HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΗ γειτονιά της Αγίας Κάρας

Η γειτονιά της Αγίας Κάρας

Η γειτονιά της Αγίας Κάρας άρχιζε από το γραφικό πορτόνι των αλυκών -που μάταια θα αναζητήσει να βρει ο αναγνώστης, γιατί κι’ αυτό αλλοιώθηκε χάριν της λεγομένης «προόδου»- και τερματιζόντανε στον τοίχο του «Μαϊστράτου», ονομασία που ακόμα τη μεταχειρίζονται οι παλιοί.

Κοντά στο πορτόνι των αλυκών, ένα δρόμο πιο πάνω, ήτανε ένα μικρό εκκλησάκι λιθόκτιστο, ο Άγιος Βησσαρίων, που γκρεμίσθηκε απ’ τους σεισμούς του 1948, για ν’ ανοικοδομηθεί το 1977 ύστερα από δωρεά ανώνυμου εκ δρχ. 200.000, κι’ άλλες μικρότερες δωρεές διαφόρων, προ παντός περιοίκων.

Η Άγια Κάρα, ήταν ίσως η πιο φτωχή γειτονιά της Λευκάδας, η κατ’ εξοχήν γειτονιά των φτωχοψαράδων με τα λίγα δίχτυα και τα λίγα παραγάδια, με τα πριαράκια και τα μονόξυλα και τέτοια εξακολουθεί να είναι μέχρι σήμερα, άλλο αν προστεθήκανε μερικά σύγχρονα ψαροκάικα.

Στενά καντούνια (σοκάκια), φτωχόσπιτα και προ παντός ξύλινες παράγκες. Η Άγια Κάρα, είναι ακόμα η μοναδική, θα μπορούσε βάσιμα να πούμε, γειτονιά, που διατήρησε το παλιό της χρώμα, την αναμφισβήτητη γοητευτική γραφικότητα, κι’ ελάχιστα αλλοιώθηκε ουσιαστικά από τον σύγχρονο πολιτισμό, κι’ ούτε η πληθωρική ανοικοδόμηση μετέβαλε τη μορφή της.

Αυτή τη θαυμάσια γραφικότητα οφείλει και στις απέναντι αλυκές, αχρηστευμένες απ’ το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, κι’ απ’ το περίγραμμα του ορίζοντα που προσφέρει στο βλέμμα του ντόπιου, και προ παντός του ξένου που εύλογα εντυπωσιάζεται, μίαν απίστευτη κλιμάκωση φυσικών καλλονών του νησιού μας, άλλα και της απέναντι Ακαρνανίας με τα χωριά της Περατιά και Πλαγιά που προβάλλονται ύστερα από τη διώρυγα και τον αυλαίμονα, το νεώτερο ιχθυοτροφείο.

Η παραλία της Άγια Κάρας, πλαισιωμένη απ’ τ’ αναχώματα των αλυκών ήτανε το σίγουρο αραξοβόλι των διαφόρων πλοιαρίων συγκοινωνίας απ’ τα διάφορα γειτονικά λιμάνια, Νυδρί, Βλυχό, Σπήλια, Βαθύ Μεγανησίου, Ζαβέρδα, Μύτικα, Κάλαμο, Καστό. Σ’ αυτή την παραλία άραζαν τα ψαράδικα, γιατί αυτή η λωρίδα της θάλασσας είναι υπήνεμος και δεν την πιάνει σχεδόν κανένας καιρός, προ παντός ο μαΐστρος (Β.Δ. άνεμος) και ο πουνέντες – μαΐστρος.

Ο σημερινός περιπατητής στο δρόμο της Άγια Κάρας (Δημητρίου Γολέμη) με το κρηπίδωμα που φτιάχτηκε προ 70 περίπου χρόνων, αναπνέει τον θαλασσινό αέρα που μοσχοβολάει απ’ το ιώδιο της αλυκής, αφού από πολλά χρόνια αχρηστευθήκανε τα Δημοτικά Σφαγεία κοντά στο πορτόνι της Αλυκής, καθώς τα κατόπιν βυρσοδεψεία στο ίδιο μέρος. Αυτό το παραλίμανο της Άγια Κάρας, μέχρι πριν ενός τετάρτου του αιώνα, έσφυζε τα πρωινά και μέχρι τις δύο η ώρα, από ζωή και κίνηση με τους ταξιδιώτες που κυκλοφορούσανε ή καθόντανε στα καφενεία, περιμένοντας πότε θα φύγουν οι συγκοινωνίες, όπως λέγανε τα πλοιάρια που εκτελούσαν τις διάφορες συγκοινωνίες με τα γειτονικά λιμάνια που αναφέραμε.

Όλη η ποικιλία των λαχανικών, της τότε μεγάλης παραγωγής της Χώρας μας από τ’ άφθονα γύρω απ’ την πόλη μας περιβόλια, φιγουράριζε στα χέρια της συντριπτικής πλειοψηφίας των ταξιδιωτών, γιατί όλοι, ιδιαίτερα απ’ τα νησιά και το Ξηρόμερο δεν γυρίζανε στα χωριά τους χωρίς λάχανα, που τόσο σπανίζανε στα μέρη τους.

Οι δρόμοι της Άγια Κάρας στενοσόκακα και κάθετοι προς τον πλατύ παραλιακό δρόμο, ήτανε σκολιοί, όπως όλοι οι δρόμοι στη Λευκάδα, όπου δεν υπάρχει παλιός δρόμος ίσως με εξαίρεση, μοναδική θα μπορούσε να πούμε στη γειτονιά μας, «το μακρύ καντούνι», ανάμεσα απ’ τη Δ.Ε.Η. και το Εργατικό Κέντρο, που την ονομασία του δεν την οφείλει στο μάκρος του, αλλά προφανώς στο πλάτος του και προ παντός στον ευθυγραμμισμό του. Ήταν το καντούνι που λόγω το πλάτους του προσφερόντανε για… παιδική χαρά, όπου τα παιδιά εντρυφούσαν στο παιγνίδι της… γουρούνας και στο… στριφτό, αν και το δεύτερο παιζόντανε σ’ όλα τα σοκάκια, από μικρούς και μεγάλους.

Κοντά να τελειώσει η λειτουργία στη γιορτή του Αγίου Δημητρίου, μαζευόντανε στο «μακρύ καντούνι» και στην αδειά μπροστά απ’ την εκκλησία, όλα τα παιδιά της χώρας άλλα κι’ αρκετοί μεγάλοι «να δούνε να πέσει το κανόνι!». Υπήρχε ένα εμπροσθογεμές κανονάκι πάνω σε δύο σιδερένιες ρόδες και κατ’ έθιμον, μόλις τέλειωνε η λειτουργία και σήμαινε η καμπάνα, έπεφτε κι’ η κανονιά εις δημοσίαν θέαν. Πυροβολητής ο Γιώργος ο Κούρμπεης που γέμιζε το κανονάκι με μπαρούτι, το στόμωνε με παλιόχαρτα κι’ έβαζε φωτιά στο φυτίλι. Μέχρι το 1924 που ζούσε ο… κανονιέρης κράτησε αυτό το έθιμο!

Παλιά τα σοκάκια ή καντούνια όπως συνήθως τα λέγανε ήτανε επιστρωμένα με καλντερίμι κι’ ακόμα θυμούνται οι παλιοί κι’ αυτό το κεντρικό δρόμο (το παζάρι), στα δύο άκρα να έχει από μια λωρίδα επίστρωμα από καλντερίμι και προφανώς, όμοιος ήτανε κι’ ο υπόλοιπος δρόμος πριν μεταβληθεί στο μέσον η μορφή του. Σώζονται ακόμη μερικά τμήματα καλντεριμιού μισοκατεστραμμένα, μα ευτυχώς το αναπαλαιωθέν πεζοδρόμιο, στην ίδια ακριβώς μορφή του, μπροστά στην εκκλησία του Παντοκράτορα, απ’ τις οικογένειες των κτητόρων Βαλαωρίτη και Σταύρου, διατηρεί και σήμερα την εικόνα των όμορφων καλντεριμιών της παλιάς εποχής.

Τα καντούνια της Άγια Κάρας, ήτανε τα «σαλόνια» και κατά μια κτυπητή αντίθεση, αντίθεση που δημιουργούσε ο ελάχιστος χώρος στις φτωχές παράγκες και τα ξυλόπηκτα χαμόσπιτα ή τους μετζάδες, οι κουζίνες, ακόμα και τα… πλυσταριά!!!

Ας αρχίσουμε απ’ το σαλόνι! Στην κάθε πλευρά από το πάντα καθαρό και με φρεσκοασπρισμένα αυλάκια καντούνι, η νοικοκυρά του αντίστοιχου σπιτιού, τοποθέτησε ξύλινα σκαμνάκια, σκεπασμένα με πάνινα καλύμματα, ή στα δύο – τρία εξωτερικά σκαλοπάτια του σπιτιού, τοποθέτησε κουρελούδες και μαξιλαράκια, κι’ εκεί δεχόντανε τις φιλενάδες της για κουβεντούλα και καφέ. Σε κάθε γωνιά που τύχαινε να σχηματιστεί στο σοκάκι δίπλα στα πέτρινα σκαλοπάτια, οι περισσότερες νοικοκυρές άναβαν τακτικά πρωί κι’ απόγευμα φωτιά, και πολλές φορές ρωτούσανε η μια την άλλη, αν άναψε φωτιά να βάλουνε κι’ αυτές τα μπρίκια τους για καφέ και να γλυτώσουνε τον κόπο του ανάμματος της φωτιάς. Τα μπρίκια τα φκιάνανε οι λατινιέρηδες, μα που τις περισσότερες φορές ήταν φτιαγμένα από την ίδια νοικοκυρά απ’ άδειο βαζόγαλο και μ’ ένα στριμμένο σύρμα για χερούλι.

Παρέες – παρέες καθόντανε τα καλοκαίρια στον ίσκιο για δροσιά και το χειμώνα κυνηγώντας το λιγοστό ήλιο π’ άφηναν τα στενοσόκακα να μπει μέσα. Εκεί γενόντανε το τραταμέντο του καφέ, καμιά φορά και γλυκού του κουταλιού και κανενός ποτού. Σ’ αυτά τα καντούνια, ιδιαίτερα το καλοκαίρι, άναβαν φωτιές και μαγειρεύανε, για να μη ζεσταίνονται οι παράγκες, αλλά προ παντός ψήνανε στις φουφούδες με κάρβουνα τα ψάρια, το πιο συνηθισμένο έδεσμα και προσφάγι του ψαρά, ψάρια φυσικά «κατίβα» γιατί τα καλά τα πουλούσανε, αλλά πάντα νόστιμα. Κι’ όποιος έφαγε σπάρους στην εποχή τους ή μαγιατσέλες (μικρές τσιπούρες), ή μουξουνάρια ιβαρσία στα κάρβουνα, θα διαπίστωσε πως είναι νοστιμότερα από τα ακριβότερα ψάρια. Αυτά τα ψάρια συνοδεύανε κατά κανόνα με τ’ απαραίτητα για κάθε Λευκαδίτικο σπίτι το βράδυ, ραδίκια αγριολάχανα που μαζεύανε οι ίδιες οι ψαρούδες (γυναίκες των ψαράδων) στην περιφέρεια των αλυκών και στο Κάστρο. Θα πρέπει να προσθέσουμε πως οπωσδήποτε Χριστούγεννα και Πάσχα, τρώγανε οι ψαράδες και κρέας, που ψώνιζαν καμιά φορά και… βερεσέ!

Άλλη, μια γραφική νότα στα καντούνια της Άγια Κάρας, δίνανε οι… μπουγάδες που κι’ αυτές στήνονταν στην άκρη απ’ το σοκάκι, δίπλα στα χαμόσπιτα και στις παράγκες και πολλές φορές οι γειτόνισσες συνεννοούτανε να ρίξουν μαζί τις μπουγάδες τους. Αναβόταν η φωτιά με τα ξύλα που κουβαλούσανε οι βλάχες, απ’ τ’ Άγναντα και Πράμαντα τα Τζουμέρκα ή τους Μελισσουργούς, γι’ αυτό συνήθως τις λέγανε Μελισσουργιώτισες, και ξεχειμωνιάζανε απέναντι στο Ξηρόμερο. Αυτά τα ξύλα τα κουβαλούσανε στις πλάτες τους, τις γνωστές «ζαλίγκες», άλλα και κανονικά. φορτώματα σε μουλάρια. Στη φωτιά τοποθετούσανε τις πυροστιές με τα τρία ή τέσσερα πόδια που φκιάνανε οι γύφτοι, κι’ επάνω το καζάνι με το νερό να βράσει. Δίπλα, το μπουγαδοκόφινο ή ο τρύπιος ξύλινος μαστέλος, στημένος σε 3 – 4 πέτρες για να σουρώνουνε τα νερά στ’ αυλάκι. Οι μπουγάδες μοσχοβολούσανε απ’ τις άφθονες λεμονόκουπες και τα δαφνόφυλλα που βάζανε στην αλισίβα. Επακολουθούσε το ξέβγαλμα με νερό λουλακιασμένο για να καταλήξει αυτή η διαδικασία, σ’ ένα μεγάλο… σημαιοστολισμό, όταν απλωνόταν στα ίδια πάντα καντούνια σε φουρκάτες διαγωνίως στο τοίχο που συγκρατούσαν τα σχοινιά, τα κάθε λογής πλυμένα ρούχα! Το χειμώνα όμως τ’ απλωμένα ρούχα αργούσανε να στεγνώσουν κι’ άρχιζε το μεγάλο πρόβλημα της νοικοκυράς. Να τα μπάσει με όλη την υγρασία μέσα στη μικρή παράγκα ή να τ’ αφήσει απλωμένα με κίνδυνο να κάνουν… φτερά!

Στα ίδια σοκάκια, οι ψαράδες με τη βοήθεια των γυναικών τους, νετέρνανε και δολώνανε τα παραγάδια τους ή άπλωναν τα δίχτυα τους να στεγνώσουν ή επιδιορθώνανε τα διάφορα σύνεργα της δουλειάς τους. Οι περισσότερες νοικοκυρές πλέκανε δίχτυα, αλλά μερικές ασχολούνταν και με διάφορες χειροτεχνίες πλέκοντας, πάντα έξω στα σοκάκια, με το ειδικό ψαθί τις θαυμάσιες Βιεννέζικες καρέκλες και κουνιστές πολυθρόνες που αποτελούσαν το βασικό έπιπλο στα καλά σπίτια εκείνου του καιρού. Ακόμα πλέκανε με τα κοπανέλια ή με βελονάκι στο γνωστό στρογγυλό τελάρο, όμορφες νταντέλες. Αλλά, και διασίδια» με νήματα άπλωναν στα καντούνια, οι λιγοστές που ΄χανε αργαλειούς στα σπίτια τους.

Σ’ αυτά τα σοκάκια, έδινε κι’ έπαιρνε το κουτσομπολιό, που αποτελούσε τη μοναδική αναψυχή των νοικοκυράδων, εκτός απ’ τις λίγες εξόδους τους για να πάνε να προσκυνήσουν στα πανηγύρια ή ν’ ανάψουν τα κανδήλια στην Αγία Μαύρα, στη Ζωοδόχο Πηγή (Μεγάλη Βρύση), στη Βλαχέραινα, στην Αγία Μαρίνα, στον Άη – Θωμά, στον Άη- Γιάννη κ.λ.π. Ψιλοκοσκίνιζαν το κάθε τι, έστω και φανταστικό παραστράτημα της κάθε κοπέλας και ξεδιαλύνανε τα «νιτερέσια» της γειτονιάς, πολύ συχνά κι’ ολόκληρης της χώρας.

Αυτά τα στενοσόκακα είχανε για… διάκοσμο πελώριες πόχες ακουμπισμένες στους τοίχους, το πιο απαραίτητο σύνεργο των ψαράδων, γιατί μ αυτές πιάνανε τη γαρίδα (την πολύ μικρή γαρίδα τελείως άσχετη με τη γάμπαρα – γαρίδα), και το δόλο, ένα είδος μικροσκοπικής καραβίδας, κι’ αυτά τα δύο είδη χρησιμοποιούσανε για δόλο στα παραγάδια τους ή στα καλαμίδια και πετονιές τους, ακόμα πουλούσανε σε ερασιτέχνες ψαράδες εξοικονομώντας το χαρτζιλίκι τους. Στους ίδιους τοίχους των καντουνιών έβλεπες και τα ποχιά, πολύ μικρότερες πόχες, καθώς κι’ άλλα σύνεργα του ψαρέματος. Καμιά φορά ακουμπούσαν στους τοίχους και τα πριάρια, τα μικροσκοπικά πλεούμενα, στα οποία μονάχα οι εξοικειωμένοι ψαράδες μπορούν να σταθούνε όρθιοι σπρώχνοντας με το «σταλίκι» (φουρκέτα). Η κάθε πλευρά αυτών των πριαριών είναι φτιαγμένη με μια μονάχα τάβλα και θα έπρεπε κανονικά να λέγονται μονόξυλα, ενώ μονόξυλα επεκράτησε να λέγονται τα πολύ μεγάλα πριάρια.

Όλοι οι ξένοι, τη γειτονιά που μας ενδιαφέρει, τη λέγανε και τη λένε ακόμα «Άγια Κάρα», γιατί έτσι τους τη μαθαίνουνε, μα καμιά φορά οι ντόπιοι προτιμούσανε την ονομασία «ψαρέικα», γιατί το συντριπτικό ποσοστό των κατοίκων της ήτανε ψαράδες, ή βέροι «μπουρανέλοι», που δεν χωνεύανε ούτε τους χωριάτες ούτε τους ξένους, μια, κι’ εδώ που τα λέμε, ήτανε και λίγο «ζαντζάρηδες», (τους φταίγανε όλοι και όλα), μα είχαν ιδιαίτερα για τους Ζαβερδινούς, πολύ μεγάλο δίκιο, αφού απ’ τις βενζίνες της συγκοινωνίας τους πειράζανε ότον ψαρεύανε στ’ αυλάκι (διώρυγα).

Στον παραλιακό δρόμο της Άγια Κάρας όπου μια πάροδος ονομάστηκε οδός Πάνου Πολίτη – Αγωγιάτη, γιατί εκεί ήταν το σπίτι του Ελληνοαμερικάνου μεγάλου δωρητή του Νοσοκομείου μας, δέσποζε το καφενείο της Χρυσούλας, μητέρας του εγκατασταθέντος και διαπρέψαντος στη Βενετία Γερασίμου Μεσσήνη, ο οποίος έγινε πασίγνωστος μετά τούς σεισμούς του 1948 όταν έστειλε σαν δωρεά μια μεγάλη ποσότητα ξυλείας απ’ τη Τριέστη, ειδικά για τους φτωχούς ψαράδες. Μπροστά σ’ αυτό το καφενείο αράζανε οι βενζίνες, δηλαδή τα πλοιάρια που εκτελούσαν τις συγκοινωνίες που αναφέραμε, κι’ ονομασθήκανε βενζίνες όταν τα πανιά και τα κουπιά αντικατασταθήκανε με μηχανές γύρω στα 1923. Στις μεγαλύτερες απ’ τις παλιές βάρκες στα νέα σκάφη, αρχικά τοποθετούσανε βενζινομηχανές αυτοκινήτων που μετατρέπανε σε μηχανές θαλάσσης, έτσι, κι’ όταν αργότερα όλα αυτά τα πλοία γινήκανε πετρελαιοκίνητα, έμεινε η ονομασία τους «βενζίνες». Μείνανε αξέχαστα στους παλιούς τα «τσαρούχια», όπως χαρακτηριστικά βαφτίσανε τα πολύ στενά, άλλα και απίθανα μακριά, μια ιδέα γόνδολας, πλοιάρια που φέρανε οι πρόσφυγες από τον Πόντο, μετά τη καταστροφή της Μικράς Ασίας, και τα εφοδιάσανε με βενζινομηχανές για να εκτελούν συγκοινωνίες. Στης Χρυσούλας μαζευόντανε μπονόρα – μπονόρα, μόλις γυρίζανε από το νυχτερινό τους ψάρεμα, ο ψαράδες να πιουν τον καφέ τους ή το τσάι τους. Ο ψαράς που δεν έβγαλε το μεροκάματο, πέταγε μια βλοσυρή «καλμέ», δηλαδή μισή καλημέρα, ενώ εκείνος που τα κατάφερε καλά, ή μάλλον τον ευνόησε η τύχη, αφού κοίταζε με βλέμμα υπερήφανο τους θαμώνες, καθισμένους στις δύο πλευρές του καφενέ, χαιρετούσε χαμογελαστά «καλμέρα πάντα κι’ άλλ’!! !».

Κοντά στο καφενείο της Χρυσούλας, ήταν ένας άλλος καφενές, μαζί και ταβέρνα, του Μπέ – Βασίλη, ο οποίος επί πλέον έκανε και το ναυπηγό για μικροσκάφη. Αργότερα το δεύτερο καφενείο κατεδαφίσθηκε και στη θέση του κτίσθηκε το ξενοδοχείον ύπνου της Καλυψώς, κι’ εκεί βρίσκανε καταφύγιο όσοι ταξιδιώτες δεν γυρίζανε αυθημερόν στα χωριά τους και περισσότερο ο πιο μακρινοί Καλαμισιάνοι, οι πατριώτες της Καλυψώς. Από το 1938 άνοιξε και το καφενείο του Θοδωρή Κατωπόδη, κι’ αργότερα κι’ άλλα καφενεία.

Η κίνηση στην Άγια Κάρα σταματούσε πολύ ενωρίς και μόλις νύχτωνε ήταν ερημιά και σκοτάδι, που μάταια προσπαθούσανε να διασπάσουνε τα λιγοστά φανάρια πετρελαίου που άναβε ο μπάρμπα – Σακατιάς (Επαμεινώνδας Τσαούσης) ή αργότερα τα φανάρια γκαζιού. Αλλά μέσα στη σκοτεινή νύχτα αν τύχαινε νυχτερινός διαβάτης, θα έβλεπε να πλένε ή μάλλον να γλιστράνε αθόρυβα, σπρωγμένα έντεχνα με τα κουπιά, μονόξυλα σαν φαντάσματα, να διπλαρώνουνε ξαφνικά, και στα σβέλτα να ξεφορτώνουν ζάχαρη, καφέ, τσιγαρόχαρτο κι’ άλλα λαθραία είδη, φερμένα απ’ τη γειτονική Πρέβεζα που ήταν Τούρκικη και μέχρι το 1912 που λευτερώθηκε. Αυτά τα λαθραία τα κουβαλούσανε εν ριπή οφθαλμού στο καφενείο της Χρυσούλας, κι’ από εκεί σκορπίζονταν στα πιο απίθανα μέρη. Αυτό το λαθρεμπόριο αναβίωσε από ένστικτο επιβιώσεως κατά την περίοδο τής Ιταλικής κατοχής, το περίφημο CONTRA BANTO γιατί οι Λευκαδίτες ψαράδες, σωστά αλτίνια, αψηφώντας το ξύλο και τα βασανιστήρια ακόμα, μπροστά στα μάτια της περίφημης Φινάντσας, φυγαδεύανε τα λάδια ταυ νησιού στο Ξηρόμερο, όπου τα ανταλλάσανε με καρπό, στάρι, καλαμπόκι.

Η Άγια Κάρα, ήτανε η κατ’ εξοχήν γειτονιά των «μπουρανέλων», όπως ονομαζόντανε ιδιαίτερα οι φτωχοψαράδες. Η πιθανότερη εκδοχή για την ετοιμολογία αυτής της ονομασίας, βάσει των στοιχείων που συγκεντρώσαμε είναι η ακόλουθη. Απ’ το νησί Μπουράνο, Ν.Α. της Βενετίας, του οποίου το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων ήτανε φτωχοί ψαράδες, ορισμένοι απ’ αυτούς κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας (1648- 1797), ήρθαν να εργασθούν στα ιχθυοτροφεία της Πρέβεζας, κι’ από εκεί στη Λευκάδα όπου κατοικήσανε στην κατ’ εξοχήν ψαράδικη γειτονιά της Άγια Κάρας. Επειδή καταγόντανε απ’ το Μπουράνο, ήτανε φυσικό να τους δοθεί το όνομα του τόπου της προελεύσεώς τους, δηλαδή Μπορανέλοι και χάριν ευφωνίας Μπουρανέλοι..

Συν τω χρόνω, Μπουρανέλοι, ονομασθήκανε όλοι ο ψαράδες και κατ’ επέκταση, χλευαστικώς απ’ τους κατοίκους των χωριών, όλοι οι κάτοικοι της πόλεως.

Τάκη Μαμαλούκα: «Λαογραφικά της Λευκάδας», 1978

Προηγουμενο αρθρο
Υπέγραψε ο ανάδοχος για τη λειτουργία Κτηματολογικού γραφείου στη Λευκάδα
Επομενο αρθρο
Στην Λευκάδα την ερχόμενη Τετάρτη ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκος Μητσοτάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *