HomeΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑΆγγελος Σικελιανός – Η Γέννηση

Άγγελος Σικελιανός – Η Γέννηση

Επιμέλεια -επιλογή: Πηνελόπη Κοψιδά

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Η ΓΕΝΝΗΣΗ

Αργά, σαν παίρνει το ξερό κομμάτι απ΄το ταγάρι,
κι απλώνεται ξανάσαση στο σπλάχνο του γλυκιά,
ο βοϊδολάτης που έσπρωξε στον όργο το ζευγάρι,
τ΄αλέτρι του γυρίζοντας για τη στερνή αυλακιά,
***
τι, πια, όσο σπόρον έριξεν, η γη τον έχει πάρει,
κ΄είν΄η ψυχή του αγνάντια της βουβή και δεητικιά,
λογιάζοντας και μέσα του κάποιο αγαθό να εσπάρει,
την ώρα που μιαν άμετρη γαλήνη μυστικιά
***
κρατεί τα πάντα ατάραχα, κι ουδέ κλαδί σαλεύει,
ουδ΄ ανασαίνει αντίφωνο στα βάθη του βραδιού,
μ΄ από τα βάθη τ΄ ουρανού κάτι λευκό παλεύει
να βγει, κ΄ είναι το χνότο του σαν του μικρού παιδιού,
***
κ΄είναι η ανάσα του Θεού, π΄απ΄ την αρχή στοιχειώνει,
κάθε φορά τον άμετρον αγώνα του Παντός,
για να χυθεί η αγάπη Του στα πάντα με το χιόνι,
που ΄ναι κουνιά και σάβανο, σεντόνι και ξαντός,
***
κι ότι στον κύκλο της βαθιά έχ΄ η ζωή μας θρέψει
το ξαναφέρνει ολάκερο στην άμετρη σιγή,
για να ξανοίξει μέσα του μιαν υπερούσια γέψη,
στην πρωτινήν ανέκφραστη γυρίζοντας πηγή,
***
κι ο Ιωσήφ και η Μαριάμ, μες στο γαλήνιο νέφος
που τους τυλίγει απέραντο, μηδέ λογιάζουν πως
οι μέρες πάει να κλείσουνε που μέσα της το Βρέφος
με τη σιγήν εκρέμασεν ολάκερος καρπός…

 

Συχνά πυκνά κι αν έβλεπαν, στα χειμαδιά, απ΄ τη γέννα
ακόμα με κρεμάμενο τ΄ αφάλι του τ΄ αρνί,
κι απ΄ την αρνάδα ολόγυρα τα χόρτα ματωμένα,
συχνά κι αν όλη φάνταζεν η πλάση πως πονεί,
***
απ΄ όλα Εκείνη λόγιαζε τα πλάσματα πως σ΄ Ένα
ποτάμια οι πόνοι ετρέχανε κι αστέρευτοι κρουνοί,
κι αν ήτανε τα σπλάχνα της ν΄ ανοίξουν ματωμένα
πως ματωμένοι θ΄ άνοιγαν μαζί τους κ΄ οι ουρανοί.
***
Μα η άυλη μέσα της φωτιά, που ακέρια τηνε γλείφει,
στο κατασάρκι είναι χαρά, κι η πύρινη θροφή,
που τη στυλώνει ανύμφευτη μέσα στην έρμο νύφη,
τη ντει απ΄ τα νύχια ολάκερην ως πάνω απ΄την κορφή,
***
και δεν πασκίζει τη φωτιά που τηνε καίει να κρύψει:
της ξεχειλάει στο πάτημα, στο νέμα, στα μαλλιά,
με φλόγα νέα τα μάτια της αστράφτουνε προς τα ύψη,
κ΄ είναι βαρύ το σπλάχνο της σαν καρπισμένη ελιά…
***
Και να! σαν, τέλος, ξαφνικά κινάει , βουβό το χιόνι
κι ουδέ καθίζει απάνω της, μα γύρω της πετά
καθώς στο πέλαο πέφτοντας, που πριν τ΄ αγγίξει λιώνει.
Κι ο Ιωσήφ στ΄ αχνάρια της ξοπίσω περπατά,

 

τα μάτια απάνω σκώνοντας αργά, σα θαμπωμένα,
θαρρεί τον τόπο κ΄ έκλεισεν εφτάκλειστο Ιερό,
τα μακρινά, τα γύρα του, κρυφά συμμαζεμένα,
σα να ζυγιάζουν διάπλατον, απάνεμο φτερό.
***
Κι αν είναι δείλι ή χάραμα, στο νου του δε λογιάζει,
αν ειν΄ ηλιοβασίλεμα, σκοτάδι, ανατολή,
όλα ένας τόπος τα κρατεί βαθιά του, και τ΄ αγιάζει,
σ΄ όλα μια σκέπη απλώνεται, μια λάμψη, μια βουλή.
***
Θαρρεί τα δέντρα ασάλευτα, τα πρόβατα σκυμμένα,
μακριά, μα δίχως ν΄ ακουμπάν το στόμα στο νερό,
θωρεί στο νου του το βοσκό που με μαρμαρωμένα
κοπάδια στέκει απ΄ άμετρον , αγνάντια του, καιρό.
***
Τι μια βουλή είναι γύρα του που σ΄ όλα μέσα λάμπει,
κ΄ είναι μπροστά του η πύρινη κολόνα που οδηγεί,
κ΄ είναι η αδάμαστη ψυχή που στη χαρά της να μπει
ζητά, κι απ΄ τα τρισκότιδα, κι απ΄τ΄ άστρα , κι απ΄ τη γη.
***
Τόπος τα σύμπαντα φριχτός, αιώνιος, κ΄ ευωδάτος!
Πέφτει το χιόνι ασίγητα, μα αξαίνει κ΄ η φωτιά,
πέφτει το χιόνι ατέλειωτα, μα μέσα του είν΄ η Βάτος
που τ΄ αναλιώνει αδιάκοπα και το φωτάει πλατιά!
***
Γύρα του θάμπος τα έλατα, τα γκρέμνα, οι λόγγοι, οι βράχοι,
μακριά, βαβίζουνε πολύ στις στάνες τα σκυλιά….
Μα η Μαριάμ, ως προχωρεί τη στράτα της μονάχη,
αιφνίδια βλέπει, ορθάνοιχτη μπροστά της, τη Σπηλιά!

Προηγουμενο αρθρο
Η οικογένεια του Πανλευκάδιου αποχαιρετάει έναν φίλο
Επομενο αρθρο
Αντίο στο Σπύρο Ασδραχά - Γράφει ο Σπύρος Ι. Φλογαΐτης

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *