HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΚαλά Χριστούγεννα πατέρα – Μέρος Β΄

Καλά Χριστούγεννα πατέρα – Μέρος Β΄

Διαβάστε το Α’ Μέρος: ΕΔΩ

Γράφει ο Πάνος Φέξης

… Ο μπάρμπα  Αναστάσης ο Μπόρσας κάθε Χριστούγεννα στον μικρό του  ξύλινο πάγκο που είχε στο πεζοδρόμιο, δίπλα στο περίπτερο του μπάρμπα Μιχάλη του Γρήγορη, δεν  επισκεύαζε παπούτσια.   Πουλούσε όμως στα πολύ μεγάλα παιδιά  ψεύτικα  λάτινα   αγιοβασιλιάτικα  όπλα με φελλούς,  που είχαν πάνω τους μπαρούτι και κόκκινα μικρά σκάγια για τα πλαστικά πιστόλια των μικρών παιδιών που   έπαιζαν κυνηγητό.

 Κάθε λίγο και λιγάκι ο αέρας στο παζάρι γέμιζε από τους δυνατούς  ήχους που έβγαζαν οι μεγάλες  πλαστικές τσαμπούνες που φυσούσαν αδιάκοπα  οι μούλοι.   Έτρεχαν  σε παρέες ανάμεσα στον κόσμο  από πεζοδρόμιο σε  πεζοδρόμιο και από στενό σε στενό,  παίζοντας κυνηγητό κρατώντας στα χέρια τους μεγάλα πλαστικά ρόπαλα   που αγόραζαν από το βιβλιοπωλείο του Δελλαπόρτα.  Ο κύριος Ντίνος δεν προλάβαινε να πουλά τσαμπούνες,  ροκάνες, τσίγκινα βατραχάκια, σκάγια,  πλαστικά πιστολιά,  χριστουγεννιάτικα στολίδια, πολύχρωμα λαμπιόνια και μπαλόνια   αγιοβασιλιάτικα. Τα  παιχνίδια  ήταν απλωμένα σε ξύλινους πρόχειρους πάγκους στο πεζοδρόμιο.

Λίγο πιο κάτω σταμάτησε στο κουρείο του  Ντίνου Μεσσήνη.  Στον μεγάλο πάγκο που είχε στήσει  έξω από το κουρείο του  είχε μαζευτεί πολύς κόσμος κι έπαιζαν και  στοιχημάτιζαν  τα μαντολάτα μονά ζυγά.    Ήταν πιο μικρά από τα κανονικά μαντολάτα, ήταν  μια μπουκιά το ένα,  τα είχε κλεισμένα μέσα σε ντενεκέδες, που ήταν κάτω στα πόδια του  και κάθε τόσο έσκυβε  άνοιγε το καπάκι και έφτιαχνε ένα μικρό βουνό μπροστά του  από μαντολάτα, τα σκέπαζε με τα χέρια του, κρύβοντας τα   και φώναζε… έλα- έλα βάλτε τώρα που γυρίζει. Ένας ένας οι παίχτες τραβούσαν προς το μέρος τους  μια ποσότητα και την ονομάτιζε ή μονά ή ζυγά.  Τα μετρούσαν και αν  είχε  επιτύχει η μάντεψα ή τα πλήρωνε ή τα κέρδιζε.

Ακούστηκε μία φωνή, κοίταξε και  ήταν ο θείος του ο Άγγελος ο Ντίνος, έβαλε το χέρι του μέσα στο ντενεκεδάκι και έπιασε αρκετά μικρά μαντολάτα, έφτιαξε πάνω στον πάγκο ένα μικρό σωρό και τον σκέπασε με τα χέρια του, ζυγά  είπε ο θείος του, τα μέτρησε ο Ντίνος, ήταν ζυγά.  Κέρδισα φώναξε χαρούμενος  ο θείος και  του έδωσε ένα μαντολάτο από τα κερδισμένα.  Το πήρε και τρώγοντας συνέχισε για  το βιβλιοπωλείο.

Ξαφνικά άκουσε να παίζουν χριστουγεννιάτικα τραγούδια, ήταν από το μαγαζί του Βαλέριου.  Ραδιοτεχνίτης  σπουδαίος, στο μαγαζί του πουλούσε ραδιόφωνα από εκεί είχαν πάρει και το δικό τους.  Πουλούσε όμως  πικάπ και δίσκους που μόλις είχαν πρωτοβγεί.  Ήταν το πρώτο δισκάδικο της εποχής…   Μαγεμένος  σταμάτησε στη βιτρίνα, που ήταν γεμάτη από εξώφυλλα δίσκων,  κοίταξε το εξώφυλλο ενός δίσκου, έγραφε κάλαντα από όλο τον κόσμο και είχε φωτογραφία ένα μεγάλο στολισμένο έλατο. «Να είχα και εγώ ένα τόσο όμορφο δέντρο στο σπίτι»  σκέφτηκε και ψιθύρισε, αχ έλατο, αχ έλατο όπως το έπαιζε και ο δίσκος το πικάπ.

Αυτό ψιθύριζε μέχρι που έφτασε επιτέλους στο βιβλιοπωλείο, ανέβηκε δύο σκαλοπάτια μπήκε μέσα. Τι όμορφα που μύριζε  αυτό το μαγαζί πάντα του άρεσε αυτή η μυρωδιά.  Εκεί τον έστειλε η μάνα του  και αγόραζε  χύμα κολόνια, τη μαντάμ Ρόζα…
«Τι θέλεις» τον ρώτησε κοφτά  η κυρά Μαρία, η γυναίκα του κυρ Γιαννάκη, δύσκολα γελούσε αυτή η γυναίκα,  ήταν η μάνα του φίλου του Σπύρου, που πήγαιναν μαζί στο σχολείο. «Θέλω να διαλέξω μία κάρτα» της είπε.  «Εκεί είναι» και του έδειξε μία σειρά από κουτιά γεμάτα κάρτες.  «Ψάξε και πρόσεχε, να μην τις χαλάσεις». Το μαγαζί είχε πολύ κόσμο, όλοι αγόρασαν στολίδια για τα χριστουγεννιάτικα δέντρα και κάρτες.  Άρχισε να κοιτάζει μια τις κάρτες και μια  τα στολίδια.  Το μάτι του όμως έπεσε στη  μικρή βιτρίνα του μαγαζιού.  Έπεσε από τα σύννεφα, μέσα στη βιτρίνα ήταν στολισμένο με πολύ όμορφα παιχνίδια  και λαμπιόνια ένα μικρό ψεύτικο έλατο.  Ήταν σαν αυτό που φαντάζονταν!  Χωρούσε ίσα ίσα στην σερβάντα μπροστά από τον καθρέφτη, ήταν σαν αυτό που ονειρεύονταν!

«Τελείωσες», τον ρώτησε αυστηρά η κυρία Μαρία, κόβοντας του το ταξίδι στο όνειρο.  «Μισό λεπτό» της απάντησε.  Διάλεξε μία κάρτα που είχε ένα χιονισμένο δάσος και τον άγιο Βασίλη να τρέχει με το έλκηθρο ανάμεσα από πανέμορφα έλατα.  «Αυτή θέλω», της είπε. Του την έβαλε σε ένα φάκελο, την τύλιξε και όσο αυτή την τύλιγε, αυτός χάζευε το δεντράκι.  «Πόσο κάνει αυτό», τη ρώτησε,  δείχνοντας το ψεύτικο έλατο.  «Δεν είναι για πούλημα, είναι πολύ ακριβό», του είπε κοφτά ο κυρ Γιαννάκης, «είναι για τη βιτρίνα, πάρε και τα ρέστα σου,  δεν είναι για σένα».

  Όταν βγήκε έξω σταμάτησε στη βιτρίνα και το χάζευε για πολλή ώρα. Ήταν πολύ όμορφο, είχε τα πιο όμορφα στολίδια που είχε δει ποτέ στη ζωή του.  «Δεν το πουλάει»,  είπε ψιθυριστά, είναι κακός  άνθρωπος και ένα δάκρυ κύλησε στα μάτια του.  Ξεκίνησε να γυρίσει στο σπίτι.  Στο μυαλό του όμως η εικόνα του δέντρου ήταν τόσο έντονη… μέσα του ένιωθε μία θλίψη.   Του είχε κόψει την όρεξη να τραγουδήσει το Άγια νύχτα…

Έσπρωξε την πόρτα:  «τόση ώρα έκανες για μία κάρτα», τον ρώτησε η μάνα του.  «Να δεις μαμά», άρχισε να της λέει,  «ένα όμορφο ψεύτικο δεντράκι που είχε στη βιτρίνα του ο Γιαννάκης , πιο ωραίο δεν έχεις ξαναδεί, αλλά μου είπε, ότι δεν το πουλάει, δεν είναι για εμάς».   «Και να το πουλούσε», του απάντησε η μάνα του, «δεν έχουμε λεφτά καμάρι μου, για το αγοράσουμε,  αυτό δεν είναι για εμάς τους φτωχούς, ο μπαμπάς σου ακόμα ούτε που πληρώθηκε, για να ψωνίσουμε για τα Χριστούγεννα.  Πασά μου μη στεναχωριέσαι, άμα μεγαλώσεις, σου εύχομαι όσες τρίχες έχει το κεφάλι μου, τόσα να αποκτήσεις και να το αγοράσεις». 
Τον πήρε στην αγκαλιά της και φιλώντας του τα μαλλιά του είπε στο αυτί, «μην κάνεις έτσι λεβέντη μου».   «Ο Άγιος Βασίλης μπορεί να μου το φέρει,  έτσι δεν είναι;», τι ρώτησε βουρκωμένος.  «Δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης λεβέντη μου, πόσες φορές θα σου το πω» και κομπιάστηκε η φωνή της.  «Δεν πας να στείλεις την κάρτα στο ταχυδρομείο και να γυρίσεις, άντε και το βράδυ θα πάμε με τον Γιώργο και τον μπαμπά να ψωνίσουμε για το σπίτι στο παζάρι, άντε και μη βουρκώνεις μάτια μου».

 Έφτασε στο ταχυδρομείο, πήρε ένα στυλό,  άνοιξε την κάρτα και άρχισε να γράφει «σας ευχόμαστε Καλά Χριστούγεννα και ευτυχισμένο το νέο έτος οικ. Σπύρου  Φέξη», την έβαλε στο φάκελο, τον έκλεισε, έγραψε την διεύθυνση,  του έδωσε ο υπάλληλος ένα γραμματόσημο, το κόλλησε και το έριξε στο κουτί. 

Έφυγε όμως  δεν πήγε στο σπίτι του,  δεν πήγε ούτε στην Ελένη που έφτιαχνε κουραμπιέδες, δεν έβλεπε την ώρα να ξαναδεί το μικρό χριστουγεννιάτικο έλατο στη βιτρίνα.  Περπατούσε γρήγορα, λες και τον κυνηγούσε κάποιος, διέσχισε όλη την αγορά, δεν τον ενδιέφερε τίποτα, ότι και να γινόταν γύρω του, ήταν για αυτόν όλα αδιάφορα. Έφτασε πάλι έξω από τη βιτρίνα με το ψεύτικο δεντράκι, το καμάρωνε  για πολύ ώρα, κάνοντας όνειρα…   Ένα μικρό δάκρυ κύλισε στο μάγουλο και ρούφηξε την μύτη του.

Το βράδυ όλοι τους έκαναν μπάνιο στο μαστέλο μέσα στην σαλοτραπεζαρία, αφού πρώτα η μάνα του είχε στρώσει ένα νάιλον για να μην λερωθούν τα στρωσίδια.  Ντύθηκαν με καθαρά ρούχα και όλη η οικογένεια πήγε για ψώνια στο παζάρι. Πήγαν και στο μαγαζί του αφεντικού του πατέρα του, για να πληρωθεί το μεροκάματο της εβδομάδας και το δώρο των Χριστουγέννων.  Του έδωσε δέκα  εικοσάρικα ασημένια.  Ο πατέρας του στεναχωρήθηκε, τον  άκουσε να το λέει στη μάνα του με παράπονο, πως το αφεντικό του τον είχε γελάσει και του είχε δώσει λιγότερα από όσα έπρεπε.  Αγοράσανε   μοσχάρι, αρνί και μία συκωταριά από τον χασάπη, τυρί και αυγά από τον κυρ Γιώργο τον Παξινό, μήλα μπανάνες,  μανταρινιά και πορτοκαλιά Μέρλν από τον Νίκο τον Μπαμπάνα, μαντολάτα από τον Μπόρσα,  σύκα,  καρύδια, φουντούκια, ζυμαρικά από τον Σταύρο τον Βασιλικιά   και σιγά σιγά έφτασαν  φορτωμένοι  στο στενό του αγίου Νικολάου, στην  βιτρίνα με το ψεύτικο δεντράκι.

 Κοίταξε ξανά κλεφτά τη βιτρίνα ο μικρός, ήταν το πιο όμορφο και ήταν και πιο όμορφο από το πρωί, είχε κάτι καινούργιο επάνω του, είχε μικρά πολύχρωμα λαμπάκια ήταν κάτι πρωτοποριακό για την εποχή και μάλιστα  αναβόσβηναν αυτό τον τρέλανε, του θύμισε αστέρια, του θύμιζε μουσικές, του θύμισε έλατα, του θύμισε τον άγιο Βασίλη, του θύμισε τα ελάφια να τρέχουν στον ουρανό και το ασημένιο αστέρι να κλέβει το φως πάνω  στην ασημένια  γυάλινη κορυφή του δένδρου . Σταμάτησαν όλοι μαζί στη βιτρίνα, οικογενειακώς, και το χάζευαν, ο πατέρας του κοίταξε στα μάτια τη μάνα του και μετά τον μικρό Παναγιώτη.  «Ένα λεπτό» είπε, «περιμένετε και έρχομαι».   Μπήκε μέσα στο βιβλιοπωλείο, σε λίγο είδε τον κύριο Γιαννάκη να βάζει το χέρι στη βιτρίνα και να βγάζει το μικρό ψεύτικο δεντράκι με προσοχή  και να το δίνει στον πατέρα του, έτσι όπως ήταν στολισμένο και αυτός το έφερε έξω χαρούμενος
-Σου αρέσει, με ρώτησε.
-Ναι, του απάντησα «Είναι δικό μας», μου είπε.  «Δεν βαριέσαι, έτσι και έτσι φτωχοί είμαστε, καλά Χριστούγεννα» και με φίλησε, τσιμπώντας με, με το λεπτό του μουστάκι στο μάγουλα. Ακόμα το  θυμάμαι, το βάλαμε στην σερβάντα, ανάψαμε και τα φωτάκια…

 Στο ραδιόφωνο έπαιζαν κάλαντα από όλη την Ελλάδα, πλησίαζε δώδεκα  τα μεσάνυχτα, το τραπέζι ήταν  στρωμένο με λευκό τραπεζομάντηλο, στην μέση του τραπεζιού ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί,  ένα μπουκάλι λάδι και  ένα καλοψημένο ψωμί σε σχήμα  σταυρού διακοσμημένο με ζυμαρένια στολίδια  και καρύδια,  μια πιατέλα με  αχνιστά  βραστά μπρόκολα  από τον κήπο της γιαγιάς,  τηγανιτές σουπιές και καλαμάρια,  ελιές, τυρί, καρύδια, φουντούκια, σύκα,  όλα νηστίσιμα   -την παραμονή κρατούσαν όλοι  από  κρέας.

Η ώρα είναι δώδεκα ακριβώς… Ακούστηκε η φωνή της εκφωνήτριας  της ΕΡΤ  στο ραδιόφωνο… Κυρίες και κύριοι καλά Χριστούγεννα χρόνια πολλά και ευτυχισμένα.

Ο πατέρας μου πήρε τον σταυρό στα χέρια του σαν αρχηγός του σπιτιού, όπως ήθελε το έθιμο, σηκωθήκαμε όλοι όρθιοι,  τον έβαλε πάνω στα δυο μπουκάλια με το κρασί και το λάδι,  έκανε το σχήμα του σταυρού με το μαχαίρι τρεις φόρες, τον έκοψε στα τέσσερα, πιάσαμε όλοι με τα δυο χέρια  από ένα κομμάτι, είπαμε και του χρόνου, κόψαμε τον σταυρό, τσουγκρίσαμε τα ποτήρια και ανταλλάξαμε φιλία αγάπης  ευτυχισμένοι.
Ήταν το ακριβότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο στο πιο φτωχό σπίτι . 

Καλά Χριστούγεννα πατέρα

Προηγουμενο αρθρο
Χαρούμενες ευχές από την ΕΛ.ΑΣ.
Επομενο αρθρο
Προσοχή στις ηλεκτρονικές αγορές

1 Σχόλιο

  1. Αγιομαυριτης
    23 Δεκεμβρίου 2020 at 21:45 — Απάντηση

    Να σαι καλά Πάνο… στις δικές σου αφηγήσεις βλέπω τα δικά μου παιδικά Χριστούγεννα και η συγκίνηση μου είναι μεγαλη για τους γονείς μου που έφυγαν …..καλά Χριστούγεννα Πάνο…. Καλά Χριστούγεννα πατέρα…

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.