HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΟ μύθος του ποιητή Κώστα Καρυωτάκη

Ο μύθος του ποιητή Κώστα Καρυωτάκη

Της Πηνελόπης Κοψιδά

Σαν σήμερα, 21 Ιουλίου 1928, ο Κώστας Καρυωτάκης δίνει τέλος στη ζωή του, σε ηλικία 32 ετών, στη θέση Βαθύ της Μαργαρώνας, στην Πρέβεζα. Μέχρι τότε η ύπαρξή του ελάχιστα απασχολούσε το ευρύ κοινό. Η αναγγελία όμως του απρόοπτου θανάτου του ξάφνιασε τους συναδέλφους του στο συγγραφικό ποιητικό χώρο και έγινε ένα πανελλήνιο ερωτηματικό.

Ο Κώστας Καρυωτάκης, ποιητής και πεζογράφος, θεωρείται ως ο κυριότερος εκφραστής της σύγχρονης λυρικής ποίησης, ίσως η σημαντικότερη λογοτεχνική φωνή που ανέδειξε η γενιά του ’20. Επηρέασε πολλούς από τους κατοπινούς ποιητές (Σεφέρης, Ρίτσος, Βρεττάκος). Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από τριάντα γλώσσες. Η ποίησή του διδάσκεται σε αρκετά Πανεπιστήμια της Ελλάδας αλλά και του εξωτερικού. Για το έργο του έχουν γραφεί εκατοντάδες εργασίες και βιβλία, πραγματοποιήθηκαν δε δεκάδες ειδικά συνέδρια.

Γεννήθηκε στην Τρίπολη Αρκαδίας στις 11 Νοεμβρίου 1896. Ήταν δευτερότοκο παιδί του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη, με καταγωγή από την Καρυά Κορινθίας, και της Αικατερίνης Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Στο σπίτι της γεννήθηκε ο ποιητής και εκεί σήμερα στεγάζεται η διοίκηση του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

Η οικία Καρυωτάκη στην Τρίπολη

Λόγω της εργασίας του πατέρα του, η οικογένειά του αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στη Λευκάδα, το Αργοστόλι, τη Λάρισα, την Πάτρα, την Καλαμάτα, την Αθήνα (1909-1911) και τα Χανιά όπου έμεινε ως το 1913, χρονιά που αποφοίτησε από το 1ο Γυμνάσιο Χανίων. Από νεαρή ηλικία, περίπου δεκαέξι ετών, δημοσίευε ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά, ενώ το όνομά του αναφέρεται και σε διαγωνισμό διηγήματος της Διαπλάσεως των παίδων.

Το 1914 ο Κώστας Kαρυωτάκης μετέβη στην Αθήνα για σπουδές στη Νομική Σχολή. Το 1916, φοιτητής στο Β΄ έτος Νομικής, άρχισε να δημοσιεύει ποιήματά του σε λαϊκά περιοδικά αλλά και σε εφημερίδες όπως η Ακρόπολη. Το 1917 αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με «λίαν καλώς». Στην αρχή επιχείρησε να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, ωστόσο η έλλειψη πελατείας τον ώθησε στην αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου. Διορίστηκε στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, ενώ μετά την οριστική απαλλαγή του από τον Ελληνικό Στρατό για λόγους υγείας, τοποθετήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας και Αθήνας.

Η πρώτη ποιητική συλλογή του «Ο Πόνος των Ανθρώπων και των Πραγμάτων», δημοσιεύτηκε το Φεβρουάριο του 1919 και δεν έλαβε ιδιαίτερα θετικές κριτικές. Ήταν ένα μικρό τεύχος, δεκαέξι μόλις σελίδων, με ποιήματα τρυφερά, μουσικά, γνήσια συμβολιστικά, που μέσα τους διέκρινες ανικανοποίητες βλέψεις, αγωνίες, όνειρα γεμάτα πάθος, που σβήνουν χωρίς να ευφράνουν κανένα.

Στο Παλαιό Φάληρο με τον Ν.Καράκαλο

Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο «Νηπενθή», εκδόθηκε το 1921. Εδώ η θλίψη παρουσιάζεται, σχεδόν πάντα , σαν μόνιμη ενυπάρχουσα κατάσταση και αυτή την θλίψη τραγουδεί ο ποιητής. Το δεύτερο αυτό βιβλίο βραβεύεται στο Φιλαδέλφειο Διαγωνισμό.

Την ίδια περίοδο συνδέθηκε με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, συνάδελφό του στη Νομαρχία Αττικής. Η Πολυδούρη ήταν μια χειραφετημένη νεαρή γυναίκα, με φεμινιστικές ιδέες, που ζούσε μια προκλητική για την εποχή ζωή. Η σκέψη και η ποίηση του Καρυωτάκη γοήτευσε τη νεαρή ποιήτρια, ενώ εκείνος από την πλευρά του, ερωτεύτηκε την όμορφη κοπέλα με τα μαύρα μάτια και το εντυπωσιακό κορμί. Η σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ τους ήταν πολύ έντονη, αλλά ποτέ δεν ολοκληρώθηκε. Η απελευθερωμένη κοπέλα, έφτασε σε σημείο να κάνει ακόμα και πρόταση γάμου στον Καρυωτάκη, πράγμα αδιανόητο για τα ήθη της τότε κοινωνίας. Ο Καρυωτάκης αρνήθηκε την πρόταση, με αιτιολογία το αφροδίσιο νόσημα, με το οποίο είχε διαγνωσθεί από το 1922.

Η Μαρία Πολυδούρη με τον Καρυωτάκη

Τον Αύγουστο του 1924 ταξίδεψε με αναρρωτική άδεια στο Βερολίνο και τη Λειψία της Γερμανίας αλλά και στη Νεάπολη, τη Ρώμη και τη Βενετία στην Ιταλία. Το 1925 τοποθετήθηκε στο Τμήμα Κοινωνικής Υγιεινής ως Γραμματέας του Ιατροσυνεδρίου, στο Ανώτατο Υγειονομικό Συμβούλιο και το 1926 στη Διεύθυνση Υγιεινής του Υπουργείου Εσωτερικών. Τον Οκτώβριο του 1926 ταξίδεψε με αναρρωτική άδεια στη Ρουμανία και το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου τοποθετήθηκε στο Τμήμα Αγαθοεργών Ιδρυμάτων του υπουργείου Υγιεινής. Το Νοέμβριο του 1927 απολογήθηκε για άγνωστο πειθαρχικό αδίκημα και μετακινήθηκε στο Τμήμα Λοιμοδών Νόσων. Ο υπουργός Μιχαήλ Κύρκος του επέβαλλε πρόστιμο ίσο με το μισό του μηνιαίου του μισθού.

Το Δεκέμβριο του 1927 εκδίδει την τελευταία του συλλογή, «Ελεγεία και Σάτιρες». Γι΄αυτό το βιβλίο ο Τέλλος Άγρας θα πει: «…με την τελευταία του ποιητική συλλογή μας ξεπέρασε όλους, αμέσως και εξακολουθητικά! Έγινε αμέσως maitre!». Το έργο αυτό χαρακτηρίστηκε μεστό, προσωπικό και ώριμο στη μορφή, χωρίς κανένα από τα ποιήματα που περιλαμβάνει να θεωρηθεί μέτριο. Οι στίχοι του διαπνέονται από λυρισμό, τραγική φιλοσοφία και πικρό χιούμορ. Ο Κ. Παράσχος στο περιοδικό «Νέα Εστία» (15 Μαρτίου 1928) θα πει: «Τι απλοί και βαθείς τόνοι, τι μουσική διάθεση, τι οξύτης συναισθηματική, τι πρωτοτυπία στη σύλληψη και στην ανάπτυξη του θέματος και τι τόνος γνησιότατα μοντέρνος!». Και στον «Ελεύθερο Λόγο» (8 Ιανουαρίου 1928), πολύ γλαφυρά, λέει ακόμη: «….οι πεζολογικές λέξεις που επίτηδες εδώ κι εκεί μεταχειρίζεται, και οι αντικανονικές τομές δίνουν στο στίχο του κάτι σας περπάτημα πληγωμένου πουλιού, τόσο σύμφωνο με την όλη του ψυχική διάθεση…». Και η Έλλη Αλεξίου στην εισαγωγή της στην έκδοση των Απάντων του Καρυωτάκη (εκδ. Οικονόμου) θα πει για το τελευταίο του βιβλίο: «Κι εδώ συνεχίζεται επαυξημένο και μη διακοπτόμενο το δράμα της κατάθλιψης, εμπλουτισμένο όμως με τη θερμή επίκληση στο θάνατο…».

Στα Κιούρκα (Μάιος 1926)

Στο μεταξύ ο Καρυωτάκης πρωτοστατεί στην απεργία των δημοσίων υπαλλήλων το 1927 και το 1928 εκλέγεται Γενικός Γραμματέας στην Ένωση Δημοσίων Υπαλλήλων Αθήνας. Εκείνη την εποχή σε εφημερίδες της Αθήνας, δημοσίευσε ενυπόγραφα αλλά και με ψευδώνυμα, στοιχεία για διασπάθιση δημοσίου χρήματος και αναξιοκρατία. Στις 8 Φεβρουαρίου 1928 δημοσίευσε στην εφημερίδα «Ελληνική» ένα άρθρο με το οποίο κατήγγειλε τη διάβρωση του κρατικού μηχανισμού και την ασφυκτική πίεση των κομματικών συμφερόντων στο δημόσιο τομέα. Η δημοσίευση αποκαλύψεων σε βάρος του Μιχαήλ Κύρκου, υπουργού Πρόνοιας στην κυβέρνηση του Αλέξανδρου Ζαΐμη, σχετικά με σκανδαλώδη διαχείριση των οικονομικών που συνδέονται με την αποκατάσταση των προσφύγων, δημιούργησε τη βεβαιότητα ότι υπεύθυνος για τις διαρροές ήταν ο Καρυωτάκης. Τα δημοσιεύματα τον έφεραν αντιμέτωπο με τον Υπουργό.

Το Φεβρουάριο του 1928 παραιτήθηκε από Γενικός Γραμματέας της Ενώσεως Δημοσίων Υπαλλήλων Αθηνών, προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία για πέντε μήνες στην Πάτρα. Τον Απρίλιο ταξίδεψε στο Παρίσι για ιατρικές εξετάσεις και μετά την επιστροφή του στην Αθήνα, μετατέθηκε στη Νομαρχία Πρέβεζας. Μετά τη δυσμενή μετάθεση του στην Ηπειρωτική πόλη, όπου έφτασε ακτοπλοϊκά στις 18 Ιουνίου 1928, εργάστηκε στο Γραφείο Εποικισμού και Αποκαταστάσεως Προσφύγων και ως δικηγόρος της Νομαρχίας, επιμελούνταν τη σύνταξη και τον έλεγχο των τίτλων κυριότητας των αγροτεμαχίων διανομής προς τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας.

Εκεί ήρθε σε ρήξη με τον τότε νομάρχη, ο οποίος πιθανώς χρηματιζόταν με λίρες Μικρασιατών στο θέμα της μη ισότιμης και δίκαιης παροχής αγροτεμαχίων.Παράλληλα με την δυσμενή του μετάθεση, διενεργούνταν υπηρεσιακή εξέταση εναντίον του, πιθανότατα, με την χαλκευμένη κατηγορία της μαστροπείας, πράγμα σχετικά εύκολο λόγω του άστατου βίου του και των σχέσεων του με κοινές γυναίκες. Ταυτόχρονα, η ασθένεια της σύφιλης από την οποία είχε προσβληθεί τον κατέβαλε σταδιακά καθώς ήδη βρίσκονταν σε πολύ προχωρημένο στάδιο.

Ο ποιητής, η αδελφή, ο ανιψιός και μια φίλη τους (Συκιά, καλοκαίρι του 1927)

Ένα σχεδόν μήνα μετά την μετάθεσή του στην Πρέβεζα ο Κώστας Καρυωτάκης θέτει τέρμα στη ζωή του με βολή περιστρόφου. Τα γεγονότα εκείνων των ημερών έχουν καταγραφεί ως εξής:
Στις 19 Ιουλίου 1928 ο Καρυωτάκης έπεσε στη θάλασσα στην περιοχή Μονολίθι Πρέβεζας, με σκοπό να αυτοκτονήσει με πνιγμό, αλλά δεν το κατόρθωσε διότι γνώριζε κολύμπι.
Στις 21 Ιουλίου, δύο ώρες προ της αυτοκτονίας του, γύρω στις 2.30 μ.μ., επισκέφθηκε το τότε παραλιακό καφενείο «Ο Ουράνιος Κήπος» στη θέση Βρυσούλα, όπου παρήγγειλε και ήπιε μια βυσσινάδα. Ο καφεπώλης παραξενεύτηκε τότε, γιατί ο ποιητής τού άφησε στο τραπέζι 75 δραχμές πουρμπουάρ, ενώ η τιμή του αναψυκτικού ήταν 5 δρχ. Ζήτησε ένα τσιγάρο να καπνίσει και μια κόλλα χαρτί όπου έγραψε τις τελευταίες σημειώσεις του, οι οποίες βρέθηκαν στην τσέπη του και διασώθηκαν.

Το απόγευμα στις 4.30 μ.μ., περπάτησε από το καφενείο της Βρυσούλας προς τη θέση Βαθύ της Μαργαρώνας, μια απόσταση περίπου 400 μέτρων. Ξάπλωσε κάτω από έναν ευκάλυπτο και αυτοκτόνησε με περίστροφο τύπου «Pieper Bayard» 9mm, που είχε αγοράσει την προηγούμενη ημέρα. Η τότε χωροφυλακή τράβηξε φωτογραφία του πτώματος η οποία έχει δημοσιευθεί και τον δείχνει κουστουμαρισμένο, με ψαθάκι και με το χέρι να κρατά το πιστόλι στο στήθος.

Το περίστροφο έχει παραχωρηθεί από τους απογόνους της οικογένειας Καρυωτάκη και εκτίθεται από το 2003 στο «Μουσείο Μπενάκη» στην Αθήνα στο κτίριο Α’ επί της Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας. Στη θέση που αυτοκτόνησε βρίσκεται σήμερα το στρατόπεδο των καυσίμων της 8ης Μεραρχίας Πεζικού και υπάρχει εκεί αναμνηστική μαρμάρινη επιγραφή που τοποθέτησε η Περιηγητική Λέσχη Πρέβεζας το 1970. Η πινακίδα γράφει, «Εδώ, στις 21 Ιουλίου 1928, βρήκε τη γαλήνη με μια σφαίρα στην καρδιά ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης».

Στην τσέπη του κουστουμιού του βρέθηκε η ακόλουθη επιστολή:

«Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ….Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές (!!!), είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας» Κ.Γ.Κ.
[Υ.Γ.] Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου». Κ.Γ.Κ. (Κώστας Γ. Καρυωτάκης).

ο πιστόλι Pieper Bayard με το οποίο αυτοκτόνησε ο Καρυωτάκης

Το μπαούλο με το προσωπικό αρχείο του εξαφανίστηκε και ο δημοσιοϋπαλληλικός του φάκελος βρέθηκε λειψός, ενώ η αποχαιρετιστήρια επιστολή του, δημοσιοποιήθηκε στο σύνολό της μόλις το 1980, όταν όλοι οι μάρτυρες είχαν πεθάνει και τα στοιχεία της αυτοκτονίας του είχαν χαθεί.

Το σπίτι που έμεινε τις τελευταίες ημέρες της ζωής του ο Καρυωτάκης στην Πρέβεζα, βρίσκεται στην οδό Δαρδανελίων, στο λεγόμενο Σεϊτάν Παζάρ. Το κτίριο διατηρείται ανέπαφο, ενώ στο εσωτερικό του υπάρχουν ακόμη ορισμένα έπιπλα και αντικείμενα που χρησιμοποίησε ο αυτόχειρας ποιητής. Κάποιες πολυθρόνες, ένα σιδερένιο κρεβάτι, μια σερβάντα, ένας στρογγυλός καθρέφτης με είδη ξυρίσματος, μια ξυλόγλυπτη ντουλάπα, ένα κοστούμι και μια δερμάτινη βαλίτσα είναι ό,τι άφησε πίσω του. Το συγκεκριμένο διαμέρισμα, ενός δωματίου τότε, παραχωρούνταν από τη Νομαρχία της πόλης σε όποιον πήγαινε να εργαστεί εκεί από άλλη περιοχή. Λίγα μόλις μέτρα από την αυλόπορτα του γραφικού αυτού διώροφου, βρίσκεται σήμερα η προτομή του Καρυωτάκη.

Σε ντοκιμαντέρ-έρευνα του Φρέντυ Γερμανού που προβλήθηκε το 1981 στη δημόσια τηλεόραση η τότε σπιτονοικοκυρά του Καρυωτάκη, Λευκαδίτισσα με καταγωγή από την Καρυά, κ.Πηνελόπη Λυγκούρη, δήλωνε συγκλονισμένη : «Στο σπίτι ο Καρυωτάκης δεν είχε καθόλου βιβλία, παρά μόνο χειρόγραφα δικά του, τα οποία μετά τον θάνατό του δεν ήξερα ότι ήταν ποιήματα και τα πέταξα».

Το 2003 ο Λευκαδίτης ποιητής Δημήτρης Ε. Σολδάτος, αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να ζητήσει από την σπιτονοικοκυρά του Καρυωτάκη κ Πηνελόπη, το τραπέζι που έγραφε τα ποιήματά του, με την υπόσχεση ότι θα το επιστρέψει στην περίπτωση που θα δημιουργηθεί Μουσείο Καρυωτάκη στην Πρέβεζα. Η ηλικιωμένη γυναίκα, που τότε πλησίαζε τα εκατό χρόνια, το παραχώρησε με προθυμία, ωστόσο του είπε: «Εγώ για την ιδιαίτερη πατρίδα μου θα έδινα και την ψυχή μου, αλλά τι να το κάνεις αυτό το πράγμα, δεν είναι για παρουσιασμό!». Πράγματι το τραπέζι ήταν ένας σωρός από σαρακοφαγωμένα ξύλα, παρατημένα στην αυλή, έρμαιο στις καιρικές συνθήκες, βαμμένο με τρεις στρώσεις λαδομπογιάς, όπως το περιγράφει ο ίδιος. Ο Δ. Σολδάτος το παρέλαβε με σεβασμό στη μνήμη του ποιητή, το συντήρησε με προσωπική εργασία και με την αφιλοκερδή συνδρομή ειδικών και αντιμετωπίζοντας με πείσμα πολλές δυσκολίες, κατόρθωσε σήμερα αυτό να φιλοξενείται στην Δημόσια Βιβλιοθήκη Λευκάδας.

Η τωρινή κάτοχος του σπιτιού, Σοφία Λελόβα, που έμαθε από τη μητέρα της πολλά πράγματα για τον Καρυωτάκη, λέει στο δημοσιογράφο Ν. Μπάρδη (Ιούνιος 2017): «ο Καρυωτάκης δεν είχε καλές σχέσεις με τους Πρεβεζάνους, προσπαθούσε να αποφύγει τις συναναστροφές με τους ντόπιους και προτιμούσε να περνάει περισσότερο χρόνο μόνος του, γράφοντας. Όλη την ώρα έγραφε, σαν να μη στέρευαν οι σκέψεις του». Και ο γιός της Τηλέμαχος συμπληρώνει: «Όλα όσα έγραψε στα ποιήματά του αποτύπωναν ακριβώς την τότε πραγματικότητα της Πρέβεζας, την καθημερινότητα της μικρής αυτής πόλης στις αρχές του 20ού αιώνα». Και ο ίδιος ο δημοσιογράφος ισχυρίζεται: «Η άποψη που θέλει, λοιπόν, τον Καρυωτάκη να απεχθάνεται την Πρέβεζα, δεν ισχύει. Στους ιδιοκτήτες του σπιτιού, μάλιστα, εξέθετε καθημερινά τις εντυπώσεις του από τους περιπάτους του στην πόλη και από τα όμορφα μέρη που επισκέπτονταν. Όμως, η μοναξιά, η αρρώστια και οι κόντρες που είχε στη δουλειά τον έκαναν απόμακρο, σχεδόν αόρατο».

Και στο άρθρο του συνεχίζει: Έναν αιώνα από την έναρξη της συγγραφικής δραστηριότητας του ποιητή, έρχεται στο προσκήνιο το ζήτημα της αναστήλωσης και ανάδειξης της τελευταίας του οικίας στην Πρέβεζα. Ο Πολιτιστικός Σύλλογος της πόλης επανήλθε με νέο αίτημα προς τον δήμαρχο, προκειμένου να αξιοποιηθεί αυτό το στολίδι στην καρδιά της Πρέβεζας, πάντα με τη σύμφωνη γνώμη των ιδιοκτητών. «Εμείς είμαστε διατεθειμένοι να συνεργαστούμε με τον δήμαρχο, και μπορούμε να παραχωρήσουμε μέρος της οικίας για να γίνει μουσείο, αρκεί όμως πρώτα να γίνουν οι απαραίτητες εργασίες, έτσι ώστε να αποκατασταθεί ο χώρος και να εξασφαλιστεί η ήρεμη διαβίωσή μας» αναφέρει σχετικά ο Τηλέμαχος, που μεγάλωσε σε αυτό το ιστορικό σπίτι. «Δυστυχώς, όμως, κανένας τόσα χρόνια δεν ενδιαφέρθηκε για αυτό το σπίτι και την ιστορία που κουβαλάει στο εσωτερικό του, και σήμερα κοντεύει να γκρεμιστεί από την αδιαφορία των ιθυνόντων. Με την παροχή μιας μικρής βοήθειας η πόλη θα αποκτούσε ακόμη ένα αξιοθέατο»

Το σπίτι που έμενε ο Καρυωτάκης στην Πρέβεζα

Τελειώνοντας αυτή τη σύντομη αναφορά στη ζωή, το έργο και το θάνατο του Κώστα Καρυωτάκη, θα σταθούμε λίγο στην πράξη αυτοχειρίας με την οποία έβαλε τέλος στη ζωή του, πράξη που παραμένει μέχρι και σήμερα αινιγματική και τα αίτιά της αναπάντητα. Όσα ακολουθούν, αποτελούν απόψεις των βιογράφων, μελετητών και ερευνητών της ζωής και του έργου του ποιητή, από την αυτοκτονία του έως σήμερα.

Το 1938 εκδίδονται τα Άπαντα του Καρυωτάκη, την επιμέλεια των οποίων η οικογένεια του ποιητή αναθέτει στον προσωπικό φίλο και βιογράφο του, Χ. Σακελλαριάδη. Σύμφωνα με τον συγγραφέα Η. Κακαβάνη, ο Σακελλαριάδης διαστρεβλώνει την προσωπικότητα του Καρυωτάκη. Τον παρουσιάζει ως κλασική περίπτωση ψυχοπαθολογικής προσωπικότητας: εγωκεντρικό, μισάνθρωπο, αρρωστημένα φιλόδοξο, διπλή προσωπικότητα, αντιερωτικό και χωρίς ίχνος αυτοπεποίθησης. Τροφοδοτεί την κριτική με πλήθος τέτοιων βιογραφικών πληροφοριών επιβάλλοντας στην ουσία και ένα συγκεκριμένο τρόπο ανάγνωσης της ποίησής του. Σημαντικά γεγονότα της ζωής και της δράσης του ποιητή είτε αποσιωπούνται είτε ελάχιστα γίνεται λόγος, π.χ. αρρώστια, συνδικαλιστική δραστηριότητα, συμμετοχή στις απεργίες των δημοσίων υπαλλήλων. Μάλιστα αποφαίνεται ότι «η θανατοφιλία είναι το κύριο χαρακτηριστικό της απαισιοδοξίας του και το σπουδαιότερο κίνητρο της έμπνευσή του». Αυτό ήταν το πρίσμα αποτίμησης της ποίησής του έκτοτε.

Αυτοπροσωπογραφία του Κ., δημοσιευμένη στο εξώφυλλο του Εσπέρου (Σύρου) τον Ιούλιο του 1923

Σύμφωνα με την μελετήτρια του έργου του Χριστίνα Ντουνιά, η οποία επίσης υποστηρίζει ότι πολλές από τις πληροφορίες του βιογράφου Σακελλαριάδη πρέπει να τις εξετάζουμε με καχυποψία, η εικόνα που προβάλλεται τότε για τον ποιητή είχε και την σύμφωνη γνώμη της οικογένειας, γιατί μόνον έτσι μπορούσε να επιτραπεί η κηδεία του, και να αποσιωπηθούν τα ποικίλα σχόλια για τις ερωτικές και ιδεολογικές του επιλογές.

Με αυτή την άποψη συμφωνεί και ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος της σειράς «Κώστας Καρυωτάκης», (2009), Τάσος Ψαρράς, ο οποίος συνειδητά ανέτρεψε την εικόνα του καταθλιπτικού ποιητή, αφού πρώτα πραγματοποίησε ενδελεχή έρευνα εννέα χρόνων. Συγκεκριμένα σε συνέντευξή του στην Ελευθεροτυπία (24/4/2009) θα πει: «Ο πρώτος βιογράφος του Καρυωτάκη που δημιούργησε εν πολλοίς την εικόνα του πεισιθάνατου ποιητή, ο Χαρίλαος Σακελλαριάδης, έγραψε ένα βιβλίο το ’38 κατά παραγγελία. Παρουσίασε τον Καρυωτάκη θλιμμένο, μελαγχολικό, καταθλιπτικό, πιθανόν για να μη διαταραχθούν οι σχέσεις της οικογένειας με την Εκκλησία, που απομόνωνε τους αυτόχειρες, εκτός κι αν έπασχαν από κάποιο ψυχικό νόσημα. Όμως, ο ίδιος ο Σακελλαριάδης, που υπήρξε φίλος του ποιητή και συναντιούνταν συχνά πριν αρχίσουν οι διορισμοί και οι μεταθέσεις του Καρυωτάκη, αυτοαναιρείται καθώς περιγράφει πώς πήγαιναν μαζί σε ταβέρνες, σε χορούς, γλεντούσαν και χαίρονταν τη ζωή με κάθε τρόπο. Υπάρχει επίσης ένα κείμενο του Αλέξη Μινωτή στη Νέα Εστία, όπου μιλάει για τον συμμαθητή του στο 1ο Γυμνάσιο Χανίων Κώστα Καρυωτάκη και τον περιγράφει σαν τον καπετάν φασαρία, πρώτο στον πετροπόλεμο, χαρούμενο, ζωηρό, υγιή. Δεν μπορεί ένα παιδί που παίζει, κάνει πλάκες, φάρσες και αργότερα, ως νέος -όπως ξέρουμε από άλλες πηγές- γλεντάει στα dancing της Αθήνας, χορεύει με κοπέλες και χαίρεται τη ζωή, να πάσχει από κατάθλιψη».

Κι όταν ερωτήθηκε για την πεσιμιστική ατμόσφαιρα που κυριαρχεί στο έργο του Καρυωτάκη, ο Τάσος Ψαρράς απάντησε: «Είχε λόγους να μελαγχολεί σε μια περίοδο που η Ελλάδα πήγαινε από δικτατορία σε δικτατορία, που ζούσε γελοία πραξικοπήματα, σαν του Γαργαλίδη, του Πάγκαλου και του Κονδύλη, που η ελληνική δημοκρατία έδειχνε αδύναμη και οι άνθρωποι βίωναν τα δεινά του Μεγαλοϊδεατισμού και του Πολέμου. Επομένως, ήταν φυσικό ο Καρυωτάκης να νιώθει απόγνωση και μελαγχολία. Ο πεσιμισμός του όμως ήταν κοινωνικός πεσιμισμός». Και εδώ έρχονται να τον επιβεβαιώσουν τα λόγια του Κ. Παράσχου, λίγο μετά την αυτοκτονία του ποιητή, το 1928: «Να μιλήσω για το έργο του είναι σα να μιλώ για την ψυχική ιστορία όλης της γενεάς μας».

Και συνεχίζοντας, για την προσωπικότητα του ποιητή θα πει: «Ήταν ευαίσθητος άνθρωπος με κοινωνική συνείδηση, βεβαίως ελιτίστας στο πνεύμα, μελετηρός, με σφαιρική γνώση, οξυδερκής, ένας ποιητής που ερμήνευσε την εποχή του και είχε το θάρρος να γράφει τις απόψεις του. Είχε, επίσης, μια χιουμοριστική πλευρά, έκανε φάρσες, έβγαλε σατιρική εφημερίδα κι έγραψε επιθεωρήσεις. Ήταν ένας μαχόμενος άνθρωπος. Υπήρξε συνδικαλιστής, εκλέχτηκε γενικός Γραμματέας της Ένωσης Δημοσίων Υπαλλήλων Αθηνών, δεν συνδιαλέχτηκε με την κεντρική εξουσία, γι’ αυτό δέχτηκε ποινές, στερήσεις μισθών και άδικες μεταθέσεις. Παρ’ όλο που προερχόταν από μια συντηρητική, φιλοβασιλική οικογένεια που ανήκε στο Λαϊκό Κόμμα και γαλουχήθηκε με αυτές τις αρχές, ανέπτυξε μια έμμεση σχέση με την Αριστερά, αλλά η προσωπικότητά του ήταν τέτοια που δεν του επέτρεπε να ενταχθεί σε ένα κόμμα. Είχε έντονα κριτική ματιά, υποστήριζε πάντα προοδευτικές απόψεις και ήταν πολύ ευαίσθητος απέναντι στα κοινωνικά προβλήματα».

Η αποχαιρετιστήρια επιστολή του παραμένει, ακόμα και σήμερα, αινιγματική. Εκεί γίνεται λόγος για την αρρώστια του, καθώς και για μια ψευδή κατηγορία σε βάρος του. Η ασθένεια είναι προφανώς η σύφιλη, ενώ η χαλκευμένη κατηγορία εικάζεται ότι είναι η μαστροπεία. Η μελετήτρια Χ. Ντουνιά θα πει: «Γνωρίζουμε ότι ο Καρυωτάκης, όπως και άλλοι θερμόαιμοι νέοι της εποχής του σύχναζε σε «καφέ σαντάν» και σε οίκους ανοχής. Εκεί μολύνθηκε από το στίγμα της «ωχράς σπειροχαίτης», που θα καθορίσει δυστυχώς την ερωτική του ζωή. Ένας δημόσιος υπάλληλος και ταυτόχρονα ενοχλητικός συνδικαλιστής, που συχνάζει στα κακόφημα σπίτια, δεν αργεί να γίνει στόχος του τμήματος ηθών. Δεν είναι λοιπόν δύσκολο να σκηνοθετήσουν μια κατηγορία περί μαστροπείας και μάλιστα με τη συνδρομή μαρτύρων. Ο Καρυωτάκης κατά τη διάρκεια της ολιγοήμερης παραμονής του στην Πρέβεζα θα πρέπει να ενημερώθηκε αρμοδίως για τη σοβαρή κατηγορία εις βάρος του. Οι ψυχικές του αντιστάσεις ήταν ήδη εξασθενημένες από τις συναισθηματικές και τις επαγγελματικές απογοητεύσεις. Αν προσθέσουμε και τη μόνιμη απειλή της αρρώστιας του, αυτή η τελευταία καταδίωξη τον έφερε περισσότερο παρά ποτέ κοντά στο μεγάλο αδιέξοδο».

«Αισιοδοξία», χειρόγραφο του Κώστα Καρυωτάκη

Και ο Η. Κακαβάνης θα πει: «Δεν ήταν η μετάθεση στην Πρέβεζα η αιτία, άσχετα αν επιβάρυνε την ψυχολογία του το γεγονός των συνεχών μεταθέσεων. Η αυτοκτονία δεν ήταν έκφραση δειλίας, απαισιοδοξίας, κατάθλιψης κλπ.. Ήταν η επιδίωξη ενός αξιοπρεπούς τέλους από ένα υπερήφανο άνθρωπο, λίγο πριν καταλήξει στο ψυχιατρείο».

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει στη μελέτη του και ο Γιώργος Μακρίδης, ο οποίος λέει: «Την εποχή του θανάτου του ο Καρυωτάκης έπασχε από τριτογενή σύφιλη, με κυρίαρχη εκδήλωση τη νευροσύφιλη η οποία μπορεί να προκαλέσει νευροψυχιατρικές διαταραχές, βλάβες στο στέλεχος του εγκεφάλου ή στα κρανιακά νεύρα, ενώ στο 33% των ασθενών με τελικού σταδίου νευροσύφιλη παρατηρείται αλλαγή προσωπικότητας». Διατύπωσε λοιπόν την άποψη ότι ο ποιητής αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα, όχι επειδή πιεζόταν ψυχολογικά από τη μετάθεσή του εκεί, αλλά επειδή δεν ήθελε να νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική, όπως συνέβαινε με όλους τους συφιλιδικούς στο τελικό στάδιο της νόσου την περίοδο εκείνη. Θέλοντας, μάλιστα, ο Γιώργος Μακρίδης να ισχυροποιήσει το επιχείρημά του τόνισε ότι θα ήταν εξαιρετικά απίθανο ένας βαριά καταθλιπτικός ασθενής να αστειεύεται στο επιθανάτιο γράμμα του, κάτι που βλέπουμε στο υστερόγραφο της επιστολής του Καρυωτάκη, όπου κάνει σαρκαστικό χιούμορ για την αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας του της προηγούμενης ημέρας.

Η εικόνα λοιπόν που σχηματίστηκε, πιθανόν εσκεμμένα, και επικρατούσε πολλά χρόνια για τον Κ. Καρυωτάκη, εκείνη του βαριά καταθλιπτικού ατόμου, σήμερα τείνει να αναιρεθεί από τους σύγχρονους μελετητές και ερευνητές. Ο Καρυωτάκης κατ΄αυτούς καταγράφει την αθλιότητα της ελληνικής κοινωνίας, την εποχή που έζησε. Η μαχητικός, δίκαιος και ασυμβίβαστος χαρακτήρας του τον οδήγησε σε ρήξη με το κατεστημένο της εποχής, την οποία πλήρωσε με χαλκευμένες κατηγορίες και συστηματικούς διωγμούς. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την ανίατη για την εποχή ασθένεια της σύφιλης, από την οποία έπασχε και η οποία βρίσκονταν ήδη στο τελευταίο στάδιο, θεωρείται ότι οδήγησαν τον ποιητή στην αυτοχειρία.

Όποια κι αν είναι η σωστή εκδοχή, η αλήθεια αναμφισβήτητα είναι μία. Και είναι η αλήθεια του έργου του. Η πολύτιμη κληρονομιά που άφησε ένας πολύ ιδιαίτερος και χαρισματικός άνθρωπος, στη λιγόχρονη ζωή του. Και το έργο του, προχωρώντας τα χρόνια και αλλάζοντας οι εποχές, όχι μόνο δεν γίνεται ξεπερασμένο, αλλά η λάμψη του μεγαλώνει και προκαλεί το θαυμασμό και το ενδιαφέρον των επερχόμενων γενεών.

Πηγές:
-Κ. Καρυωτάκη Ποιήματα – εκδόσεις «Γ. Οικονόμου» – Αθήνα.
-Βικιπαίδεια
-Ηρακλής Κακαβάνης – atexnos.gr
– Νικόλαος Μπάρδης – ΒΗΜΑgazino
-Αργυρώ Μποζόνη – lifo
– Αγγελιδάκη Κατερίνα – Enet.gr Ελευθεροτυπία
– Αντώνης Κουσούλης – PERCEPTUM
– dimsol.blogspot.gr

Προηγουμενο αρθρο
Πρόσκληση Πολιτιστικού Συλλόγου Πλατυστόμων στο πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής
Επομενο αρθρο
Δύο νεκροί και δεκάδες τραυματίες από τον ισχυρό σεισμό 6,4 Ρίχτερ μεταξύ Ρόδου, Κω

1 Σχόλιο

  1. Τίνη
    4 Απριλίου 2018 at 19:14 — Απάντηση

    Δεν υπάρχει φωτογραφία του Καρυωτάκη με την Πολυδούρη, οπότε άκυρο το σχόλιο που συνοδεύει την παραπάνω…

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *