστή λοιπόν διοίκησις, αφ’ ου προ χρόνων διέταξε τα προκαταρκτικά σχολεία κατά το σύστημα του περιφήμου Άγγλου Λαγγάστερ, εστερέωσε την Ακαδημίαν προσθέσασα και Σεμινάριον διά το ίερατείον, πράγμα αναγκαιότατον διά την ιεράν πίστιν μας, τέλος πάντων διά να γένη ό φωτισμός κοινός, και η παιδεία εψήφισε τώρα και Γυμνάσια εις όλην την Επτάνησον, διορίσασα Γενικήν επιτροπήν της Παιδείας όλης της επικρατείας, και πρόεδρον και άρχοντα αυτής της έπιτροπής εξελέξατο τον εκλαμπρότατον ιππέα και βουληφόρον, τον Κύριον Κόνταρην τον Λευκάδιον, ο οποίος κήδεται ως πατήρ φιλόστοργος διά την παιδείαν της Επτανήσου• και δεύτερον τον Ιατροφιλόσοφον Κύριον Γαγκάδην τον περίπυστον διά τας φυσικάς του γνώσεις Κερκυραίον• και τρίτον τον σοφολογιώτατον κύριον Βάμβαν τον Χίον.

Αλλ’ όλα αυτά, και τα της δημοσίας παιδείας, και τα της νομοθεσίας, και κοινής ευτυχίας της Επτανήσου επικρατείας, προστατεύονται από την άγρυπνον κηδεμονίαν του έξοχωτάτου Λόρδου μεγάλου Αρμοστού, και πολλών τάξεων ιππέα, τον φιλέλληνα και φιλάνθρωπων κύριον κύριον Φρειδερίκον Άδαμ, ου η δόξα εις τους Έλληνας ανεξάλειπτος θέλει μείνει.

Εις ταύτα δε τα Γυμνάσια εθέσπισεν ως θεμέλιον την προγονικήν μας διάλεκτον, την οποίαν διδάσκονται εις όλα τα σοφά γένη της Ευρώπης, και μάλιστα οι Άγγλου, Γερμανοί καί Γάλλοι, και την οποίαν ημείς πρέπει να την μαθαίνωμεν και προθυμότερα, και ακριβέστερα. Διότι είμεσθεν Έλληνες απόγονοι των παλαιών εκείνων λαμπρών Ελλήνων, των διδασκάλων της οικουμένης. Και διότι μας χρησιμεύει αυτή η παλαιά μας γλώσσα εις αναπλήρωσιν της νέας, οπού ομιλούμεν, η οποία είναι σχεδόν ή αυτή παλαιά μεταβλημένη από την πολυκαιρίαν, και από τα ξένα γένη, οπού μας εξουσίασαν κατά καιρούς. Και αυτή θέλει είναι πρώτη.

Δευτέρα δε την Αγγλικήν, ως γλώσσαν του προστατεύοντος ημάς σοφού γένους, και γλώσσαν εις την οποίαν συνέγραψαν και συγγράφουν σοφότατοι άνδρες Άγγλοι παντοίας ύλης συγγράμματα φιλοσοφικά, Ιστορικά, γεωγραφικά, χημικά, πολεμικά, πολιτικά, και όλα ακριβέστατα, διά το οποίον και θαυμάζονται, και εις άλλας γλώσσας μεταφράζονται.

Τρίτην την Ιταλικήν, ως γλώσσαν των κριτηρίων και της νομοθεσίας της ‘Επτανήσου επικρατείας, η οπαία επεκράτησεν από την προτητερινήν βενέτικην διοίκησιν.

Τετάρτην την λατινικήν, ως γλώσσαν ποτέ των επιστημών, και μητέρα τής Ιταλικής και Γαλλικής διαλέκτων, και ως έχουσαν πολλά επιστημονικά βιβλία αξιόλογα, και μάλιστα νομικά, και λεξικά διά την Ελληνικήν γλώσσαν τα ακριβέστατα, ως εκείνο Στεφάνου του Ενρίκου.

Πέμπτην την Λογικήν ή Ιδεολογίαν, οπού είναι η αρχή και βάσις απάσης της φιλοσοφίας, και ή ακριβής γνώσις του ανθρωπίνου πνεύματος, δι’ ου τα πάντα εναργώς διακρίνονται εις το γνώθι σαυτόν» των παλαιών το απόφθεγμα, οπού θέλει να ειπή, να γνωρίσωμεν ότι έχομεν ψυχήν νοεράν, και λογικήν, με αίσθησιν και με θέλησιν αυτοπροαίρετον, διά να ημπορή αισθανομένη τα προσβάλλοντα αντικείμενα να διακρίνη συλλογιζομένη το δίκαιον και άδικον, το ωφέλιμον και βλαβερόν εις συντήρησιν της υπάρξεώς του, και να πράττη προαιρούμενος διά του αυτεξουσίου, όσα εύρη συμφώνως με το λογικόν ωφέλιμα εις το να εκπληρόνη καλώς τας χρείας του και χρέη. Εις τούτο στέκεται το «γνώθι σαυτόν», και ακολούθως ή Λογική Επιστήμη.

Έκτον την Γεωγραφίαν καθ’ ύλην, την έκτασίν της και φυσικήν, και πολιτικήν και μαθηματικήν δηλαδή. Διότι ο αγεωγράφητος ομοιάζει το νήπιον, ή το κτήνος του οίκου.

Και τέλος πάντων την Αριθμητικήν, Άλγεβραν και Γεωμετρίαν, τα στοιχεία της μαθηματικής, ή καλλίτερα να ειπώ την βάσιν, επάνω εις την οποίαν επακουμβίζουν υψηλαί και αναγκαίαι επιστήμαι της πολιτικής κοινωνίας, και χρησιμώταται τέχναι. Και διά όλα αυτά τα μαθήματα η γενική επιτροπή έκλεξε άνδρας εμπείρους, χρηστοήθεις, προκομμένους και επιμελεστάτους, καθώς η πείρα θέλει το δείξει.

Η σεβαστή διοίκησις προς τούτοις εθέσπισε διά της γενικής επιτροπής τετραετίαν τούτων των μαθημάτων. Εγώ όμως γνωρίζωντας από την πολυχρόνιον πείραν το ελληνικόν πνεύμα των νέων, την φιλομάθειάν των, και την φιλοτιμίαν των, ελπίζω, ότι θα κάμουν οι νέοι μεγαλυτέρας προόδους, παρά οπού απαιτεί η τετραετία, και βέβαια δεν θέλω γελασθή, και η σεβαστή διοίκησις θέλει ευχαριστηθή βραβεύουσα τούς προοδεύσαντας.

Εγώ λοιπόν παύω τον λόγον μου κατά το παρόν, διά να μην ενοχλήσω, ως προείπα, τον ευγενή σύλλογον ως ειδότα τι είναι τα φώτα της παιδείας και μαθήσεως, και τι λογής αποκατασταίνουν την νεολαίαν τακτική μανθάνουσα αυτά, και διά να μη φανώ και εγώ οιηματίας πράγμα ασυνήθιστον εις εμέ άχρι της παρούσης μου ηλικίας της προβεβηκυίας, το να λέγω τί ημπορώ να κάμω, και πώς να διευθύνω το παρόν γυμνάσιον, και αν επωφελώς. Διότι ο καιρός τα τοιαύτα θέλει τα δείξει και η αλάνθαστος πείρα, και όχι μία ρητορική έκφρασις ιδία των δοκιφρόνων και οιηματιών, καθώς το έδειξεν αυτή ή πείρα και εις την πατρίδα μου χρόνους 27, και χωρίς τοιούτους συνεργούς, και βοηθούς, και χωρίς ελευθέραν διοίκησιν, και όπου τα πράγματα μαρτυρούν, εκεί τα λόγια είναι περιττά. Παύω λέγω τον λόγον μου, και στρέφω εις την ευγενή νεολαίαν της Λευκάδος τον λόγον μου:

Νέοι Λευκάδιοι! Προθυμήθητε, φιλοτιμηθήτε, και δείξατε ότι είσθε των λαμπρών Ελλήνων απόγονοι εις τούτον τον αγώνα της σπουδής, οπού η σεβαστή μας διοίκησις εθέσπισε, η οποία φιλοστόργως φροντίζει να σας ιδή ογλίγωρα και κατά την παιδείαν και μάθησιν, και κατά τα ήθη τα σπουδαία αξίους της ελπίδος της, και εγώ σας υπόσχομαι, ότι αφειδώς θέλω κοπιάσει να σας διευθύνω, διά να επιτύχητε τον σκοπόν της, διδάσκων σας εν ταυτώ όσα απαιτεί η ηλικία σας, και όσα διατάττει η σεβασή διοίκησις, και έτι πλέον υπέρ το χρέος μου διά την αγάπην προς υμάς, αν σας ιδώ να έχητε την αυτήν αγάπην και εσείς εις την μάθησιν, καθώς η πείρα θέλει το δείξει, διά να αποβήτε ζηλωτοί, αγαπητοί, και ακολούθως ευτυχείς εις τούτην την προσωρινήν ζωήν, και αδιαλείπτως μακάριοι εις την αιώνιον, και εδώ εις την μνήμην των ανθρώπων, ως παράδειγμα των άλλων. Όλα λέγω αυτά θέλετε τα αποκτήσει, αν προθυμοποιηθήτε, και φιλοτίμως αγωνισθήτε τούτον τον ένδοξον αγώνα, ο οποίος πρόκειται.

Άνδρες Λευκάδιοι! Ας πανηγυρίσωμεν λοιπόν σήμερον τον νόστον και επιστροφήν των Μουσών εις την πατρίδα των συνευφραινόμενοι πνευματικώς, και αίροντες χείρας ικέτιδας εις τον ύψιστον, τον εν τρισί προσώποις δοξαζόμενον, υπέρ του κραταιοτάτου ημών Βασιλέως Γεωργίου του τετάρτου, του ημετέρου αγαθού προστάτου, υπέρ παντός του βρεταννικού κράτους, και υπέρ του μεγάλου αρμοστού ιππέως πολλών τάξεων, του φιλανθρώπου ημών κηδεμόνος κυρίου κυρίου Φρειδερίκου Άδαμ.

Συ δε, πανιερώτατε δέσποτα, ευλόγησον την έναρξιν της παιδείας του λογικού, ευσεβούς και ορθοδόξου ποιμνίου σου, ευλόγησον την νεολαίαν ευχόμενος αυτή εκ καρδίας προόδους προσδοκωμένας από την σεβαστήν διοίκησιν, και αξίας του γένους των. Διότι από αυτήν την Νεολαίαν και η πατρίς, και ή ιερά ημών πίστις απαιτεί πολίτας φρονίμους, και λειτουργούς ιερείς ευσεβείς. Γένοιτο.

1) Η Καινούργια Χώρα, όπως, κατά τον Ροντογιάννη, διαμορφώθηκε επί Αγγλικής Προστασίας. Το Νοσοκομείο είναι ισόγειο. Στη νότια πλευρά της οδού Πεφανερωμένης (σημερινής Θεοδώρου Στράτου) το κατά τι υπερυψωμένο κτήριο είναι του Δημόσιου Σχολείου (Bubblico). Στη βόρεια πλευρά της σημερινής πλατείας Μητροπόλεως το Δημοτικό θέατρο Λευκάδας, που κατασκευάστηκε μετά την Ένωση και περί το 1870. Κατεδαφίστηκε το 1924. Προηγουμένως είχε στεγάσει πρόσφυγες και ύστερα εγκαταλείφθηκε (Πανταζής Κοντομίχης, Το νεοελληνικό θέατρο στη Λευκάδα, Νεφέλη, Αθήνα 22002, σ. 197 και 218). Σχέδιο Νίκου Βαγενά (Το Δημοτικό Θέατρο αποτυπώνεται κατ’ εκτίμηση και σύμφωνα με τα γραφόμενα του Κοντομίχη, στο ίδιο σ. 203).

2) Φωτογραφία της Πλατείας Δικαστηρίων (σημερινή Πλατεία Ζαμπελίου). Από τις ψηφιοποιημένες συλλογές ταχυδρομικών καρτών (καρτ ποστάλ) του Φωτογραφικού Αρχείου του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου (Ε.Λ.Ι.Α.). Τα στοιχεία της φωτογραφίας, που παραθέτει το ΕΛΙΑ, είναι:
Τίτλος: Λευκάς. Τα Δικαστήρια
Χρονολόγηση: ca 1900
Χρονολογία αποστολής: 1906
Εκδότης: Αδελφοί Τσιρίμπαση
Η ιδιόχειρη σημείωση κάτω γράφει: Λευκάς, 9 Μαρτίου 906, Αγαπητέ Κώστα. Κατόπιν ευχαρίστου ταξιδίου έφθασα χθες ενταύθα. Πολύ μεγάλη διαφορά από την Σύρον. Δώσε τους χαιρετισμούς μου εις όλους τους συγγενείς ως και εις τον Γεώργιον Νικολούδην. Σε φιλώ Γιάννης. Η σημείωση δείχνει ότι τη στέλνει μάλλον κάποιος υπάλληλος, που έφθασε στη Λευκάδα με μετάθεση, ή κάποιος περαστικός ταξιδιώτης. Η επιλογή της συγκεκριμένης καρτ ποστάλ από έναν άρτι αφιχθέντα στη Λευκάδα δείχνει ότι αυτή ήταν από τις πιο εντυπωσιακές της αγοράς• και εμμέσως αλλά σαφώς ότι η πλατεία αυτή αποτελεί βασικό κύτταρο του δημόσιου λευκαδικού χώρου και ανήκε στα μέρη, τα οποία η τοπική συλλογική συνείδηση είχε τοποθετήσει ψηλά στη λίστα των «αξιοθέατων». Το ίδιο δηλώνει και η παρουσία στην πλατεία αρκετών θαμώνων.
3) Κατασκευάστηκε κατά τα έτη 1825-1830, μετά τον μεγάλο σεισμό του 1825, για να χρησιμοποιηθεί ως σχολείο μέσης εκπαίδευσης και στέγασε το Δευτερεύον Σχολείον Λευκάδος (1829-1835). Το 1835 το «κατέλαβαν» τα Δικαστήρια και στεγάστηκαν εκεί μέχρι το 1989• έπειτα έγινε για λίγο Δημαρχείο, έως ότου να ολοκληρωθεί το σημερινό (2016) κτήριο του Πνευματικού Κέντρου, στο οποίο μεταστεγάστηκε το Δημαρχείο, μέχρι να μεταφερθεί στο σημερινό Διοικητήριο στις Αλυκές. Στο ισόγειο (και ειδικότερα στα 2/3 αυτού και με είσοδο από τη δεξιά θολωτή πόρτα, όπως βλέπουμε) στεγάστηκε από τη δεκαετία του 1930 το Αρχειοφυλακείο Λευκάδος, μετέπειτα Ιστορικό Αρχείο Λευκάδος και τώρα ΓΑΚ-Αρχεία Νομού Λευκάδας. Από τη δεκαετία του ᾽90 τα ΓΑΚ-Αρχεία Νομού Λευκάδας στεγάζονται σε ολόκληρο σχεδόν το ισόγειο – με εξαίρεση έναν μικρό τετράγωνο χώρο, που αποτελείται από τον χώρο εισόδου στον όροφο και από ένα μικρό γραφείο, που στεγάζει το Σύλλογο Ατόμων με Ειδικές Ανάγκες «Η Ελπίδα». Η είσοδός είναι τώρα από την αριστερή θολωτή πόρτα, δίπλα και αριστερά της οποίας είναι τοποθετημένη η πινακίδα. Βρίσκεται στην πλατεία Ζαμπελίου, οδός Θεοδώρου Στράτου 1 και Ευτυχίου Ζαμπελίου γωνία. Φωτογραφία Δημήτρη Βλάχου (2002).

Προηγουμενο αρθρο
Νέες θέσεις εργασίας στη Λευκάδα
Επομενο αρθρο
Οι υποψήφιοι βουλευτές του ΚΚΕ στο νομό Λευκάδας

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *