HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΗ Ευρώπη μετά τον πόλεμο -Η έναρξη του Ψυχρού Πολέμου

Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο -Η έναρξη του Ψυχρού Πολέμου

Η ΕΥΡΩΠΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ: 1945-1953
Κεφάλαιο V
Η έναρξη του Ψυχρού Πολέμου

Το 1945 η Ευρώπη ήταν συντρίμμια, ρημαγμένη από τον πόλεμο, τους βομβαρδισμούς και τις μαζικές σφαγές. Ευρύτατες περιοχές της ανατολικής Ευρώπης περιέρχονταν στο σοβιετικό έλεγχο, αντικαθιστώντας τον παλιό δεσποτισμό μ’ έναν νέο. Σήμερα, η Σοβιετική Ένωση δεν υπάρχει πια και οι δημοκρατίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης φθάνουν μέχρι τα σύνορα της Ρωσίας.

«Φανταστείτε την αυστριακή αυτοκρατορία κατακερματισμένη σε πλήθος μεγαλύτερων και μικρότερων κρατών. Εξαιρετική βάση για την οικουμενική ρωσική μοναρχία.»
Φράντισεκ Παλατσκύ, Απρίλιος 1848

«Οι Γιουγκοσλάβοι θέλουν να πάρουν την ελληνική Μακεδονία. Θέλουν επίσης την Αλβανία, ακόμη και τμήματα της Αυστρίας και της Ουγγαρίας. Είναι παράλογο. Δεν μου αρέσει ο τρόπος που δρουν.»
Ιωσήφ Στάλιν, 1945

«Ο Κόκκινος Στρατός χρειάστηκε μόνο μπότες για να φθάσει στη Βόρεια Θάλασσα.»
Ντένις Χήλυ

«Η ιδέα μιας ευρωπαϊκής τάξης πραγμάτων δεν είναι τεχνητό δημιούργημα της Γερμανίας αλλά αναγκαιότητα.»
Πωλ-Ανρί Σπάακ, Απρίλιος 1942

«Αυτό είναι κάτι που ξέρουμε βαθιά μέσα μας ότι δεν μπορούμε να το κάνουμε.»
Άντονυ Ηντεν, Ιανουάριος 1952

«Ο πόλεμος αυτός δεν είναι σαν τους προηγούμενους. Όποιος καταλαμβάνει μια περιοχή επιβάλλει σε αυτήν και στο δικό του κοινωνικό σύστημα. Ο καθένας επιβάλλει το σύστημά του μέχρι εκεί που μπορεί να φθάσει ο στρατός του. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς.» Ο περίφημος αφορισμός του Στάλιν -τον οποίο αναφέρει ο Μίλοβαν Τζίλας στο βιβλίο του Συνομιλίες με τον Στάλιν– δεν ήταν τόσο πρωτότυπος όσο φαινόταν. ο Β’ Παγκόσμιος δεν ήταν ο πρώτος ευρωπαϊκός πόλεμος στον οποίο τα αποτελέσματα των στρατιωτικών επιχειρήσεων καθόρισαν τα κοινωνικά συστήματα: οι θρησκευτικοί πόλεμοι του δέκατου έκτου αιώνα τελείωσαν το 1555 με τη συνθήκη ειρήνης του Άουγκσμπουργκ, που έδινε στους ηγεμόνες το δικαίωμα να επιβάλλουν στην επικράτειά τους τη θρησκεία της επιλογής τους σύμφωνα με την αρχή του cuius regio eius religio (όποιου η περιοχή, αυτού και η θρησκεία), ενώ στην αρχική φάση των ναπολεόντειων κατακτήσεων στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα οι στρατιωτικές επιτυχίες μεταφράζονταν πολύ γρήγορα σε κοινωνικές και θεσμικές επαναστάσεις με βάση το γαλλικό πρότυπο.

Εντούτοις, το τι εννοούσε ο Στάλιν ήταν ξεκάθαρο, και το κατέστησε σαφές στον Τζίλας πολύ πριν από την κατάληψη της εξουσίας από τους κομμουνιστές στην ανατολική Ευρώπη. Οι Σοβιετικοί είχαν πολεμήσει για να νικήσουν τη Γερμανία και να αποκαταστήσουν τη ρωσική κυριαρχία και ασφάλεια στα δυτικά σύνορα της χώρας. Ό,τι κι αν συνέβαινε στην ίδια τη Γερμανία, η περιοχή ανάμεσα στη Γερμανία και τη Ρωσία δεν μπορούσε να μείνει σε αβεβαιότητα. Τα εδάφη που σχημάτιζαν ένα τόξο από τη Φινλανδία έως τη Γιουγκοσλαβία περιλάμβαναν μικρά ευάλωτα κράτη των οποίων οι κυβερνήσεις (με την εν μέρει εξαίρεση της Τσεχοσλοβακίας) είχαν τηρήσει εχθρική στάση απέναντι στη Σοβιετική Ένωση κατά τον Μεσοπόλεμο.

Ιδίως η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Ρουμανία ήταν σταθερά εχθρικές απέναντι στη Μόσχα και αντιμετώπιζαν με καχυποψία τις διαθέσεις των Σοβιετικών απέναντί τους. Η μόνη αποδεκτή έκβαση για τον Στάλιν ήταν η εγκαθίδρυση -σε όσα τμήματα αυτής της περιοχής δεν είχαν προσαρτηθεί προληπτικά στην ίδια την ΕΣΣΔ- καθεστώτων στα οποία θα μπορούσε να βασίζεται ότι δεν θα αποτελούσαν ποτέ απειλή για τη σοβιετική ασφάλεια.

Όμως ο μόνος τρόπος για να εξασφαλιστεί μια τέτοια εξέλιξη ήταν να ευθυγραμμιστεί το πολιτικό σύστημα των κρατών της ανατολικής Ευρώπης με το σύστημα της Σοβιετικής Ένωσης, και αυτό ήθελε κι επιδίωκε εξαρχής ο Στάλιν. Από τη μια η επίτευξη αυτού του στόχου μπορεί να φαινόταν αρκετά απλή, αφού οι παλιές ελίτ σε χώρες όπως η Ρουμανία και η Ουγγαρία ήταν δυσφημισμένες και θα ήταν εύκολο να απομακρυνθούν για να γίνει μια νέα αρχή. Άλλωστε, σε πολλά μέρη ο σοβιετικός στρατός κατοχής έγινε αρχικά δεκτός ως απελευθερωτής και προάγγελος αλλαγών και μεταρρυθμίσεων.

Όμως, από την άλλη, η Σοβιετική ‘Ένωση δεν είχε μοχλούς επιρροής στις εσωτερικές υποθέσεις των Δυτικών γειτόνων της, πέρα από την εξουσία που της έδινε η πανίσχυρη στρατιωτική παρουσία της. Σε μεγάλο μέρος της περιοχής κατά τα προηγούμενα είκοσι πέντε χρόνια, η δημόσια παρουσία και πολιτική δράση των κομμουνιστών είχε κηρυχθεί παράνομη. Ακόμη και στις χώρες στις οποίες τα κομμουνιστικά κόμμα τους ήταν νόμιμα, η ταύτισή τους με τη Ρωσία και η άκαμπτη σεχταριστική τακτική την οποία τους είχε επιβάλει η Μόσχα κατά το μεγαλύτερο διάστημα μετά το 1927 τα είχαν περιορίσει στο περιθώριο της πολιτικής ζωής στην ανατολική Ευρώπη. Η Σοβιετική ‘Ένωση είχε συμβάλει ακόμη περισσότερο στην αποδυνάμωσή τους φυλακίζοντας και εκκαθαρίζοντας πολλούς Πολωνούς, Ούγγρους, Γιουγκοσλάβους και άλλους κομμουνιστές που είχαν καταφύγει στη Μόσχα. Στην περίπτωση των Πολωνών κομμουνιστών, εκκαθαρίστηκε σχεδόν όλη η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Πολωνίας της περιόδου του Μεσοπολέμου.

Έτσι, όταν ο Μάτιας Ράκοσι, ο ηγέτης του Κομμουνιστικού Κόμματος Ουγγαρίας, επέστρεψε από τη Μόσχα στη Βουδαπέστη τον Φεβρουάριο του 1945, μπορούσε να υπολογίζει στην υποστήριξη περίπου 4.000 κομμουνιστών στην Ουγγαρία. Στη Ρουμανία, σύμφωνα με τη Ρουμάνα κομμουνίστρια ηγέτιδα Ανα Πάουκερ, το κόμμα είχε λιγότερα από 1.000 μέλη σε συνολικό πληθυσμό σχεδόν 20 εκατ. Η κατάσταση δεν ήταν πολύ καλύτερη στη Βουλγαρία: τον Σεπτέμβριο του 1944 οι κομμουνιστές ήταν περίπου 8.000. Μόνο στις βιομηχανικές περιοχές της Βοημίας και στη Γιουγκοσλαβία, όπου το κόμμα είχε ταυτιστεί με τη νικηφόρα αντίσταση των παρτιζάνων, οι κομμουνιστές είχαν μαζική βάση.

Έτσι ο Στάλιν, ο οποίος ήταν πάντα επιφυλακτικός και εξακολουθούσε να διατηρεί καλές σχέσεις με τις δυτικές δυνάμεις, αρχικά ακολούθησε μια τακτική γνωστή ήδη από τα χρόνια του Λαϊκού Μετώπου της δεκαετίας του 1930 και από την πρακτική την οποία είχαν ακολουθήσει οι κομμουνιστές στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο: υποστήριξε τον σχηματισμό μετωπικών κυβερνήσεων συνασπισμού κομμουνιστών, σοσιαλιστών και άλλων «αντιφασιστικών» κομμάτων, οι οποίες θα εκδίωκαν και θα τιμωρούσαν το παλιό καθεστώς και τους υποστηρικτές του, αλλά θα ήταν μετριοπαθείς και «δημοκρατικές», μάλλον ρεφορμιστικές, παρά επαναστατικές. Στο τέλος του πολέμου ή λίγο μετά, σε όλες τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης υπήρχαν τέτοιες κυβερνήσεις συνασπισμού.

Εφόσον οι ερευνητές εξακολουθούν να διαφωνούν σχετικά με το ποιος ευθύνεται για τη διαίρεση της Ευρώπης, ίσως αξίζει να τονίσουμε ότι ούτε ο Στάλιν ούτε οι τοπικοί εκπρόσωποί του είχαν καμιά αμφιβολία για τον μακροπρόθεσμο στόχο τους. Οι συνασπισμοί ήταν το όχημα για την κατάληψη της εξουσίας από τα κομμουνιστικά κόμματα σε μια περιοχή στην οποία δεν είχαν ιστορικά μεγάλη δύναμη• αποτελούσαν απλώς μέσο για την επίτευξη αυτού του στόχου. Το 1945 ο Βάλτερ Ούλμπριχτ, ηγέτης των Ανατολικογερμανών κομμουνιστών, εξηγούσε κατ’ ιδίαν στους οπαδούς του που δήλωναν ότι ήταν μπερδεμένοι με την πολιτική του κόμματος: «Είναι τελείως σαφές. Πρέπει να δείχνει δημοκρατική, αλλά πρέπει να έχουμε τα πάντα υπό τον έλεγχό μας.»

Στην πραγματικότητα ο έλεγχος ήταν πολύ σημαντικότερος από την πολιτική. Δεν ήταν τυχαίο που σε όλες τις κυβερνήσεις συνασπισμού – «Πατριωτικό Μέτωπο», «Κυβέρνηση Ενότητας» ή «συνασπισμός αντιφασιστικών κομμάτων»- στην ανατολική Ευρώπη οι κομμουνιστές επιδίωκαν να ελέγχουν ορισμένα καίρια υπουργεία: το υπουργείο Εσωτερικών, που εξασφάλιζε στο κόμμα τον έλεγχο της αστυνομίας και των σωμάτων ασφαλείας, καθώς και την εξουσία να χορηγεί ή να αναστέλλει άδειες για την έκδοση εφημερίδων• το υπουργείο Δικαιοσύνης, που επέτρεπε τον έλεγχο των εκκαθαρίσεων, των δικαστηρίων και των δικαστών• και το υπουργείο Γεωργίας, που διαχειριζόταν τις αγροτικές μεταρρυθμίσεις και τους αναδασμούς και άρα έδινε στους κομμουνιστές τη δυνατότητα να παρέχουν «εξυπηρετήσεις» και να εξαγοράζουν την αφοσίωση εκατομμυρίων αγροτών. Οι κομμουνιστές φρόντιζαν επίσης να κατέχουν καίριες θέσεις στις επιτροπές αποναζιστικοποίησης, στις τοπικές επιτροπές και στα συνδικάτα.

Οι κομμουνιστές της ανατολικής Ευρώπης δεν βιάζονταν να διεκδικήσουν τα αξιώματα του προέδρου, του πρωθυπουργού ή του υπουργού Εξωτερικών και συχνά προτιμούσαν να αφήνουν αυτές τις θέσεις στους συμμάχους τους από τα σοσιαλιστικά, αγροτικά ή φιλελεύθερα κόμματα. Αυτό αντανακλούσε την αρχική μεταπολεμική κατανομή των κυβερνητικών θέσεων -με τους κομμουνιστές να είναι μειοψηφία- και καθησύχαζε τους Δυτικούς παρατηρητές. Ο πληθυσμός αυτών των χωρών δεν ξεγελάστηκε και πήρε τα μέτρα του -στα τέλη του 1945 τα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρουμανίας ανέρχονταν σε 800.000- αλλά από πολλές απόψεις η κομμουνιστική στρατηγική ήταν πράγματι καθησυχαστικά μετριοπαθής. Αντί το κόμμα να προχωρήσει στην κολεκτιβοποίηση της γης, προώθησε το μοίρασμα της γης στους ακτήμονες. Πέρα από τη δήμευση της περιουσίας των «φασιστών», το κόμμα δεν πίεζε για εθνικοποιήσεις ή κρατικοποιήσεις -σίγουρα όχι περισσότερο και συνήθως μάλλον λιγότερο από ό,τι ορισμένοι εταίροι του στις κυβερνήσεις συνασπισμού. Ακόμη και για τον στόχο του «σοσιαλισμού» δεν γίνονταν και πολλές συζητήσεις.

Το 1945 και το 1946 ο διακηρυγμένος στόχος των κομμουνιστών ήταν να «ολοκληρώσουν» τις ημιτελείς αστικές επαναστάσεις του 1848, να αναδιανείμουν την ιδιοκτησία, να διασφαλίσουν την ισότητα και τα δημοκρατικά δικαιώματα σε ένα τμήμα της Ευρώπης στο οποίο όλα αυτά ήταν σχεδόν πρωτόγνωρα. Επιφανειακά τουλάχιστον, αυτοί οι στόχοι ήταν εύλογοι και είχαν απήχηση σε πολλούς ανθρώπους στην ανατολική Ευρώπη, αλλά και στη δυτική Ευρώπη, που ήταν θετικά διακείμενη απέναντι στον Στάλιν και στους σκοπούς του. Ωστόσο η απήχηση των ίδιων των κομμουνιστών μειώθηκε απότομα ύστερα από μια σειρά δημοτικές και βουλευτικές εκλογές στην ανατολική Γερμανία, την Αυστρία και την Ουγγαρία. Εκεί έγινε σαφές από πολύ νωρίς (στην περίπτωση της Ουγγαρίας από τις δημοτικές εκλογές της Βουδαπέστης τον Νοέμβριο του 1945) πως, παρότι είχαν καταφέρει να διεισδύσουν σε θέσεις με εθνική επιρροή, οι κομμουνιστές δεν θα κατόρθωναν ποτέ να πάρουν την εξουσία με εκλογές. Παρά το πλεονέκτημα που τους έδινε η στρατιωτική κατοχή και η οικονομική υποστήριξη, οι κομμουνιστές υποψήφιοι ηττώνταν σταθερά από τους εκπροσώπους των παλαιών φιλελεύθερων, σοσιαλδημοκρατικών και αγροτικών Κομμάτων και κομμάτων μικροϊδιοκτητών.

Το αποτέλεσμα ήταν να υιοθετήσουν τα κομμουνιστικά κόμματα μια στρατηγική συγκαλυμμένων πιέσεων, που εξελίχθηκαν σε απροκάλυπτη τρομοκρατία και καταστολή. Κατά τη διάρκεια του 1946 και 1947 οι εκλογικοί αντίπαλοί τους δυσφημίστηκαν, απειλήθηκαν, κακοποιήθηκαν, συνελήφθησαν, δικάστηκαν ως (φασίστες» ή «συνεργάτες» των φασιστών, φυλακίστηκαν ή και εκτελέστηκαν. «Λαϊκές» πολιτοφυλακές βοήθησαν να δημιουργηθεί κλίμα φόβου και ανασφάλειας, το οποίο οι κομμουνιστές χρέωναν στους πολιτικούς αντιπάλους τους. Ευάλωτοι ή μη δημοφιλείς πολιτικοί προερχόμενοι από μη κομμουνιστικά κόμματα γίνονταν στόχος δημόσιου εξευτελισμού, ενώ σι συνάδελφοί τους συναινούσαν σε αυτή την κακομεταχείριση, με την ελπίδα ότι δεν θα έπεφταν και οι ίδιοι θύμα της.

Έτσι, στη Βουλγαρία ήδη το καλοκαίρι του 1946, 7 από τα 22 μέλη του Προεδρείου της Αγροτικής Ένωσης και 35 από τα 80 μέλη της Διοικούσας Επιτροπής της βρίσκονταν στη φυλακή. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές κατηγορίες ήταν αυτή που απαγγέλθηκε στον Κούνεφ, δημοσιογράφο της Αγροτικής Ένωσης, τον οποίο κατηγόρησαν ότι σε άρθρο του είχε «αποκαλέσει με πραγματικά εγκληματικό τρόπο τα μέλη της βουλγαρικής κυβέρνησης πολιτικούς και οικονομικούς αιθεροβάμονες».

Τα αγροτικά, φιλελεύθερα και άλλα παραδοσιακά κόμματα αποδείχθηκαν εύκολος στόχος, αφού τα κατηγόρησαν συλλήβδην ως φασιστικά ή αντεθνικά και σταδιακά τα έβγαλαν από τη μέση. Πιο πολύπλοκο εμπόδιο για τις φιλοδοξίες των κομμουνιστών ήταν τα σοσιαλιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, που είχαν τις ίδιες μεταρρυθμιστικές βλέψεις με τους κομμουνιστές. Δεν ήταν εύκολο να κατηγορήσουν τους σοσιαλδημοκράτες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης ότι ήταν φασίστες ή είχαν συνεργαστεί με τα φασιστικά καθεστώτα, αφού συνήθως είχαν υποστεί τις ίδιες διώξεις με τους κομμουνιστές. Εξάλλου, στην κατεξοχήν αγροτική ανατολική Ευρώπη, η μικρή βιομηχανική εργατική τάξη υποστήριζε κατά παράδοση τους σοσιαλιστές, και όχι τους κομμουνιστές. Έτσι, εφόσον δεν ήταν εύκολο να νικήσουν τους σοσιαλιστές, οι κομμουνιστές επέλεξαν να ενωθούν μαζί τους.

Ή μάλλον να κάνουν τους σοσιαλιστές να ενωθούν μαζί τους. Ήταν ένα έξυπνο τέχνασμα των κομμουνιστών. Η αρχική τακτική του Λένιν, από το 1918 έως το 1921, ήταν να διασπάσει τα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα, να συσπειρώσει τα ριζοσπαστικά αριστερά στοιχεία στα νεοσύστατα κομμουνιστικά κόμματα και να καταδικάσει τα κολοβά πια σοσιαλιστικά κόμματα ως αντιδραστικά και ξεπερασμένα από την ιστορία. Όμως όταν τις επόμενες δύο δεκαετίες αποδείχθηκε ότι τα κομμουνιστικά κόμματα ήταν μειοψηφικά, η τακτική της Μόσχας άλλαξε, και οι κομμουνιστές άρχισαν να προτείνουν στα (κατά κανόνα μεγαλύτερα) σοσιαλιστικά κόμματα την προοπτική της «ενότητας» της αριστεράς αλλά υπό την αιγίδα των κομμουνιστών. Στη συγκυρία της μεταπολεμικής ανατολικής Ευρώπης, πολλοί σοσιαλιστές θεώρησαν λογική αυτή την πρόταση.

Ακόμη και στη δυτική Ευρώπη ορισμένα μέλη της αριστερής τάσης του γαλλικού και του ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος δελεάστηκαν από τις προσκλήσεις των κομμουνιστών για συγχώνευση σε ενιαίο πολιτικό φορέα. Στην ανατολική Ευρώπη η πίεση αποδείχθηκε κυριολεκτικά ακαταμάχητη. Η διαδικασία ξεκίνησε στη σοβιετική ζώνη κατοχής της Γερμανίας, όπου (σε μια μυστική συνάντηση στη Μόσχα τον Φεβρουάριο του 1946) οι κομμουνιστές αποφάσισαν τη συγχώνευση με τους πολυπληθέστερους σοσιαλιστές «συμμάχους» τους. Η συγχώνευση αυτή ολοκληρώθηκε δύο μήνες αργότερα, με τη δημιουργία του Ενοποιημένου Σοσιαλιστικού Κόμματος (είναι χαρακτηριστικό ότι στις συγχωνεύσεις αυτές τα νεοπαγή κόμματα απέφευγαν τον όρο «κομμουνιστικό»). Αρκετοί πρώην ηγέτες των σοσιαλδημοκρατών στην ανατολική Γερμανία επέδειξαν δεκτικότητα και πήραν τιμητικές θέσεις στο νέο κόμμα και στην κυβέρνηση που σχηματίστηκε στη συνέχεια. Οι σοσιαλιστές που διαμαρτυρήθηκαν ή αντιτάχθηκαν στο νέο κόμμα καταγγέλθηκαν, εκδιώχθηκαν και σε κάθε περίπτωση εξαναγκάστηκαν σε αποχή από τον δημόσιο βίο ή σε εξορία.

Στον υπόλοιπο σοβιετικό συνασπισμό αυτές οι «ενώσεις» σοσιαλιστών-κομμουνιστών, παρόμοια δομημένες, πραγματοποιήθηκαν λίγο αργότερα, το 1948: στη Ρουμανία τον Φεβρουάριο του 1948, στην Ουγγαρία και την Τσεχοσλοβακία τον Ιούνιο, στη Βουλγαρία τον Αύγουστο και στην Πολωνία τον Δεκέμβριο. Έως τότε τα σοσιαλιστικά κόμματα είχαν γνωρίσει αλλεπάλληλες διασπάσεις εξαιτίας του ζητήματος της συγχώνευσης, με αποτέλεσμα να έχουν πάψει να αποτελούν υπολογίσιμη πολιτική δύναμη στη χώρα τους πολύ πριν εξαφανιστούν τελείως. Και, όπως στη Γερμανία, οι πρώην σοσιαλδημοκράτες που συνενώθηκαν με τους κομμουνιστές ανταμείφθηκαν με κενούς τίτλους: ο πρώτος αρχηγός του κράτους στην κομμουνιστική Ουγγαρία, που διορίστηκε στις 30 Ιουλίου 1948, ήταν ο πρώην σοσιαλιστής Άρπαντ Σόκοσιτς.

Οι σοσιαλδημοκράτες της ανατολικής Ευρώπης ήταν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Οι σοσιαλιστές της Δύσης τούς ενθάρρυναν συχνά να συγχωνευτούν με τους κομμουνιστές, είτε επειδή πίστευαν αφελώς ότι έτσι θα ωφελούνταν όλοι είτε επειδή ήλπιζαν ότι θα επηρέαζαν τη συμπεριφορά των κομμουνιστών προς πιο μετριοπαθείς κατευθύνσεις. Μέχρι το 1947 τα ανεξάρτητα σοσιαλιστικά κόμματα της Ανατολικής Ευρώπης (δηλαδή οι σοσιαλιστές που αρνούνταν να συνεργαστούν με τους κομμουνιστές συντρόφους τους) ήταν αποκλεισμένα από τις διεθνείς σοσιαλιστικές οργανώσεις, με την αιτιολογία ότι αποτελούσαν πρόσκομμα στη συμμαχία των «προοδευτικών» δυνάμεων. Στο μεταξύ, στο εσωτερικό των χωρών τους υποβάλλονταν σε ταπεινώσεις και βία. Ακόμη και όταν αποδέχθηκαν την ένωση με τους κομμουνιστές, η κατάστασή τους βελτιώθηκε ελάχιστα. Στο συνέδριο «συγχώνευσης» των δύο κομμάτων στη Ρουμανία τον Φεβρουάριο του 1948 η κομμουνίστρια ηγέτιδα Άνα Πάουκερ κατηγόρησε τους πρώην σοσιαλιστές συντρόφους της για συστηματικό σαμποτάζ, δουλικότητα απέναντι στις αντιδραστικές κυβερνήσεις και αντισοβιετικές «συκοφαντίες».

Μετά από τον αποδεκατισμό, τη φυλάκιση ή την ενσωμάτωση των κύριων αντιπάλων τους, οι κομμουνιστές τα πήγαν πράγματι καλύτερα στις εκλογές του 1947 και στις επόμενες, χάρη και στις βίαιες επιθέσεις εναντίον των εναπομεινάντων αντιπάλων τους, στους εκφοβισμούς στα εκλογικά τμήματα και στις σκανδαλώδεις εκλογικές νοθείες. Κατά κανόνα ακολουθούσε ο σχηματισμός κυβερνήσεων στις οποίες ηγεμόνευαν πλέον σαφώς τα κομμουνιστικά κόμματα ή τα νεοσυσταθέντα «Εργατικά» ή «Ενοποιημένα» κόμματα. Οι εταίροι τους στον συνασπισμό, αν υπήρχαν, περιορίζονταν σε τυπικούς και κενούς ρόλους. Σε εναρμόνιση με αυτή τη μετάβαση από συνασπισμούς ενιαίου μετώπου στο κομμουνιστικό μονοπώλιο της εξουσίας, η σοβιετική στρατηγική το 1948 και 1949 επανήλθε σε μια ριζοσπαστική πολιτική κρατικού ελέγχου, κολεκτιβοποίησης, καταστροφής της μεσαίας τάξης, εκκαθαρίσεων και διώξεων πραγματικών και φανταστικών αντιπάλων.

Η κατάληψη της εξουσίας από τους κομμουνιστές στην ανατολική Ευρώπη ακολούθησε την ίδια διαδικασία σε όλες τις χώρες της περιοχής. Κατά κανόνα, ο Στάλιν δεν λάμβανε υπόψη στους υπολογισμούς του τις εθνικές διαφοροποιήσεις. Εκεί όπου οι κομμουνιστές μπορούσαν εύλογα να ελπίζουν ότι θα εξασφάλιζαν την εξουσία με νόμιμα ή φαινομενικά νόμιμα μέσα, φαίνεται ότι ο Στάλιν προτιμούσε αυτή τη διαδικασία, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου του 1947. Ωστόσο, το ζητούμενο ήταν η κατάκτηση της εξουσίας, και όχι η νομιμότητα, γι’ αυτό οι κομμουνιστές, όταν φαινόταν ότι θα έχαναν στην εκλογική αναμέτρηση, επέλεγαν τακτικές σύγκρουσης αψηφώντας τους νομικούς και πολιτικούς περιορισμούς, ακόμη και με κόστος την απώλεια της συμπάθειας για αυτούς στο εξωτερικό.

Παρά ταύτα υπήρχαν σημαντικές διαφοροποιήσεις από χώρα σε χώρα. Στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία η σοβιετική ανάμειξη ήταν εντονότερη, εν μέρει επειδή και οι δύο αυτές χώρες είχαν πολεμήσει εναντίον της ΕΣΣΔ, εν μέρει επειδή οι ντόπιοι κομμουνιστές ήταν πολύ αδύναμοι, κυρίως όμως επειδή ήταν προφανές εξαρχής ότι λόγω γεωγραφικής θέσης υπάγονταν στη σοβιετική σφαίρα. Στη Βουλγαρία ήδη τον Οκτώβριο του 1946 ο κομμουνιστής ηγέτης (και πρώην Γραμματέας της Κομμουνιστικής Διεθνούς) Γκεόργκι Δημητρόφ είχε διακηρύξει χωρίς περιστροφές ότι όποιος ψήφιζε την αντικομμουνιστική αντιπολίτευση θα θεωρούνταν προδότης. Παρά ταύτα στις επόμενες εκλογές οι αντίπαλοι των κομμουνιστών κέρδισαν 101 από τις 465 βουλευτικές έδρες. Όμως η αντιπολίτευση ήταν καταδικασμένη εκ των προτέρων, αφού το μόνο που εμπόδιζε τις δυνάμεις κατοχής του Κόκκινου Στρατού και τους ντόπιους συμμάχους τους να καταπνίξουν ανοιχτά και αμέσως κάθε διαφωνία ήταν η ανάγκη να συνεργαστούν με τους Δυτικούς συμμάχους για τη σύναψη συνθήκης ειρήνης με τη Βουλγαρία και να
εξασφαλίσουν ότι οι Άγγλοι και οι Αμερικανοί θα αναγνώριζαν την κυβέρνηση υπό την ηγεσία των κομμουνιστών ως τη νόμιμη εξουσία στη Βουλγαρία.

Μετά την υπογραφή των συνθηκών ειρήνης οι κομμουνιστές δεν είχαν πλέον κανέναν λόγο να περιμένουν, και το χρονικό των γεγονότων είναι αποκαλυπτικό. Στις 5 Ιουνίου 1947 η Γερουσία των ΗΠΑ επικύρωσε τις συνθήκες ειρήνης του Παρισιού με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Ουγγαρία, τη Φινλανδία και την Ιταλία, παρά τους φόβους και τις ανησυχίες των Αμερικανών διπλωματών στη Σόφια και στο Βουκουρέστι. Την επόμενη ημέρα συνελήφθη ο σημαντικότερος αντικομμουνιστής πολιτικός της Βουλγαρίας, ο ηγέτης της Αγροτικής Ένωσης, Νικόλα Πέτκοφ, που είχε αρνηθεί να ακολουθήσει τα πιο «πρόθυμα» μέλη του κόμματός του στο Πατριωτικό Μέτωπο των κομμουνιστών. Η δίκη του διήρκεσε από τις 5 έως τις 15 Αυγούστου. Στις 15 Σεπτεμβρίου τέθηκε επισήμως σε ισχύ η συνθήκη ειρήνης με τη Βουλγαρία, και τέσσερις μέρες αργότερα σοι ΗΠΑ αποφάσισαν τη διπλωματική αναγνώριση της κυβέρνησης της Σόφιας. Μέσα σε 96 ώρες ο Πέτκοφ εκτελέστηκε, αφού η εκτέλεση της ποινής του είχε καθυστερήσει εν αναμονή της επίσημης ανακοίνωσης των Αμερικανών. Με τον Πέτκοφ «νόμιμα» δολοφονημένο, οι Βούλγαροι κομμουνιστές δεν είχαν να φοβούνται πλέον κανένα άλλο εμπόδιο. Όπως σχολίαζε εκ των υστέρων ο Σοβιετικός στρατηγός Μπιριούζοφ σε μια συζήτηση για την υποστήριξη την οποία παρείχε ο Κόκκινος Στρατός στους Βουλγάρους κομμουνιστές εναντίον των «αστικών» κομμάτων: «Δεν είχαμε το δικαίωμα να αρνηθούμε τη βοήθειά μας στις προσπάθειες του βουλγαρικού λαού να συνθλίψει αυτό το ερπετό.»

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Tony Judt: «Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο», 2005.
Εκδόσεις: Καθημερινή. Τόμος Α΄ Κεφάλαιο V

Ο Τόνυ Τζαντ* αφηγείται με σαφήνεια και πυκνότητα αυτή την πολυσύνθετη ιστορία, όπως ξετυλίγεται κάτω από τη μόνιμη σκιά του ίδιου του πολέμου: την ανόρθωση της Ευρώπης μέσα από τα ερείπια, τις αποκλίνουσες εμπειρίες της Ανατολικής και της Δυτικής Ευρώπης, την παρακμή και την πτώση του σοβιετικού καθεστώτος και την άνοδο της ΕΟΚ και της ΕΕ, το τέλος των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών, τις μεταβαλλόμενες σχέσεις της Ευρώπης με τις δύο μεγάλες δυνάμεις που την περιβάλλουν, τη Ρωσία και την Αμερική.

*0 Τόνυ Τζαντ γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1948. Σπούδασε στο King’ s College του Καίμπριτζ και στην Ecole Normale Superieure του Παρισιού. Δίδαξε στα Πανεπιστήμια του Καίμπριτζ, της Οξφόρδης, του Μπέρκλεϋ και της Νέας Υόρκης· στο τελευταίο ίδρυσε και διηύθυνε το Ινστιτούτο Ρεμάρκ για τη μελέτη της Ευρώπης. Έγραφε συχνά για το «New York Review of Books», το «London Review of Books» και τους «Times» Νέας Υόρκης. Το 2007 του απονεμήθηκε το Βραβείο Χάνα Άρεντ και το 2009 το Βραβείο Όργουελ για τη συνολική προσφορά του. Πέθανε τον Αύγουστο του 2010. Είναι ο συγγραφέας, μεταξύ πολλών άλλων, του «Postwar: A History of Europe Since 1945» (Βραβείο Arthur Ross του Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων και ένα από τα δέκα καλύτερα βιβλία του 2005 για το «Times Literary Supplement».)

Προηγουμενο αρθρο
Συνέντευξη τύπου Τηλυκράτη εν όψει του αγώνα με την ΑΕ Λευκίμμης
Επομενο αρθρο
Στους 6 ομορφότερους της Ελλάδας οι καταρράκτες του Δημοσάρη στο Νυδρί Λευκάδας

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *