HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΤο Τσίκι

Το Τσίκι

Παιχνίδια και… Παιγνίδια

Γράφει ο Νίκος Βαγενάς

Αγορίστικο κι’ αυτό το παιγνίδι το οποίο επαίζετο, συνήθως από δυό παιδιά. Bασικό κίνητρο του παιγνιδιού ήτο το κέρδος είτε υπό άϋλη μορφή είτε χρηματικό. Το κέρδος, λοιπόν, μπορούσε να εκφράζετο δια κερμάτων του χρήματος και εν προκειμένω με τις γνωστές δεκάρες – (μία δεκάρα = 10 λεπτά της δραχμής) – ή τις εικοσάρες, γνωστές και ως δίκαρα – (ένα δίκαρο = 20 λεπτά της δραχμής) κι’ ακόμα με τα λάτινα κέρματα τα οποία προήρχοντο, κατόπιν επεξεργασίας, από τα οδοντωτά καπάκια (πώματα) των αναψυκτικών. Η επιλογή αυτών των δυό διαφορετικών μεταλλικών αντικειμένων έγκειτο στην ελαφρότητά των.

Το κάθε παιδί ήτο εφοδιασμένο με ένα χαλίκι, σώματος αυγού, στο διπλό μέγεθος του νυχιού ενός αντίχειρα, με το οποίο θα κτυπούσε την άκρη του κορυφαίου κέρματος μιας ομοειδούς στήλης. Το ανόμοιο μέγεθος των χρημ. κερμάτων, δηλαδή της δεκάρες προς το δίκαρο υπεχρεωνε τους παιχτες να σχηματιζουν την στηλη με το ιδιο είδος κέρματος ή ολόκληρη θα απετελείτο από δεκάρες ή ολόκληρη από δίκαρα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο απεφεύγετο το ανισοπαχές της στήλης το οποίο θα επέφερε δυσαρμονία στο παιγνίδι-τζόγος.

3

Αυτό όμως δεν ίσχυε για τα λάτινα (από λεπτή λαμαρίνα) καπάκια των αναψυκτικών επειδή όλα ήσαν ίσης διαμέτρου και το μόνο που ερρυθμίζετο ήτο η ισοδύναμη αξία (άϋλος τίτλος τύπου πλαστικού χρήματος) που έπρεπε να συνοδεύη τα καπάκια διαφορετικής αξίας. Κάτι ανάλογο δηλαδή που ίσχυε για τις «γυαλένιες και τα γυαλενάκια» και τα λογότυπα των τσιγαρόκουτων (βλέπε στα προηγούμενα: «Γυαλένιες και Γυαλενάκια» καθώς και «Οι φιγούρες»). Δηλαδή με δυό λόγια διεκρίνοντο σε… σπάνια και συνηθισμένα, όπου ένα σπάνιο ισοδυναμούσε με κάποιον αριθμό των συνηθισμένων καπακιών.

1Τα κοινά καπάκια προήρχοντο από τα ντόπια αναψυκτικά των βιοτεχνιών Ζ. Ζαβιτσάνου με την επωνυμία «ΖΕΝΙΘ» και του Τασοπούλου με την επωνυμία «ΓΚΛΟΡΙΑ», ενώ τα… υπολογίσιμα προήρχοντο από τις μπύρες «ΑΛΦΑ» -«ΦΙΞ» «ΚΟΡΩΝΑ» και «ΜΑΜΜΟΣ»(1). Όλα τα καπάκια ανεξαρτήτως προελεύσεως, στο κοίλωμα έφεραν κολλημένον λεπτό φλοιό φελλού προς αποτροπήν διαρροής του υγρού. Ο λεπτός φλοιός του φελλού αφαιρείτο και στη συνέχεια το καπάκι ισοπεδώνετο με τα χτυπήματα του σκεπαρνιού, έως ότου γίνει μία λεπτότατη κυκλική επιφάνεια, σαν κέρμα. Αυτή ήτο η… επεξεργασία!!!

Τα παιδιά έβαζαν εναλλάξ δεκάρες ή ισοπεδωμένα καπάκια, το ένα επάνω στο άλλο και αφού έρριχναν κλήρο για την πρωτιά, άρχιζε το παιγνίδι-τζόγος. Ο πρώτος παίκτης, έπιανε με τον αντίχειρα και τον δείκτη του χεριού του το ωοειδές χαλίκι, εκτυπούσε από κοντά το κορυφαίο κέρμα στην άκρη, ούτως ώστε να προκαλέση όχι μόνον την πτώση του, αλλά και το αντίστροφο της κινήσεώς του.

Εάν το κέρμα (δεκάρα ή καπάκι), ακινητοποιημένο πλέον στο έδαφος, έδειχνε την αντίστροφη όψη από εκείνη που είχε κατά την τοποθέτησί του, τότε ο παίκτης το κέρδιζε παίρνοντάς το. Εάν πάλι, κατά το κτύπημα του χαλικού, εκτινάσσοντο και άλλα κέρματα δείχνοντας κι’ αυτά την αντίστροφη όψη των, τότε ο παίκτης έπαιρνε κι’ αυτά. Κατά την περίπτωσι όμως όπου το πρώτο κέρμα δεν ανέστρεφε την όψι του, τότε παρέμενε στο χώμα και συνέχιζε ο άλλος παίκτης. Επειδή όμως κατά την περίπτωσι εκτινάξεως αρκετών κερμάτων, ο παίκτης έπαιρνε μόνον εκείνα που ανέστρεφαν την όψι των, άφηνε τα άλλα κατάχαμα.

Σ’ αυτό το σημείο εξελίξεως του παιγνιδιού- τζόγου, υπήρχε μία ασάφεια, εάν δηλαδή ο παίκτης που κατόρθωνε να αντιστρέψη ένα κέρμα εδικαιούτο να συνεχίση ή να πάρη την σειρά ο άλλος. Η επικρατεστέρα όμως διαδικασία ήτο η εναλλάξ σειρά των κτυπημάτων.

4 Η δυσκολία άρχιζε όταν η στήλη είχε σχεδόν εκμηδενισθεί και είχε χάσει πλέον την επιρρέπεια της αστάθειας, λόγω ύψους. Έτσι ήτο κάπως δύσκολο να αντιστραφούν τα δυό-τρία τελευταία κέρματα, αφού εδράζοντο σταθερά στο έδαφος. Όταν πια ανεστρέφετο και το τελευταίο κέρμα το παιγνίδι-τζόγος ετελείωνε και συνέχιζε εκ νέου. Εάν όμως είχαν απομείνει διάσπαρτα στο χώμα κέρματα που δεν ανεστράφησαν (ανεξαρτήτως ιδιοκτήτη) αυτά προσετίθεντο στη νέα στήλη που θα εδημιουργείτο εκτός και αν το παιγνίδι ετελείωνε οριστικά, οπότε με την λήξι, τα εναπομείναντα διασκορπισμένα κέρματα εμοιράζοντο εξ’ ίσου.

Κατά την περίπτωσι όμως όπου τα προς μοίρασι κέρματα δεν διαιρούντο ακριβώς, τότε αντί του σύνηθες: «πάρτο ’συ αλλά θα το βάλλεις αύριο», υπήρχε μιά δικαιότερη λύσι παρ’ όλο που ήτο οδυνηρή εάν πρόκειτο για δεκάρα. Έπαιρνε, λοιπόν, το ένα παιδί το περισσευούμενο κέρμα και το πετούσε μακριά.

(1) Βραδύτερον ενεφανίσθησαν και άλλες επωνυμίες μπύρας, εισαγώμενες, καθώς και το γνωστό αναψυκτικό tam-tam, αλλά πλέον είχε ήδη αρχίσει να φθίνη το παιγνίδι.

Προηγουμενο αρθρο
Ανακοίνωση 15μελους Συμβουλίου Μουσικού Σχολείου Λευκάδας
Επομενο αρθρο
Δέσποινα Καλέζου: «Μικρές και μεγάλες στιγμές»

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *