HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΗ Φύσις και οι Άνθρωποι στολίζουν τη Λευκάδα

Η Φύσις και οι Άνθρωποι στολίζουν τη Λευκάδα

Της Πηνελόπης Κοψιδά

Γεννημένος στο Δρυμώνα Λευκάδας το 1896 ο Άγγελος Φίλιππας, υπήρξε νομικός, αξιωματικός του στρατού και δημοσιογράφος. Επί έτη συνεργάστηκε με την εφημερίδα «Εμπρός», από όπου και το άρθρο του 1950 που ακολουθεί. Πρόκειται για μια περιγραφή του ανατολικού τμήματος του νησιού μας και της θάλασσας που το χωρίζει από την Ακαρνανική ακτή, όπως αυτός το κράτησε μέσα του την θαυμάσια ώρα της δύσης του ήλιου και της ανατολής των άστρων στο κανάλι. Ένα κείμενο με λόγο ποιητικό που το χαρακτηρίζει ο έντονος λυρισμός. Υποβλητικές λέξεις που σχηματίζουν πλούσιες, εκστατικές εικόνες, μεταφέρουν στον αναγνώστη την εσωτερική ψυχική κατάσταση του λογοτέχνη. Μουσικότητα και φαντασία στο λόγο του, συνθέτουν εξαίσιους ζωγραφικούς πίνακες που μας καθηλώνουν, συνδέοντας την αίσθηση του συγγραφέα με την υπέροχη ρεαλιστική εικόνα του φυσικού περιβάλλοντος του νησιού, πλουτίζοντας έτσι τη φαντασία μας με επιβλητικά οράματα.

«Η Ακαρνανία αποκαμωμένη από το τραχύ έργο της, από το άγριο μεγαλείο που δημιούργησε με τις εξάρσεις του εδάφους της, τις μυτερές κορυφές, τους πετρωμένους Τιτάνες των βράχων, επεθύμησε ένα ιδιαίτερο ενδιαίτημα όπου οι φύσεις των ανθρώπων θα πραϋνοντο, οι αισθήσεις θα ελεπτύνοντο και οι ψυχές θα ησθάνοντο την ευφροσύνην που γεννά η γελαστή όψις της φύσεως. Έστησε λοιπόν τον βραχίονά της, το νησί της Λευκάδας, ασπίδα κατά της ορμής του Ιονίου πελάγους, αφού τον απεμάκρυνεν ολίγον από τον ώμον της, στην αρχή της εισόδου του Αμβρακικού κόλπου. Ώρθωσε προς την δύσιν του νησιού μίαν φυσικήν έπαλξιν από τον γυμνόν γρανίτην του Αγίου Ηλία, ετοποθέτησε σε συνεχές μέτωπον φρουρούς τα βουνά – αντερείσματά του και τα εξέτεινεν από του ακρωτηρίου Αγίου Ιωάννου προς βορράν, μέχρι του λευκάζοντος ακρωτηρίου Λευκάτα, αυτού ακριβώς, που η ποιητική φύσις της Σαπφούς τον εδιάλαξεν άξιον βωμόν θυσίας προς τον έρωτα. Υπό την προστασίαν του φυσικού αυτού τείχους εφιλοτέχνησεν ανάμεσά του και των δυτικών ακτών της, μέσα στο λίκνον αυτό της αγκάλης της μίαν σκηνογραφίαν:

Διαβάθμισε τους όγκους μέχρι το ύψος των μαγευτικών λοφίσκων του Κούλουμου και, πολύ χαμηλά ακόμη, μέχρι του κάμπου της πόλεως Λευκάδος. Εμαλάκωσε τις κορυφογραμμές, ετοποθέτησε συστάδες, ύψωσε μιναρέδες τα κυπαρίσσια, ελάξευσε κόγχες, εξέτεινε ταράτσες πάνω από σχήματα και χρώματα μωσαϊκών, με τα οποία η σκαπάνη της παραγωγικής δραστηριότητας του ανθρώπου εκόσμησε γήϊνους πυθμένες κανίστρων στο κάμπο της Καρυάς, αυτών που εσχημάτισαν χειροπιασμένα βουνά αμπελόφυτα και εδημιούργησε συγκροτήματα, όπως το επτάλοφον των Σφακιωτών, που τη γραφικότητά του ετόνισαν οι άνθρωποι της υπαίθρου με τα αφελή κτίσματα των χωριών τους. Κάτω από την στέγην των οι αναπαραγωγοί αυτοί της φύσεως λησμονούν τον μόχθον και ανανεώνουν τις δυνάμεις των για να καλλιτεχνήσουν την όψιν της μητρός γης με γεωμετρικά σχήματα και αναβαθμίδες. Εκεί η άνοιξις κεντά τις μορφές της νεανικής ζωής του πρασίνου, το θέρος εκθέτει την ωριμότητά του και το φθινόπωρον απλώνει την μελαγχολία του. Εσκόρπισεν έπειτα κυρίαρχο το σύμβολον της ειρήνης – την ελιά. Αυτή μετεμόρφωσε τον κάμπον της Λευκάδος σε Άτλαντα που βαστά με το δάσος των υψωμένων χεριών του τα αργυροπράσινα κύματα των φυλλωμάτων της.

*****

Με μια πλατειά ζώνη αμμουδιάς ζυμωμένης με τον αφρό των κυμάτων έκλεισε το βόρειο άνοιγμα της αγκάλης και άφησε μόνον ένα άνοιγμα για να γεμίζει το Ιόνιον τη ρηχή υδρία της λίμνης της Λευκάδος. Διπλή η εικών, διπλή η συγκίνησι για όποιον απολαμβάνει το θέαμα από την αμμουδιά της. Από τον μακρινόν, ανεμπόδιστον ορίζοντα του Ζεφύρου, επέρχονται κυματιστές οι βαθυγάλανες χαίτες του καλπάζοντος πόντου, που εκεί μόνον, μπροστά στα πόδια του θεατού, σβήνει την απειλήν του, σ΄ένα πολύβουο άφρισμα, το απορροφητικό σφουγγάρι της αμμουδιάς – ενώ ένας ήλιος πελώριος, ζωγραφιστός, κατακόκκινος, χωρίς λάμψι, κατεβαίνει αργά στον υγρό τάφο του μέσα στο εσπερινό θυμίαμα που αναπέμπει η γη για το αργό σβήσιμο και κάθε άλλης μορφής που παίρνει εκείνος μαζί του στον άλλον κόσμο. Πόσον αληθινά αποκάλυψε στο Σίλλερ η αίσθησί του την ουσία του μεγαλείου: – είναι αυτό το φοβερό που νοιώθουμε όλη την απειλή του από ασφαλές μέρος… Εδώ συλλαμβάνει κανείς πως οι αρχαίοι έπλασαν τους θεούς των – και συγκεκριμένα το θεό της θαλάσσης, τον Ποσειδώνα και τ΄άλογά του…

Στρέφεις κι η εικών αλλάσσει. Εκεί, πάλιν μπροστά στα πόδια σου, η λίμνη απλώνει τον άυλο ειρηνικό πίνακά της, που τον συνθέτουν τα γιούλια τ΄ουρανού, τα ρόδα που σκόρπισε ο ήλιος στον αποχαιρετισμό του, οι μορφές των βουνών, των μύλων με τ΄απλωμένα χέρια, της Γύρας, της Λάμιας, που βιαστικά τις εμπιστεύονται στον καθρέφτη της λίμνης για μια νύχτα. Κυλάει σε λίγο κι ο Αποσπερίτης τη λάμψι του, τρεμουλιαστό χρυσαυλάκι…

*****

Αποχωρίζεται τώρα, εκεί στον Παλιοχαλιά, από το σμίξιμο της αγκάλης το διάγραμμα της ακτής και ξανοίγεται στην εσωτερική θάλασσα των αντικρυστών ακτών χωρίζοντας το πράσινο από το γαλάζιο. Στην ευαίσθητη επιφάνειά της ζωγραφίζει η αυγή την υδατογραφία του ξυπνήματός της και τις μορφές των σκορπισμένων μικρονησιών που αιωρούνται γαλάζια μεσ΄ στα γαλάζια. Και πριν ακόμα στρέψει προς Νότον για να σχεδιάσει τα τρία δάκτυλα των ακρωτηρίων που τείνονται να θίξουν την Ιθάκη, νοσταλγεί μια εσωτερική απομόνωσι, κάποιο θέλγητρο αποκλειστικά για τον εαυτό της. Ακολουθεί τους σκιερούς Σκάρους, εισχωρεί βαθειά, προς δυσμάς, στο μυχό του Βλυχού, κάμπτει έπειτα προς νότον, σχηματίζει ένα θύλακα, μιμείται τους μαιάνδρους και απλώνει αποχαιρετιστήριο το χέρι της, την Αγία Κυριακή, στο απέναντι Νυδρί, προτού ξαναδή τη θάλασσα εκεί σχεδόν που την εγκατέλειψε.

Έβαλε και φρουρούς του μυχού. Την είσοδόν του στεφανώνουν τρία νησάκια: Η Μαδουρή – ένα πανέρι δασόφυτα μέσα στη θάλασσα. Η φύσις αφέθηκ΄ εκεί ανενόχλητη ν΄αναστήσει μια ποικιλία ζωής – κι αυτή την έκαμε εργαστήριο ενός φυσιολάτρου καλλιτέχνου. Εδοκίμασε τη φαντασία της στη δημιουργία κορμών και φυλλωμάτων, από των πολύκλαδων θάμνων μέχρι της βαθυπράσινης κονδυλιάς των κυπαρισσιών κι από των φωτεινοπράσινων μανιταριών που συνθέτουν τις βελονωτές φούντες των πεύκων, μέχρι της ανεμιστής σκιάδος των πλατάνων. Πού αλλού θα εμπιστευόταν ο Βαλαωρίτης την έμπνευσή του, παρά στο νησάκι αυτό; Το σπίτι του τώρα σκεπασμένο με το μαντήλι του κισσού και τους γυρτούς επάνω του θόλους των κλώνων αιωνοβίων δένδρων, με την όψι μαυρισμένη, κρύβει κατάκλειστο τον καϋμό της αναμνήσεώς του και ζωγραφίζει τη θλίψι του σκυμμένο πάνω στην κρυσταλλένια ακτή που ασπάζεται κρυφομιλητά τα θεμέλιά του. Πιο πέρα ο Σκορπιός έχει ξαπλώσει τεμπέλικα το σώμα και την ουρά του, κι ανάμεσα η Σπάρτη επιδεικνύει με φιλαρέσκεια τα δείγματα της φροντίδος του ανθρώπου.

Μέσα σ΄αυτή τη μικρογραφία μιας πραγματικής ανοιχτής θαλάσσης ανοίγεις την άσπρη φτερούγα της βάρκας και ταξιδεύεις – ταξιδεύεις ένα πολυήμερο ταξίδι μέσα σε δύο ώρες. Προσεγγίζεις κατοικημένα λιμανάκια, κόρφους, αμμουδιές, αλλάζεις κάθε λεπτό εντυπώσεις κι απολαμβάνεις τα ζωγραφικά και πλαστικά εκθέματα της φύσεως πάνω στα πολύμορφα τοπία της.

*****

Θαλασσογραφία πολύπτυχη η λεκάνη εκείνη μεταξύ Λευκάδος και Ακαρνανίας, με την ζώνην της αμμουδιάς ανοικτήν προς τον Ζέφυρον. Δεν είναι μια λωρίδα ερήμου η αμμουδιά της Λευκάδας. Είναι εύρημα της φύσεως – αποτέλεσμα μακράς, λεπτής επεξεργασίας του πόντου για ν΄αναπαύεται από την ορμητική πορεία του στα σεντόνια του αφρού του που διαρκώς αναδιπλώνονται στην πέντε χιλιομέτρων μαλακή αγκαλιά της… Είναι το βάθρον από όπου μπορείς να θαυμάσεις τους ζωγραφικούς πίνακες που υψώνει εις το βάθος η τέχνη της φύσεως.


Ξαπλωμένος στο αναπαυτικό στρώμα της αμμουδιάς, την ώρα που τα χρώματα έχουν εξαντλήσει όλες τις διαβαθμίσεις των αποχρώσεών των και η Λάμια έχει ξεντυθεί και ρίξει στα πόδια της πάνω στο κανάλι τη σκιερή μορφή της να την κεντήσει η πούλια, αισθάνεσαι ότι φέρεσαι «επί των υδάτων» μέσα στο χάος. Ας αγναντεύεις τα φώτα της παραλίας της πόλεως στην άλλη όχθη της λίμνης και του λιμένος, ας μαντεύεις γύρω σου τα γνώριμα στερεά σχήματα της γης, ας αρχίζει εκεί παρακάτω ο δρόμος με τους περιπατητάς του, ας ρίχνουν το πράσινο και το άσπρο φως των οι δύο αντικρυστοί φάροι, που οδηγούν τα πλοία στην είσοδο προς το ήσυχο λιμάνι. Εσύ νοιώθεις τη συγκίνηση της μετεωρίσεως της ψυχής μέσα στο σύμπαν, της προσεγγίσεώς της στον προθάλαμο των μυστικών της δημιουργίας, όπως τα κρυφομιλούν τ΄αστέρια με το γοργό παίξιμο των ασημένιων αχτίδων των ματιών των…

*****

Μισή ώρα ήρεμης πλεύσεως διαρκεί η απόλαυσις από τη γέφυρα του πλοίου κατά τη διαδρομή του αύλακος προς την έξοδο του κλειστού αυτού μεσοθαλάμου του Ιονίου πελάγους. Περίτεχνη εργασία της φύσεως εδημιούργησεν εκεί ένα υγρό δάπεδο πολύχρωμο από τα κοράλλια, που τα σπέρνουν τα φύκια και το ιώδιο των αλυκών, ως τους σαπφείρους τ΄ουρανού και της θαλάσσης. Οι πρόποδες των βουνών εξέτειναν επίπεδες προσχώσεις που οι άνθρωποι μετέβαλαν σε κήπους και περιβόλια. Οι ίδιοι εφιλοπόνησαν ένα δίκτυο από ρηχές στέρνες που το ουράνιο νερό τους, ανέλαβεν ο ήλιος να το μεταβάλλη κάθε καλοκαίρι σε χιόνια από σπιθοβόλους κρυστάλλους άλατος.

…… Όταν το πλοίο ξαναφήσει ανεμπόδιστη την ορμή του μετά τη νέα έξοδό του στην ανοιχτή θάλασσα, το βλέμμα μένει καρφωμένο εκεί πίσω στο βάθος, όπου κάποιο όραμα το έχει δεσμεύσει…»

Προηγουμενο αρθρο
Καλοκαιρινή παρουσία στη Λευκάδα του ΔΣ Συλλόγου Λευκαδίων Ηλιουπόλεως «Η Φανερωμενη»
Επομενο αρθρο
Ανακοίνωση Ανοικτής Συνέλευσης Κατοίκων Αγίου Νικήτα

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *