HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΤα Καφενεία της παλιάς πόλης της Λευκάδας

Τα Καφενεία της παλιάς πόλης της Λευκάδας

Οι καφενέδες! Το άσυλον και η βασική αναψυχή της φτωχολογιάς, των ψαράδων και των ξωμάχων, ύστερα απ’ τη σκληρή δουλειά της μέρας, πολλές φορές και της νύχτας.

Ο καφές τους στύλωνε, το ουζάκι τους έφκιανε τη διάθεση, κι’ η κουβέντα τους έτερπε. Αλλά και το καταφύγιο των αργόσχολων και όλου, του υπόλοιπου κόσμου, γιατί οι καφενέδες προσφέρανε πάρα πολλά στους πελάτες τους, σ’ εποχή που ήτανε άγνωστα τα ραδιόφωνα κι’ οι τηλεοράσεις και προ παντός ικανοποιούσαν κάθε γούστο και παραξενιά τους. Κι’ οι Λευκαδίτες εκείνου του καιρού, της προηγουμένης γενιάς, είχανε πολλές παραξενιές, ιδιοτροπίες κι’ «αιρέσεις».

Ο κάθε καφενές είχε την ατμόσφαιρά του, τους συνηθισμένους κατά κανόνα, θαμώνες, τη ζέστα του το χειμώνα, γιατί έκαιγε πάντα η φωτιά στο «τζάκι» και μαζευόντανε πολλοί, τότε που η θέρμανση στο σπίτια ήτανε όχι μονάχα κάτι το τελείως άγνωστο, αλλά και τη θεωρούσανε επικίνδυνη, μήπως πουντιάσουνε βγαίνοντας απ’ τα σπίτια τους έξω στο κρύο και στη βροχή. Είχε ακόμα και τη δροσιά του το καλοκαίρι απ’ τα νερά που ρίχνανε στο πάτωμα, τα πολλά ανοιχτό παραθύρια και τις φρατζάτες με καλάμια και φτέρη που μοσχοβολούσε έξω απ’ την πρόσοψη όπου βάζανε στο πεζοδρόμιο ή στο δρόμο τραπέζια και καρέκλες.

Τούς καφενέδες ανοίγανε σε διάφορες θέσεις για να εκπληρούνε ανάλογα τον προορισμό τους. Για τους ναυτικούς και τους ταξιδιώτες, τότε που το λιμάνι μας είχε κάθε μέρα, εκτός απ’ τα πολλά καΐκια που μεταφέρανε εμπορεύματα κι’ επιβάτες, και δύο τρία παπόρια για Πάτρα – Πειραιά και Πρέβεζα – Κέρκυρα κι’ αντίστροφα, καφενέδες για τους ψαράδες, στην Αγία Κάρρα, στο Μαρκά, για τους χασάπηδες στον Αη – Μηνά για τους αγωγιάτες και τους καροτσέρηδες, στο παζάρι για τους περαστικούς και τους μαγαζάτορες και στην κεντρική πλατεία για όλο τον κόσμο.

Όλα τα καφενεία, εκτός απ’ του λιμανιού και της πλατείας που είχανε κάποιον αέρα κοσμικότητας και βγάζανε το χειμώνα με τις λιακάδες και τα βράδια το καλοκαίρι άφθονα τραπέζια και καρέκλες, όπου καθόντανε ο κόσμος να ξεκουραστεί και να πάρει το αναψυκτικό του ύστερα απ΄ τις καθιερωμένες βόλτες που τόσο αγαπούσαν οι παλιοί Λευκαδίτες ώστε καμία φορά τύχαινε να τις συνεχίζουνε κι’ όταν σιγόβρεχε με τις… ομπρέλες τους. Είχανε περίπου την ίδια μορφή και φημιζόντανε για τον μερακλίδικο καφέ ψημένο στη χόβολη της φωτιάς με τα κάρβουνα και την καρβουνόσκονη όπου όλη τη μέρα σιγόβραζε το νερό στον «καράμπαμπα», ένα δοχείο περιεκτικότατος από δύο μέχρι και δέκα πέντε οκάδες στα μεγάλα καφενεία, φτιαγμένο είτε από ντενεκέ είτε από μπακίρι, σε διάφορα σχήματα, στρογγυλό, τετράγωνο, ακόμα και σαν μισοφέγγαρο, καμιά φορά με μια κάνουλα απ’ όπου γιομίζανε με ζεστό νερό τα μπρίκια για τους καφέδες και τα διάφορα ροφήματα. Μερικά καφενεία αντί ειδικού δοχείου χρησιμοποιούσανε μια χαλκωματένια κατσαρόλα.

Στα περισσότερα καφενεία, πριν κλείσουνε αργά τη νύχτα, αδειάζανε τον καράμπαμπα, τον πλένανε καλά και τον γιομίζανε με φρέσκο νερό, κατόπιν πετάγανε τη στάχτη από το τζάκι, βάζανε καινούργια κάρβουνα και καρβουνόσκονη που ανάβανε, ώστε η φωτιά να σιγοκαίει τη νύχτα και το πρωί, τα χαράματα σχεδόν, που ξανανοίγανε τα καφενεία είχανε έτοιμο το νερό για τα τσάγια και τους καφέδες των πρωινών πελατών που ήτανε συνήθως φουρναρέοι, λειτροβιαρέοι ή αγρότες που κουβαλούσανε διά νυκτός στη Χώρα τα σταφύλια, τα φρούτα και τα διάφορα προϊόντα τους να τα πουλήσουνε στην αγορά της Λευκάδας…

Οι καφετζήδες προμηθευόντανε καφέ της καλύτερης ποιότητας κι’ οι γυναίκες τους, ή άλλες γυναίκες που τώχανε σαν επάγγελμα, αναλαμβάναμε να τον ψήσουνε στα γνωστά ντενεκεδένια σουβλιά με το συρταρωτό άνοιγμα, πάνω σε φλόγα από λιανά ξύλα. Μεγάλη τέχνη το καλό ψήσιμο του καφέ, να τον βγάλουνε απ’ τη φωτιά στην ώρα του μόλις άρχιζε να χύνει το λάδι του και μοσχοβολούσε ο τόπος. Αφού τον άφηναν να κρυώσει καλά, τον χτυπούσανε σε μεγάλα πέτρινα χαβάνια, στενά και πολύ ψηλά για να μην πετιέται έξω κατά το χτύπημα, με το χαβανοχέρουλο, ένα σιδερένιο λοστό με «σγότζο» (εξόγκωμα) στο ένα του άκρο, αυτό που χτυπούσε, να κονιορτοποιηθεί ό καφές και κατόπιν τον κοσκίνιζαν με πολύ ψιλή σίτα. Αυτή η παρασκευή έδινε στον καφέ την καλύτερη γεύση.

Πραγματικοί ήρωες των καφενείων ήτανε τα γκαρσόνια, που αν δεν φοιτούσαν σε Σχολή τουριστικών επαγγελμάτων, τους δίδασκε η βιοπάλη πως να περιποιούνται τον πελάτη και που, αν και ήσαν αγράμματοι, είχανε έμφυτη την ευγένεια, και το σεβασμό, αυτά τα δύο χαρακτηριστικά των περισσότερων νέων εκείνης της εποχής.

Λευκάδα, πίσω μόλος,κοντά στο πορτόνι των Αλυκών δεκ.-50

Για να πιάσει δουλειά ένα παιδί σαν γκαρσόνι, έπρεπε να είναι πανέξυπνο, σωστή «ατσίδα» γιατί ο καφετζής τούδινε μονάχα δέκα μέρες προθεσμία να μάθει τη δουλειά και προ παντός τις ιδιοτροπίες των θαμώνων.

Ο πρωινός πελάτης έμπαινε στον καφενέ κακόκεφος, αμίλητος, βλοσυρός και σκουντούφλης. Δεν σήκωνε κουβέντα, έτοιμος για παρεξήγηση, γκρίνια και κατσάδιασμα του άτυχου γκαρσονιού που έπρεπε να ξέρει όλα τα γούστα του και να μαντεύει τη ψυχική του διάθεση.

Αποφεύγανε τα γκαρσόνια και να τον κοιτάξουνε ακόμα τον πελάτη, άλλως τε, όπως είπαμε, φροντίζανε και μαθαίνανε όλα «τα χούγια» του καθενός και τον «κόβανε» με μια κρυφή ματιά. Απ’ αυτή τη ψυχολογική επισκόπηση, κανονίζανε σε πόση ώρα έπρεπε, χωρίς φυσικά να περιμένουνε παραγγελία, να σερβίρουνε τον καφέ της αρεσκείας του, που συνοδεύανε μ’ ένα χαμόγελο κι’ ένα δειλό καλημέρισμα, στο οποίο φυσικά δεν περιμένανε απάντηση απ’ τον μαχμουρλή πελάτη. Υπήρχανε βέβαια και πελάτες… καλόβολοι, που είχανε «τακτή» ώρα σερβιρίσματος του καφέ σε 5 ή 10 λεπτά απ’ την άφιξή τους στο καφενείο.

Το καφενείο της κάτω βρύσης στη Λευκάδα δεκ. ΄50.

Μόλις ο πελάτης ρουφούσε τις πρώτες ρουφηξιές απ’ το φλιτζάνι, το γκαρσόνι έτρεχε να του πασάρει την εφημερίδα του πολιτικού κόμματος που άνηκε, το «Σκρίπ», το «Μέλλον», την «Πολιτεία», την «Εστία», την «Ακρόπολη», την «Πρωΐα», τον «Τύπο» κλπ. Αλλοίμονό του αν έκανε λάθος και του έδιδε άλλη εφημερίδα, θα ακλουθούσε γερό κατσάδιασμα κι’ ύστερα από δύο- τρία τέτοια θανάσιμα σφάλματα, ο πελάτης θα άλλαζε μαγαζί και το γκαρσόνι κινδύνευε να χάσει τη θέση του. Θα πρέπει να πούμε πως εκείνη την εποχή λίγοι αγοράζανε εφημερίδα, κι’ ήτανε αναγκασμένοι οι καφετζήδες να παίρνουν όλες ανεξαιρέτως τις εφημερίδες που τοποθετούσανε και στερεώνανε σε καλαίσθητα ξύλινα πλαίσια με χειρολαβή για να πιάνεται η εφημερίδα και να μη τσαλακώνεται.

Αν τύχαινε να διάβαζε άλλος την εφημερίδα, το γκαρσόνι φώναζε δυνατά. Το «Σκρίπ αγκαζέ» και μόλις την άφηνε εκείνος που τη διάβαζε, το γκαρσόνι έτρεχε να την πάρει και να την δώσει στον άλλο πελάτη. Τότε βγαίνανε και τα τσιγάρα κι’ άνοιγε επί τέλους το στόμα του ο πελάτης να διατάξει «φωτιά». Οι επικίνδυνες στιγμές είχανε περάσει, η βαρεία ατμόσφαιρα ξαλεγράριζε και το γκαρσόνι χαρούμενο γιατί τα κατάφερε καλά, φώναζε ευκρινώς και μεγαλοφώνως και εις επήκοον πάντων, με φωνή κελαηδιστή, μεταφράζοντας την παραγγελία στην υπερκαθαρεύουσα «Ένα άνθρακα πυρόόόνν!!!».

Ο ταμπής, έπαιρνε ένα απ’ τα ντενεκεδένια λιβανιστήρια, τα μονίμως γιομάτα στάχτη που είχε δίπλα στο τζάκι και με την απαραίτητη σιδερένια ή μπρούτζινη τσιμπίδα, έβαζε μέσα ένα αναμμένο κάρβουνο που μετέφερε το γκαρσόνι, όλο χαμόγελα πλέον, στον πελάτη ν’ ανάψει το πρώτο τσιγάρο της μέρας. Με την ίδια φωτιά άναβε σε λίγο και το δεύτερο, αφού πρώτα φυσούσε δυνατά το κάρβουνο με αποτέλεσμα συχνά να γιομίζουνε τα πάντα γύρω στάχτη!

Στα καφενεία προσφέρανε ακόμα τσάι, γάλα με καφέ ή κανέλλα, καφέ με λίγη κανέλλα, κακάο, χαμομήλι, τίλιο, φασκόμηλο, αφέψημα κανέλλας ζεστό, αλλά και ούζο, κονιάκ, μπανάνα, μαρασκίνο κι’ άλλα ηδύποτα, γλυκά του κουταλιού και το κλασικό «λεκούμι» όπως το λέγανε.

Το χειμώνα τα πρωινά, οι ψαράδες που ξενυχτούσανε ψαρεύοντας και πολλοί άλλοι προτιμούσανε για ζεστασιά να παραγγέλνουνε το «πότζη» (πώντς), ρούμι με μια κουταλιά ζάχαρη βρασμένο στη φωτιά που σερβιριζότανε αχνιστό σε ποτηράκια.

Καφενεία στην περιοχή του Αγίου Μηνά το 1965

Το καλοκαίρι έβρισκες στα καφενεία και αναψυκτικά δροσιστικά, προ παντός τις περίφημες τσιτσιμπίρες, κι’ από το 1928 τις γκαζόζες φκιασμένες στις πρώτες βιοτεχνίες στην πόλη μας, ΕΡΜΗΣ του Μπάμπη Κουτσούρια και ΖΕΝΙΘ του Μπάμπη Τασόπουλου και Βούλγαρη. Άλλο αναψυκτικό που ξοδευόντανε πολύ, ιδιαίτερα στα εξοχικά καφενεία, ήτανε η σουμάδα. Η σουμάδα προσφερότανε σε ποτήρια του νερού όπου ο πελάτης έριχνε όσο νερό ήθελε από δοχείο μεταλλικό που του έφερνε ο καφετζής γιομάτο απ’ το θαυμάσιο δροσερό πηγαδίσιο νερό και με τα περίφημα παξιμάδια που μοσχοβολούσανε από γλυκάνισο.

Απ’ τα καφενεία δεν έλειπε και η αναψυχή, το γραμμόφωνο με το χωνί και τις πλάκες. Σχεδόν όλοι οι καφενέδες είχανε ναργιλέδες για τους πελάτες, κατάλοιπο κι’ αυτό της Τουρκοκρατίας, ακόμα και σήμερα σώζεται ένας ο τελευταίος ναργιλές στο καφενέ του Γιάννη Βελέτζα – Βράχου, που τον έχει αποκλειστικά για δική του χρήση και τον καπνίζει μισόν αιώνα και πλέον.

Στην κεντρική πλατεία είχανε καφενεία οι Κουτσουριέοι, ο Μπάμπης ο Τασόπουλος, ο Κατσαρός, ο Σταύρος Δελαπόρτας, ο Πάνος Αυγερινός κι’ αργότερα ο Στάθης ο Κομπίτσης.

Στο ισόγειο του κτιρίου όπως βλέπουμε στην ταμπέλα, υπήρχε το Καφενείον «Κέντρον» του Σ. Τασσόπουλου. Και στο παράθυρο την επιγραφή: «λεμονάδες Ζενίθ»

Στο κέντρο της παραλιακής πλατείας το καφενείο του Επαμεινώνδα Πολίτη και κάτω απ’ το σπίτι του Κατσικογιάννη το καφενείο του Στάθη Γαράνια που πήρε αργότερα ο Μαλιαρής. Δίπλα ο Σπύρος Μπίτσης.

Στην Αγία Κάρρα η Χρυσούλα Μεσσήνη. Στον Αη – Μηνά ο Γεράσιμος Βερύκιος, αργότερα ο Μήτσος Ράπτης.

Υπήρχανε και εξοχικά καφενεία. Στο χαντάκι του Φώτη Σταματέλου, στην Κουζούντελη, του Κώστα του Πάπιου και του Αποστόλη Βερύκιου. Στου Πάλα, ο Γιώργος ο Μπόρσας ο επιλεγόμενος Πάλας από τις μπάλες που παίζανε, ονομασία που κρατάει μέχρι σήμερα αυτό το καφενείο.

Το καφενείο του Πάλα

Το καφενείο του Πάπιου

Όλα τα καφενεία είχανε τάβλι και τα περισσότερα μπιλιάρδο, ακόμα και σκάκι που πολλοί απ τους παλιούς λάτρευαν.

Συνηθισμένα παιγνίδια στα καφενεία ήτανε η πρέφα, το πικέτο, η κοντσίνα, η ξερή, το τζογολί, το τρισέτι, το σόλιο, το τριόμφο, το τρίλιο, το σκαμπίλι, η τρισκουβέρτα, το πέρα πέρα κλπ. Γύρω απ’ τους παίκτες μαζευόντανε περίεργοι και τα σχόλια και τα πειράγματα δίνανε και πέρνανε…

Στα ιδιαίτερα ορισμένων καφενείων γινόντανε μεγάλος τζόγος, παιζότανε η πασέτα, ο μπακαράς, ο φαραώ και χανόντανε περιουσίες μέσα σε μια νύχτα μ’ αυτά τα τυχερά παιγνίδια

Ας σημειώσουμε για τη μνήμη αυτών των επαγγελματιών, των καφετζήδων, που αρκετοί από αυτούς εθεωρούντο αξιόλογοι παράγοντες στην εποχή τους, ότι τα μεγάλα καφενεία είχανε στο κέντρο των αιθουσών τους αναγνωστήρια, δηλαδή μεγάλα στενόμακρα τραπέζια «γραφεία», επενδυμένα με μουσαμά, για να διαβάζουνε με άνεση οι θαμώνες, γιατί όπως είπαμε ελάχιστοι αγοράζανε εφημερίδες. Σ’ αυτά τα γραφεία υπήρχαν πάντα πέννες και μελανοδοχεία, αλλά και χαρτί πολλές φορές να γράφουνε οι πελάτες την αλληλογραφία τους.

Γύρω- γύρω στην αίθουσα καναπέδες άνετοι κι’ ευπρόσωποι, με την ίδια επένδυση και ανάμεσα μαρμάρινα τραπέζια με βάσεις από χυτοσίδηρο (μαντέμι) εξαιρετικής τέχνης. Απ’ τα παλιά καφενεία δεν έλειπαν τα κλουβιά με διάφορα καλλικέλαδα πουλιά, μάλιστα καμιά φορά οι καφετζήδες «παραζγαρτάρανε» (αμιλλώντο) ποιανού τα πουλιά κελαηδάν καλύτερα.

Η πόλη μας σήμερα, εξακολουθεί να έχει αρκετά καφενεία, χωρίς πολλές μεταβολές στη μορφή τους, αλλά πιο φτωχά απ’ τα παλιά. Την πολυτέλεια τώρα έχουνε τα μοντέρνα κέντρα που συγκεντρώνουν τη νεολαία μας. Αλλ’ εκείνο που άλλαξε τελείως είναι η παλιά ατμόσφαιρα κι’ οι ανεπανάληπτοι τύποι εκείνης της εποχής. Της εποχής που πέρασε για πάντα.

Τάκη Μαμαλούκα: «Λαογραφικά της Λευκάδας», 1978

Προηγουμενο αρθρο
3η Ανθοκηπευτική Έκθεση ΕΕΕΕΚ Λευκάδας
Επομενο αρθρο
Στις 26 Μαΐου η 8η Ιόνιοι αγώνες στίβου, αφιερωμένοι στους Special Olympics

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *