HomeΘΕΜΑΤΑΑνοίγουν ξανά τα Σχολεία – Του Σπύρου Βρεττού

Ανοίγουν ξανά τα Σχολεία – Του Σπύρου Βρεττού

(Εις μνήμην, αντί χρονογραφήματος)

Το μελαμψό κοριτσάκι μόλις που ακούμπησε το πρόσωπο στο τζάμι του παραθυριού και έριξε μια μάτια έξω. Είχε αρχίσει να ξημερώνει. Μι’ αχτίδα ήλιου άγγιζε την κορφή από το απέναντι δέντρο. «Σαν να χαμογελάει η ζωή! Τίποτα δεν ακούγεται… Σαν να μη συμβαίνει…», ψιθύρισε. Και στράφηκε, καθώς άκουσε την εσωτερική πόρτα να ανοίγει: «Σου έφερα λίγο γάλα, μπόρεσα ν’ ανάψω φωτιά, στην αποθήκη… Μα την έσβησ’ αμέσως. Κανένας δεν πρέπει να καταλάβει πως στο σχολείο υπάρχουν άνθρωποι ζωντανοί».

Ήταν ένα ψηλό αδύνατο αγόρι, ως δώδεκα-δεκαριών χρονών, που προχωρούσε κρατώντας έναν μεταλλικό δίσκο, μ’ ένα φλιτζάνι γάλα επάνω του. Πλησίασε προσεκτικά τον δίσκο στην έδρα της αίθουσας. «Πρέπει να πιεις μερικές γουλιές», της είπε. «Σου έφερα και δυο μπισκότα. Έχω ακόμα ένα κουτί γάλα. Θα το ρισκάρω κάποια στιγμή να ξαναβγώ…» «Δεν θέλω να βγαίνεις», είπε το κοριτσάκι. Και το πρόσωπό του συσπάστηκε. «Μόλις που βγαίνεις κι η καρδιά μου αρχίζει να χτυπάει και να χτυπάει… Νομίζω πως θα σπάσει… Δεν θέλω να βγαίνεις… φοβάμαι πως κάποια φορά δεν θα ξαναγυρίσεις… Φοβάμαι πολύ…» Πέρασαν μερικές στιγμές βαθειάς σιωπής. Κι απ’ έξω τίποτα δεν ακουγόταν, παρά μόνο το φως του ήλιου, που γινόταν όλο και περισσότερο δυνατό. «Για τους γονείς μας κουβέντα δεν είπες», παρατήρησε ξαφνικά το κοριτσάκι. «Τίποτα δεν έμαθα», της αποκρίθηκε βιαστικά το αγόρι. «Κανένας δεν τους είδε πουθενά, τους αναζήτησα παντού».

1-horz

«Πήγες εκεί που ακουμπάνε τους πεθαμένους;…» «Θέλεις να πεις στο νεκροτομείο;… Μα δεν υπάρχουν σκοτωμένοι! Κάποιοι πληγωμένοι μόνο…» «Ψέματα», φώναξε το κοριτσάκι και γύρισε κατά τον τοίχο. «Οι δρόμοι όλοι είναι γεμάτοι κομματιασμένα πτώματα κι αυτό που ακούγαμε όλη τη νύχτα δεν ήταν κεραυνοί, ούτε βεγγαλικά… Ήταν οι βόμβες που κομμάτιαζαν ανθρώπους… Κι οι γονείς μας, το ξέρω, δεν είναι ζωντανοί…» Ακούμπησε το μέτωπό της στον τοίχο, σκεπάζοντας τα μάτια της με τα δυο της χέρια. Τώρα έκλαιγε σιωπηλά και ήσυχα. Στράφηκε ξαφνικά προς το μέρος του και το σκοτεινό της πρόσωπο ήταν ως ν’ αποκτούσε μιαν άγρια ενεργητικότητα. Κοίταζε τον παγκόσμιο χάρτη που σκέπαζε ολόκληρο τον πίνακα. Μετακινήθηκε δυο βήματα μπροστά ως για να μπορεί να ξεχωρίσει καλύτερα… «Είναι οι χώρες του κόσμου», ψιθύρισε. «Άκουσα πως υπάρχουν άνθρωποι, πολλοί άνθρωποι… χιλιάδες παιδιά σαν κι εμάς… Οι συμμαθητές μας απ’ όλον τον κόσμο!… Μικρά παιδιά όπως εμείς… Που σήμερα χαμογελούν και χαίρονται, καθώς πάει καιρός που έχουν ανοίξει τα σχολεία τους, που θέλουν να ζήσουν… Κι εγώ θέλω να ζήσω»… Έπαψε λαχανιάζοντας για λίγο, και κοιτώντας τον χάρτη περισσότερο προσεκτικά. «Χιλιάδες και χιλιάδες αίθουσες σχολείων… Λες να ‘ναι σαν κι αυτήν εδώ; Λες να ‘ναι πολύ καλύτερες;» Το αγόρι ανάσαινε βαθιά και προσπάθησε να χαμογελάσει. «Πιστεύω πως υπάρχουν και πολύ καλύτερες… Μπορεί να υπάρχουν και χειρότερες… Μα πιστεύω πως υπάρχουν και πολύ καλύτερες…». «Κι είναι γεμάτες από παιδιά…, παιδιά που ξεκινούν τα μαθήματά τους αυτές τις ώρες …Ευτυχισμένα παιδιά». «Δεν μπορείς να το ξέρεις… Μπορεί και να μην είναι και τόσο ευτυχισμένα». «Είναι ευτυχισμένα», του αποκρίθηκε το κοριτσάκι με πείσμα στη φωνή και το πρόσωπό του σκοτείνιασε ξανά. «Δε γίνεται να μην είσαι ευτυχισμένος όταν δεν περιμένεις να πεθάνεις από στιγμή σε στιγμή». Και το αγόρι δεν μπόρεσε να χαμογελάσει και ν’ αστειευτεί.

«Έχεις δίκιο», της αποκρίθηκε. «Κάποιοι όμως απ’ αυτούς μπορεί να μην είναι και τόσο τυχεροί». «Θα γράψομε σ’ αυτούς που είναι τυχεροί». «Και τι θα τι θα τους γράψομε;». «Θα τους γράψομε να έρθουν και να μας βοηθήσουν. Εκεί στην αποθηκούλα που κρυβόμαστε υπάρχει ένα μπλοκ και ένα μολύβι… Αυτό μπροστά μας- και έδειξε τον μεγάλο χάρτη – είναι ολόκληρος ο κόσμος. Θέλω να τους γράψω… Κι εσύ με το κομπιούτερ να στείλεις το γράμμα… Μπορείς να τα καταφέρεις, έτσι δεν είναι; Όλες σου τις μέρες τις περνούσες με το κομπιούτερ…». «Δεν έχει ρεύμα», της αποκρίθηκε το αγόρι. «Είναι όμως ωραίο παιχνίδι… «Δεν είναι παιχνίδι», του αποκρίθηκε το κοριτσάκι και το πρόσωπό του έγινε αυστηρό και πολύ περισσότερο σκοτεινό. «Μας απομένει λίγος χρόνος… Φέρε μου το μπλοκ και το μολύβι και πού ξέρεις, το ρεύμα μπορεί και να ξανάρθει». «Μπορεί και να ξανάρθει, της αποκρίθηκε το αγόρι», καταλαβαίνοντας το λάθος του. Στράφηκε με αργά βήματα και κατευθύνθηκε προς τη μικρή αποθήκη-καταφύγιο. Έξω επικρατούσε απόλυτη ακινησία.

Καθότανε τώρα στο πρώτο θρανίο πλάι-πλάι σιωπηλή και απέναντί τους στον πίνακα, ο μεγάλος παγκόσμιος χάρτης, επίπεδος και μυστηριακός, καθώς τον άγγιζε το δυνατό φως της μέρας. «Πιες μόνο δυο γουλιές από το γάλα σου», σε παρακαλώ», είπε το αγόρι. Αλλά το κοριτσάκι, κρατώντας σφιχτά το μολύβι και με το μικρό μπλοκ ανοιγμένο μπροστά του, φαινόταν απόλυτα προσηλωμένο στον πίνακα και στον μεγάλο χάρτη. «Σκέφτομαι από ποια χώρα ν’ αρχίσομε. Σε ποιους πρέπει να γράψω, γιατί το ξέρω, δεν έχουμε πολύ καιρό». «Από ποια χώρα;», είπε το αγόρι, κοιτώντας κι αυτό με τη σειρά του το μεγάλο χάρτη χωρίς να χαμογελάσει. «Ν’ αρχίσομε από την Κύπρο», είπε ξαφνικά το κοριτσάκι, καθώς τα μάτια του έπεσαν στο μεγάλο νησί. «Είναι μικρή περιοχή», είπε το αγόρι. «Λίγα μπορούν να κάνουν…». Το κοριτσάκι στράφηκε και του έριξε μια πλάγια ματιά. «Ν’ αρχίσομε από την Τουρκία;». «Ακούω πως έχουν μεγάλα προβλήματα…», της αποκρίθηκε το αγόρι. «Εκεί βρίσκονται και χιλιάδες- χιλιάδες απ’ όλους αυτούς που θέλουν να ξεφύγουν, και να περάσουν στις άλλες χώρες. Στην Ευρώπη λένε…». «Τότε;» «Ν’ αρχίσομε από κάποιους που έχουν δύναμη». «Δηλαδή;». «Να…, από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ας πούμε.»

205a

«Τι είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση;» ρώτησε το κοριτσάκι μ’ ενδιαφέρον. «Να, πολλές χώρες μαζί, που προσπαθούν να είναι πολλές χώρες μαζί». «Να γράψουμε στους πολιτικούς και στους διπλωμάτες». «Τι είναι οι πολιτικοί και οι διπλωμάτες;», ρώτησε πάλι το κοριτσάκι. «Να, οι πολιτικοί λένε στους διπλωμάτες τι πρέπει να κάνουν… Κι οι διπλωμάτες λένε στους πολιτικούς τι πρέπει να κάνουν…». «Πάντα κάποιος λέει σε κάποιον τι να κάνει;», ρώτησε το κοριτσάκι και πήγε να χαμογελάσει. «Πάντα». «Αυτό δεν είναι καλό». Και το πρόσωπό της σκοτείνιασε πάλι. Προσήλωσε αμέσως το βλέμμα της στον παγκόσμιο χάρτη: «Και πώς να τους γράψομε;» «Ας αρχίσομε κάπως έτσι: «Κύριοι, πολιτικοί και διπλωμάτες από τη μεγάλη Ευρωπαϊκή Ένωση…». «Μου φαίνεται ψυχρό, και δεν αγγίζει την καρδιά κανενός», φώναξε το κοριτσάκι κι απόμεινε για λίγο σιωπηλό. «Ας τους γράψομε κάπως έτσι»: «Καλοί μας πολιτικοί και διπλωμάτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Χαλίλ και η αδερφή του Χαντιγιέ, που τώρα κάθονται μαζί στο πρώτο θρανίο, θα πεθάνουν σε λίγες ώρες από μια βόμβα που θα χτυπήσει το σχολείο τους. Αλλά ο Χαλίλ και η Χαντιγιέ δεν θέλουν να πεθάνουν. Θέλουν να ζήσουν. Να δουν να ξανανοίξει το σχολείο τους, και να ξαναρχίσουν τα μαθήματά τους, όπως άρχισαν τα μαθήματά τους και τα δικά σας παιδιά στην Ευρώπη. Σας παρακαλούμε μήπως μπορείτε να κάμετε κάτι για να μείνομε ζωντανοί; Και να ξανανοίξει το σχολείο μας; Γιατί μέρες του Νοέμβρη που είναι, τα σχολεία μας μένουν καιρό κλειστά και τα μαθήματά μας καθόλου δεν προχωράνε…». «Ωραίο γράμμα!», παρατήρησε ο Χαλίλ με θαυμασμό. «Καλό είναι όμως να προσθέσομε και μια ευχή γι’ αυτούς και τα παιδιά τους . Ας πούμε: «Σας ευχόμαστε να περάσετε τον χειμώνα σας ευτυχισμένα και τα παιδιά σας να είναι κι αυτά μαζί σας ευτυχισμένα». «Καλό ακούγεται», είπε το κοριτσάκι. «Θα το προσθέσω αμέσως».

Έπαψε ξαφνικά να γράφει κι ανύψωσε το κεφάλι της: «Λες να έρθουν στ’ αλήθεια και να μας βοηθήσουν;». «Μπορεί», της αποκρίθηκε το αγόρι. «Αλλά το θεωρώ κάπως δύσκολο… Είναι πολλοί μαζί και δεν μπορούν να συμφωνήσουν. Κι ύστερα μπορεί και να μην έχουν τόσο μεγάλη δύναμη». «Γιατί δεν έχουν δύναμη;». «Έχουν όλοι τους προβλήματα…». «Τους καημένους», είπε το κοριτσάκι. «Τελικά όλοι οι άνθρωποι έχουν προβλήματα, έτσι που να μην μπορούν να σκεφτούν κανέναν άλλον άνθρωπο!». «Έτσι ακριβώς της αποκρίθηκε το αγόρι… μερικοί όμως μπορεί να μην έχουν και τη δύναμη…». «Τότε να γράψουμε σε μερικούς που έχουν τη δύναμη», είπε το κοριτσάκι. «Το σκέφτομαι κι εγώ…, να γράψομε σε κάποιους που έχουν μεγάλη δύναμη. Ας πούμε στη Γερμανία…».

«Να γράψομε στη Γερμανία τότε», είπε το κοριτσάκι και το πρόσωπό του ξέφεξε κάπως. «Έχουν κι αυτοί προβλήματα», παρατήρησε το αγόρι, κάπως διστακτικά. «Δηλαδή, μήπως έχουν γίνει φτωχοί όπως εμείς;» «Όχι, όχι… κανένας δεν έγινε φτωχός, όπως εμείς… Οι άλλοι απλώς νομίζουν ότι δεν είναι τόσο πλούσιοι όσο θα ήθελαν να είναι. Και μήπως γίνουν φτωχότεροι απ’ όσο θα ήθελαν να είναι» . «Τους καημένους», είπε το κοριτσάκι. «Όλοι τους τελικά κάτι φοβούνται». «Όλοι τους… Ας γράψομε σε κάποια άλλη χώρα… Ας πούμε στην Αυστρία». «Τι ξέρεις για την Αυστρία;». «Έχουν ωραία μουσική, μια όπερα στη Βιέννη, που παίζει την καλύτερη μουσική στον κόσμο». «Πω! Πω!», είπε το κοριτσάκι. «Τότε σ’ αυτούς να γράψομε. Μπορεί η μουσική να έχει μαλακώσει την καρδιά τους».

«Και η Ουγγαρία έχει καλή μουσική και σπουδαίους μουσικούς…», παρατήρησε και πάλι το αγόρι. «Τότε κι αυτονών η καρδιά μπορεί να έχει μαλακώσει». «Αυτό δεν μπορεί να το ξέρεις…», της αποκρίθηκε το αγόρι. «Αλλά η μουσική τους… έχεις ακούσει τα τσιγγάνικα βιολιά;» «Όχι», του αποκρίθηκε το κοριτσάκι. «Αλλά κανένας δεν μπορεί να παίξει το βιολί τόσο καλά όσο εσύ». Και σε μια στιγμή το κοριτσάκι αποξεχάστηκε, ως ν’ άκουγε τη μαγική μελωδία ενός βιολιού. Επικράτησε για λίγο απόλυτη σιωπή. Μια σκιά ήταν ως να πλανήθηκε μέσα στη σιωπή και μια λάμψη. Η έκρηξη ήταν φοβερή. Το σχολείο συνταράχτηκε ολόκληρο. Ήταν ως να συνταράχτηκε κι η Γης ολόκληρη. «Μπες κάτω από το θρανίο γρήγορα». Το κοριτσάκι δε σάλεψε από τη θέση του. Έσκυψε μόνο το κεφάλι του και κάλυψε το πρόσωπό του με τα δυο του χέρια, και με τους αγκώνες ακουμπισμένους στο θρανίο, έκλαιγε σιωπηλά. Μια δεύτερη τρομαχτική έκρηξη ήρθε να συμπληρώσει την πρώτη. Μα το κτήριο συνταράχτηκε λιγότερο. «Χτυπούν κάπου μακρινότερα», είπε το αγόρι. «Καλύτερα ν’ αποτραβηχτούμε στην αποθηκούλα. Είμαστε πιο ασφαλείς εκεί».

4

Το κοριτσάκι εξακολουθούσε να κλαίει σιωπηλά, έχοντας σκεπασμένα με τ’ αδύνατα χέρια του και τα δυο του τα μάτια. «Φαίνεται σαν να σκοτεινιάζει… μια σειρήνα δεν ακούστηκε… Πλέον δεν μπορούν να τους περιμαζέψουν. Θα μείνουν έτσι κομματιασμένοι και θα σαπίσουν εκεί που βρίσκονται… Νεκροί και πληγωμένοι, θα σαπίσουν όλοι μαζί…». Αλλά το αγόρι δε φανέρωσε τις σκέψεις του, κι απόμεινε συλλογισμένο. «Δεν το μπορώ πλέον να γράψω, τίποτα δεν μπορώ να κάνω…», ψιθύρισε ξαφνικά το κοριτσάκι κι οι ώμοι του συνταράχτηκαν από τους λυγμούς. Το αγόρι ανάσανε βαθιά. «Μπορούμε ακόμα κάτι να κάνουμε, Χαντιγιέ. Σε παρακαλώ κοίταξε πάλι το χάρτη…».

Αλλά το κοριτσάκι εξακολουθούσε να κρατάει σφιχτά τα ματάκια του με τα δυο του τα χέρια. «Σε παρακαλώ, κοίταξε τον χάρτη», ξανάπε το αγόρι με μια προσποίηση αισιοδοξίας και της χάιδεψε τα μαλλιά. «Θυμάσαι πού είχαμε μείνει; Μιλούσαμε για τη Γερμανία…, υπάρχουν και πολύ μεγαλύτερες χώρες που μπορούμε να γράψομε… Να, η Ρωσία για παράδειγμα… οι Ηνωμένες Πολιτείες …, η Κίνα, μιλιούνια άνθρωποι, η Ινδία…, η Ιαπωνία…, η Αυστραλία…, η Βραζιλία… Κοίταξε στον χάρτη, πόσες μεγάλες χώρες… Πόσο μεγάλος είναι ο κόσμος!». «Κανένας δεν θα μας βοηθήσει», ψιθύρισε το κοριτσάκι. «Το νιώθω πως και χιλιάδες άλλα παιδάκια μπορούν να βρεθούν στη θέση που βρισκόμαστε τώρα εμείς… Όλοι μπορούν μόνο να σκοτώνουν…!» «Έχει δίκιο η δασκάλα σου που σε θεωρεί τόσο έξυπνη…

Αλλά θα δεις πόσο πολλοί άνθρωποι θα τρέξουν να μας βοηθήσουν…». Επικράτησε για λίγο απόλυτη σιωπή. «Μπορείς να μου πεις γιατί άνθρωποι σκοτώνουν τόσους ανθρώπους;». Ο Χαλίλ φάνηκε να ξαφνιάζεται πραγματικά. «Γιατί έχουν διαφορετικά συμφέροντα», της αποκρίθηκε αμέσως το αγόρι. «Και τι θα πει συμφέρον, Χαλίλ;» «Να… είναι αυτό που σου χρειάζεται για να ζήσεις εσύ καλά…». «Δηλαδή, το συμφέρον για να ζήσουν όλοι καλά δεν υπάρχει;» «…Πρέπει να υπάρξουν στον κόσμο μεγάλοι σοφο … και στον κόσμο μπορεί να μην υπάρχει και κανένας σοφός…» «Πω !Πω!, Χαλίλ», είπε το κοριτσάκι αχνογελώντας για πρώτη φορά. «Δηλαδή, στα χαμένα θα γράψομε τα γράμματα; Εμείς οι δύο δεν είμαστε μέσα στο συμφέρον κανενός;» «Όχι ,όχι », της αποκρίθηκε αμέσως το αγόρι και με δυνατότερη φωνή και κάποια αυτοπεποίθηση. «Να δεις που υπάρχουν άνθρωποι που θα τρέξουν να μας βοηθήσουν, αμέσως μόλις διαβάσουν τα γράμματα. Ν’ αρχίσομε αμέσως…» «Δεν πιστεύω πως θα τρέξει κανένας», του αποκρίθηκε το κοριτσάκι κι απόμεινε για λίγο σιωπηλό. «Ν’ αρχίσομε αμέσως,» ξανάπε το αγόρι.

«Χαλίλ, λες να μπορέσεις εσύ κάποτε να γίνεις ένας σοφός άνθρωπος;», ρώτησε ξαφνικά το κοριτσάκι. «Δεν το ξέρω», της αποκρίθηκε το αγόρι. «Το μόνο που θέλω είναι να προλάβομε να στείλομε τα γράμματα… Καλύτερα ν’ αρχίσομε από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών….» «Τι είναι ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών;». «Όλες οι χώρες του κόσμου μαζί». «Πω! Πω! Εκεί στ’ αλήθεια να γράψομε… Όλες οι χώρες του κόσμου μαζί! Δεν μπορεί καμία να μην τρέξει να μας βοηθήσει». «Είναι πολλές οι χώρες…», παρατήρησε ο Χαλίλ σκεφτικός. «Να γράψομε ένα γράμμα για όλες τις χώρες…, κι ένα για την κάθε μια ξεχωριστά… Μόνο δυο λόγια: Ο Χαλίλ και η αδερφή του Χαντιγιέ θα πεθάνουν αυτό το βράδυ… Μια βόμβα θα συντρίψει το σχολείο τους και μαζί τον Χαλίλ και τη Χαντιγιέ. Σας παρακαλούμε πολύ, βοηθήστε μας να μείνομε ζωντανοί… Θα σας ξαναγράψομε και πάλι, όταν ανοίξει το σχολείο μας ξανά, για να σας ευχαριστήσομε από την καρδιά μας, που τόσο πολύ μας βοηθήσατε να μείνομε ζωντανοί…».

Τα δυο παιδιά έγραφαν εξουθενωτικά μέχρι που έπεσε η νύχτα. Και τότε το κοριτσάκι ακούμπησε το κεφάλι του στο θρανίο του και αποκοιμήθηκε. Όταν άνοιξε τα μάτια του έπαιρνε να ξημερώσει. «Χαλίλ», φώναξε, «Χαλίλ, που βρίσκεσαι;» και το πρόσωπο της ανάδινε μια λάμψη χαράς. «Μη φοβάσαι, αδερφάκι… Απόψε ονειρεύτηκα ότι έρχονται οι καλοί άνθρωποι όλου του κόσμου να μας σώσουν… Άνοιξαν όλα τα σύνορα… Και το σχολείο μας γρήγορα θα ξανανοίξει…»

Ο Χαλίλ που στεκόταν δίπλα της, της χάιδεψε τα μαλλιά. «Σου το’ χα πει να δεις ότι θα φτάσει βοήθεια… Μα τώρα ξημερώνει… Πρέπει να βγω να φέρω και κάτι για φαγητό, και εσύ να μην βγεις με τίποτα από το σχολείο…» Και της χάιδεψε πάλι τα μαλλιά. «Καλά θα σε περιμένω, Χαλίλ,» του αποκρίθηκε το κοριτσάκι. «Μόλις που βγαίνεις και η καρδιά μου χτυπάει δυνατά, κοντεύει να σπάσει…».

5

«…Μισή ώρα μετά η βόμβα χτύπησε το σχολείο. Ο Χαλίλ βρισκόταν ως δύο χιλιόμετρα μακριά. Δεν μπόρεσε να προσδιορίσει ακριβώς πού έγινε το χτύπημα. Επέστρεψε αμέσως. Το σχολείο είχε γίνει ερείπια. Βρήκε όμως την Χαντιγιέ εκεί ανάμεσα στα ερείπια. Είχε προλάβει να καθίσει στο θρανίο. Απέναντί της ο τοίχος δεν είχε πέσει και στον μαύρο πίνακα απάνω απλωνόταν ο παγκόσμιος χάρτης. Μπροστά της, απάνω στο θρανίο, ήταν ακόμα το μπλοκ των σημειώσεων, κι η ίδια κρατούσε σφιχτά στα χέρια της το μολύβι. Αλλά το σώμα της ήταν κομματιασμένο από τα βλήματα και μόνο το πρόσωπό της παράμενε πεντακάθαρο, ωχρό και όμορφο».

7

Ο Χαλίλ ήταν σαν να μαρμάρωσε για λίγο στη θέση του. Αλλά τίποτα δεν είπε. Σε μια στιγμή της χάιδεψε τα μαλλιά. Κι απόμεινε ώρα πολλή ασάλευτος εκεί δίπλα της, κοιτώντας το μπλοκ των σημειώσεων επάνω στο θρανίο. «Πρέπει να βρω λίγα λουλούδια», ψιθύρισε ξαφνικά. «Πρέπει να βρω λίγα λουλούδια». Και κατευθύνθηκε αργά μέσα από τα ερείπια του σχολείου προς τους απέναντι αποξηραμένους κήπους.

(Από κείμενο που γράφηκε τον Οχτώβρη – Νοέμβρη του 2015)
Σπύρος Βρεττός
Συγγραφέας, Διδάκτορας Φιλολογίας

dsc_0952
Προηγουμενο αρθρο
Χριστουγεννιάτικες Μελωδίες από τη Νέα Χορωδία Λευκάδας στη Μητρόπολη [Φωτό + βίντεο]
dsc_1001
Επομενο αρθρο
Παραμονή Χριστουγέννων με κάλαντα από την Αγιομαυρίτικη Παρέα [Φώτο+ βίντεο]

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *