HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΉταν γεωργός… Ήταν ο παππούς μου…

Ήταν γεωργός… Ήταν ο παππούς μου…

Πολλές φορές τον είχα ακούσει να λέει «είμαι γεωργός». Μπορούσα να καταλάβω ότι το έλεγε με περηφάνια. Ωστόσο, τότε δε είχα πλήρη αντίληψη της σημασίας της λέξης. Καταλάβαινα βέβαια, ότι γεωργός είναι αυτός που ασχολείται με την καλλιέργεια της γης. Αλλά νόμιζα ότι στον όρο αυτό συμπεριλαμβάνονταν και όλες οι άλλες ασχολίες του…

Γεωργός, ας πούμε, για μένα τότε, σήμαινε να ξυπνάς νωρίς, αξημέρωτα, στις 4 ή στις 5 το πρωί. Να φτιάχνεις τον καφέ σου και να διαβάζεις μέχρι να ξημερώσει. Πρώτη θέση στη βιβλιοθήκη του είχαν τα θρησκευτικά βιβλία αλλά και ο Βαλαωρίτης, ο Κρυστάλλης, ο Σουρής… Ή να γράφεις στίχους…. Και οι στίχοι, ξέρετε, δεν γράφονται τόσο καλά στο τετράδιο, όσο στον πάτο της κούτας των τσιγάρων «Άσσος φίλτρο». Αν τον κόψεις προσεχτικά, χωράει ίσα-ίσα.

Μετά ξημέρωνε η μέρα… πήγαινε στο γαϊδουράκι του και το σέλωνε. Φόρτωνε εκεί τα εργαλεία για τη δουλειά του… ανάλογα την εποχή. Τσαπιά για το ξεχώνιασμα, λίπασμα ή λούρους και πανιά για τις ελιές, κοφίνια για τον τρύγο…. Κι όλα αυτά με το ένα χέρι… το άλλο αχρειστευμένο στο αλβανικό μέτωπο. Στην εποχή της ολοήμερης εργασίας, όπως το μάζεμα της ελιάς, έπαιρνε και το μπακράτσι μαζί, με το φαγητό, ότι ήταν αυτό, αλλά πάντα και το μπουκαλάκι με το δικό του κρασί….

Τα κτήματά του, όλα στις πλαγιές των λόφων με θέα το Ιόνιο, ξεχώριζαν όταν τα κοίταζες ψηλά από το χωριό. Ήταν όλα περιποιημένα, χωρίς αγριόχορτα, με τα αμπέλια και τις ελιές να σχηματίζουν όμορφες σειρές πάνω στο άσπρο χώμα. Η αγάπη του γι΄αυτά φαίνονταν από τον τρόπο που μιλούσε… τις ελιές του τις έλεγε θυμάμαι «νυφούλες».

207

Και κινούσαν κάθε πρωί, μαζί με τη σύντροφό του στον καθημερινό αγώνα. Κάποιες φορές, όταν ο καιρός ήταν καλός, πήγαινα και εγώ μαζί. Εξερευνούσα την περιοχή, γύρω-γύρω από το λιοστάσι… έβρισκα μεγάλα, άσπρα κελύφη σαλιγκαριών ή κομμάτια από ζωγραφισμένα πιάτα, θαμμένα μέσα στο χώμα… μου έφταναν για να σκαρώσω τη δική μου ιστορία, καθώς κοίταζα τον κόκκινο δίσκο του ήλιου να βυθίζεται σιγά – σιγά στο πέλαγος…

Τις εποχές που τα χωράφια δεν απαιτούσαν την παρουσία του, καλλιεργούσε τον κήπο, δίπλα στο σπίτι. Όλα τα κηπευτικά πέρασαν από κει, ολόγλυκα και πεντανόστιμα. Όσα όμως χρειάζονταν φάρμακα για να αναπτυχθούν, δεν ξαναπέρασαν!

Στις δώδεκα το μεσημέρι σερβίρονταν το μεσημεριανό. Έπρεπε να είμαστε όλοι εκεί και κανένας δεν σηκώνονταν πριν τελειώσουν όλοι. Συχνά το τέλος του φαγητού σηματοδοτούσε την αρχή μιας συζήτησης, που το θέμα της ποίκιλε, ανάλογα με το τι είχε στο μυαλό του εκείνος…. Ήθελε πιο πολύ να ακούσει παρά να μιλήσει… Τη συζήτηση συνόδευε το δικό του εξαιρετικό βαρτζαμί, που είχε τύχει διακρίσεων και βραβείων κάποιες φορές. Και άλλων οι κουβέντες ήταν πιο σοφές, άλλων πιο απλοϊκές, ανάλογα με την ηλικία…. Μιλούσα θυμάμαι και εγώ, αλλά το ποτήρι μου είχε νερό και μόνο «μισό δάχτυλο» κρασί – όπως έλεγε- τόσο μου αναλογούσε.

Η αποθήκη, ανάμεσα από τα τσαπιά και τα λιπάσματα, ήταν πάντα γεμάτη φτυάρια, πρόκες, σφυριά, χρώματα, πινέλα και νέφτι. Ότι μπορούσε να κατασκευαστεί ή να επισκευαστεί το έφτιαχνε… έχτιζε, σοβάτιζε, έβαφε… ότι θεωρούσε ότι χρειαζόταν το σπίτι μας.

Κάποιες Κυριακές πήγαινε στην εκκλησία (εμείς οι υπόλοιποι πηγαίναμε κάθε Κυριακή). Πήγαινε στο ψαλτήρι και οι τακτικοί ψάλτες του παραχωρούσαν προτεραιότητα σε ότι αποφάσιζε να πει. Υπήρχαν όμως και διαστήματα που – παρόλο που ήταν βαθιά θρησκευόμενος- δεν πήγαινε στην εκκλησία. «Δεν μπορώ να βλέπω την υποκρισία» έλεγε…

Θυμάμαι ότι ήταν από τους πρώτους που αγόρασε τηλεόραση στο χωριό…. Αμέσως μετά το καφενείο. Την τοποθετήσαμε σε ένα τραπεζάκι στο σαλόνι. Λίγο αργότερα – θλιβερή μέρα για μένα – την έδεσε ξανά στην κούτα που την αγόρασε και την άφησε στο τραπεζάκι. Το σεμέν μπήκε από πάνω από την κούτα! Αφού παρακάλεσα λίγο, η τηλεόραση ξαναβγήκε από το κουτί. Δεν σταμάτησε όμως ποτέ να ασκεί κριτική σε ότι έβλεπε και σε ότι άκουγε.

unnamed-1

Λίγο από τα γεγονότα του χωριού μας, λίγο από τα έντονα εθνικά θέματα (αρχή μεταπολίτευσης κλπ..) το μυαλό του ήταν πάντα σε εγρήγορση, αλλά τα λόγια του ήταν πάντα μετρημένα. Καθημερινός θαμώνας του καφενείου, λίγο μετά τη δουλειά, λίγο πριν το δείπνο….. ωστόσο δεν μιλούσε πολύ, πιο πολύ άκουγε… μιλούσε όταν είχε κάτι να πει… τα άλλα τα έκλεινε στους στίχους του, στα ποιήματά του που έχουν μείνει παρακαταθήκη σε μας.

Και κάποια απομεσήμερα του καλοκαιριού, τον θυμάμαι στην άκρη της μεγάλη μας αυλής, που αγνάντευε το Ιόνιο, κάτω από τον παχύ ίσκιο της σκαμνιάς, να πίνει το καφεδάκι του, να καπνίζει και να σιγοτραγουδάει…. Τι υπέροχη εικόνα…. Τι ευτυχία να την έχω χαραγμένη μέσα μου….

Ήταν γεωργός…. Ήταν ο παππούς μου….
(Ζώης Φ. Φίλιππας Δρυμώνας 1911-1998)

Πηνελόπη Κοψιδά

Προηγουμενο αρθρο
Εγκρεμνοί
Επομενο αρθρο
Μήπως να το ξανασκεφτούμε;

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *