HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΤίμα τάν ἔλαχας Σπάρταν

Τίμα τάν ἔλαχας Σπάρταν

(Το κείμενο που ακολουθεί ήταν η ομιλία του Δημήτρη Σπ. Τσερέ από την εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στα εγκαίνια της 2ης έκθεσης βιβλίου που έγιναν στις 7 Αυγούστου και ήταν αφιερωμένη στον Ιστορικό Σπύρο Ι. Ασδραχά.)

 

Τίμα τάν ἔλαχας Σπάρταν

Τίμα τάν ἔλαχας Σπάρταν τιτλοφορούσε ο Ασδραχάς στην Καθημερινή στις 2 Αυγούστου 2009 το κείμενό του «Οι αφανείς της ιστορικής μαρτυρίας». Έναν στίχο που τον έχει χρησιμοποιήσει κι άλλες φορές για να δείξει την οφειλή προς τη γενέτειρα. Τη Σπάρτη που στα Πατριδογραφήματα γίνεται η Ιθάκη που σ’ έβγαλε στο δρόμο. Πώς τίμησε ο Ασδραχάς τη δική του Σπάρτη θα προσπαθήσω να σας δείξω.

51

Ο Ασδραχάς γεννήθηκε στο Αργοστόλι το 1933, είναι πολιτογραφημένος στην Περατιά της Ακαρνανίας αλλά έζησε στη Λευκάδα: είναι και αισθάνεται λευκάδιος. Η διανοητική και ψυχική του συγκρότηση οφείλει πολλά στις διαθεσιμότητες του χώρου και στο κλίμα που επικρατούσε στη Λευκάδα στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια: Το Γυμνάσιο Λευκάδας (με άξιους καθηγητές, απ’ τους οποίους ξεχωρίζει τον Πάνο Ροντογιάννη), το Αρχειοφυλακείο της (με τον αθόρυβο και ακάματο Γ. Παρίση), τα ντόπια «πνευματικά στέκια» που άκμαζαν ακόμα και η «αντικουλτούρα τους», όπως ο ίδιος ομολογεί, τον γαλούχησε, το βαρύ παρελθόν του Βαλαωρίτη και το ισχυρό παρόν του Σικελιανού, η Κατοχή, η Αντίσταση, ο Εμφύλιος και το μετεμφυλιακό κράτος, όλο αυτό το πλέγμα τοπίων, ανθρώπων, ιδεών, συγκυριών και μικροκλίματος. Μ’ αυτή τη συγκρότηση θα ξεκινήσει το ταξίδι του: στη Φιλοσοφική Αθηνών πρώτα, στο Παρίσι αργότερα. Για τις σπουδές του όμως και τη συγγραφική του δράση θα σας τα πουν αρμοδιότεροι από μένα.

Δεν μπορώ όμως να μην πω ότι ο Ασδραχάς εισήγαγε στο λιμνασμένο τοπίο της μεταπολεμικής ελληνικής ιστορικής έρευνας καινούργια ρεύματα σκέψης, που την αναζωογόνησαν. Η γαλλική ιστορική σκέψη και η σχολή των Annales μέσω του Ασδραχά, του Φίλιππου Ηλιού και λίγων άλλων, ομήλικων και νεότερων, ιστορικών άρδευσαν και γονιμοποίησαν το ιστορικό τοπίο στην Ελλάδα: μ’ αυτούς το ρεύμα της κοινωνικής ιστορίας, που κυριαρχεί διεθνώς την εικοσαετία 1960-80, απόκτησε και στη Ελλάδα τον δικό του παραπόταμο. Το καινούργιο γίνεται αισθητό και στον αμύητο αναγνώστη με την πρώτη ανάγνωση των κειμένων του, σε βιβλία, σε περιοδικά, σε εφημερίδες: ένα ξένισμα ανάμικτο από ευωχία και δυσκολίες τον κυριεύει. Και ποτέ δεν τον αφήνει να πλήξει. Η διεύρυνση του ιστοριογραφικού πεδίου με την αναζήτηση του μη ορατού που καλύπτει την ουσία των πραγμάτων, η έλξη που του ασκούν τα βουβά πρόσωπα του ιστορικού δράματος, η ήρεμη αλλά αποφασιστική απόρριψη των εθνοκεντρικών κατασκευών, η αποφυγή της δικανικής, σωφρονιστικής και διδακτικής ιστορίας που αντιστέκεται ακόμα, ο κριτικός νους και ο συνεχής διάλογος με το αντικείμενό του είναι τα χαρακτηριστικά που συνιστούν την έλξη και τη ποιότητα της σκέψης και της γραφής του Ασδραχά.

Επιστρέφω στο θέμα μας: Στα γραπτά του Ασδραχά η Λευκάδα δεν κατέχει πρωτεύουσα θέση. Ο Ασδραχάς δεν έγινε ο συστηματικός ερευνητής της τοπικής ιστορίας. Προφανώς, ο τόπος, όποιο κι αν ήταν το ιστορικό του ανάπτυγμα, δεν χώραγε τον άνθρωπο. Αλλά ο λώρος με την μικρή πατρίδα δεν κόβεται εύκολα. Και ο Ασδραχάς από νωρίς άρχισε να γράφει κείμενα με θέματα λευκαδικά αλλά και ακαρνανικά: Στις Λευκαδίτικες Σελίδες του Ορφέα κυρίως, την πενταετία 1961-1966, μια εποχή ανάτασης και υψηλών εγχώριων προσδοκιών. Αλλά και σε άλλα σημαντικά έντυπα, τοπικού ή πανελλήνιου βεληνεκούς, και μάλιστα και πριν από τις Λευκαδίτικες Σελίδες: Την Επτανησιακή Πρωτοχρονιά, το Επτανησιακό Ημερολόγιο, την Ηπειρωτική Εστία, τη Φιλολογική Πρωτοχρονιά, τα Αιτωλικά Γράμματα, τον Ερανιστή. Αυτά γράφτηκαν ανάμεσα 1954-1970: τότε ο Ασδραχάς έγραψε τα περισσότερα κείμενα με θέματα λευκαδικά. Αλλά και αργότερα συνεχίζει να γράφει, σποραδικά, κείμενα για τη Λευκάδα και την έναντι στεριά, επί τη ευκαιρία κάποιου συνεδρίου ή της απόδοσης τιμής σε κάποιο πρόσωπο, τα οποία τα δημοσιεύει σε σύμεικτους τόμους ή σε περιοδικά ή σε εφημερίδες (όπως π. χ. τα «Λευκαδιακά» στην Καθημερινή το 1993).

Αυτές τις μέχρι το 2002 «γραφές για την πατρίδα», πλην λίγων, τις συγκέντρωσε στα Πατριδογραφήματα, το βιβλίο με το οποίο αποδίδει τα τροφεία στη μικρή πατρίδα. Σε μια πατρίδα δισυπόστατη αλλά ενιαία (Για τον Ασδραχά, η θάλασσα ενώνει μάλλον παρά χωρίζει): «Η τελευταία [sc. η πατρίδα] δεν είναι μόνο η Λευκάδα αλλά και η αντικρινή στεριά, τόσο δεμένη μαζί της και με μένα» λέει ο ίδιος συγκρατημένα αλλά ευδιάκριτα ευσυγκίνητος στο εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου και: «θα ήθελα να αξιωθώ να γράψω κάτι γι’ αυτήν την Περατιά…» σε ένα από τα πρόσφατα κείμενά του στην Καθημερινή.

Τα Πατριδογραφήματα περιέχουν 22 κείμενα δημοσιευμένα από το 1954 και μετά σε περιοδικά, εφημερίδες ή άλλα έντυπα, τα οποία δεν έχουν περιληφθεί σε άλλα βιβλία του . Όπως και ο ίδιος γράφει στην Εισαγωγή, τα κείμενα αυτά δεν τα αναδημοσίευσε όπως πρωτογράφτηκαν. Άλλα τα ανάπλασε, σε άλλα έχει ενσωματώσει προσθήκες, όλα σχεδόν προσπάθησε να τα ενημερώσει, εκτός από τα γραμμένα από το 1996 και μετά – κάποια σήμερα δεν θα τα έγραφε. Χωρίζονται σε τρεις ενότητες:

Η πρώτη ενότητα με τίτλο «Το ανθρώπινο πλέγμα» περιλαμβάνει έξι μελετήματα. Στο πρώτο [«Οι καταστιχώσεις του κεφαλικού φόρου (Λευκάδα, ιζ΄αι.)»] ο συγγραφέας, στηριζόμενος σε φορολογικά και απογραφικά αρχειακά δεδομένα, φωτίζει πτυχές της συνολικής δημογραφικής εξέλιξης της Λευκάδας και των επί μέρους οικισμών της στα χρόνια της οθωμανικής και βενετικής κυριαρχίας. Στο δεύτερο [«Οι Σφακιώτες και ο υποτιθέμενος κρητικός αποικισμός»] αναιρεί τον «μύθο» που υποστηρίζει ότι το χωριό Σφακιώτες οφείλει την ονομασία του σε κρητικούς εποίκους, που ήλθαν στη Λευκάδα μετά την υποταγή της Κρήτης το 1669. Στο τρίτο [«Προνόμια του Fr. Morosini στη μητρόπολη Ναυπάκτου και Άρτας»] στηριζόμενος πάλι σε έγγραφα του Ι.Α. Λευκάδας εξετάζει τη σκοπιμότητα της παραχώρησης προνομίων από τους Βενετούς στους κατακτημένους της απέναντι ακτής. Στο τελευταίο κείμενο οι δύο όψεις της μικρής πατρίδας συνυπάρχουν: Η Λευκάδα του δυτικόστροφου ιόνιου χώρου, θεματοφύλακας των αρχειακών πηγών, που θα τεκμηριώσουν τη μελέτη της ιστορίας της έναντι ακτής, που ανήκει στον αστερισμό της terra ottomana.

Αυτό γίνεται καλύτερα αντιληπτό στο επόμενο σημαντικό μελέτημα [«Αρματολοί και κλέφτες στη Λευκάδα»], στο οποίο δημοσιεύει 14 ανέκδοτες επιστολές, (χρονολογημένες από το 1777 ως το 1816) από το Ι. Α. Λευκάδος, στις οποίες αποτυπώνεται η άλλοτε συμμαχική και άλλοτε εχθρική σχέση των εκάστοτε κυριάρχων του ιόνιου χώρου προς τους αρματολούς και κλέφτες της απέναντι στεριάς. Ο Ασδραχάς εδώ, όπως και στο επόμενο κείμενο, άπτεται του θέματος της πρωτόγονης επανάστασης, «πολύ πριν από την καθιέρωσή της με τις συστηματικές μελέτες του Eric Hobsbaum στα μέσα της δεκαετίας του 1960». Στο πέμπτο κείμενο [«Σταθάκης Παρούσης (c.1745-1815). Ένας συνεργάτης του Λουδοβίκου Σωτήρη»] ο συγγραφέας παρακολουθεί την χρησιμοποίηση από τη ρωσική πολιτική επτανησίων για την στρατολόγηση ενόπλων από την Ήπειρο και την Αιτωλ)νία που της είναι χρήσιμοι στους συνεχείς αγώνες της κατά των Τούρκων στην περιοχή αυτή.

Το τελευταίο και πρωτοδημοσιευόμενο κείμενο της πρώτης ενότητας είναι «Ο ζευγολάτης του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη». Σ’ αυτό ο συγγραφέας χρησιμοποιώντας τη λογοτεχνία ως «παραπλήρωμα της ιστοριογραφίας» μάς υπενθυμίζει ότι η ποίηση του Βαλαωρίτη κατακλύζεται από τα σήματα της φύσης, τους ήχους και τις εικόνες της, ένας «μύχιος αγροτισμός» φωλιάζει στα θεμέλια της. Συγχρόνως είναι μια ποίηση ιστορική -η μόνη δυνατή ποίηση, όπως πιστεύει ο ποιητής κινούμενος στο ίδιο μήκος κύματος με τις θεωρίες του Κων)νουΠαπαρρηγόπουλου και του Σπυρ. Ζαμπέλιου. Το πιο ενδιαφέρον, νομίζω, σημείο είναι το ότι η κριτική ματιά του ιστορικού μάς αποκαλύπτει ότι ο Βαλαωρίτης στον «Φωτεινό» του βλέπει μόνο τη σύγκρουση του φτωχού αγρότη με την ξενόφερτη πολιτική εξουσία, που τον καταπιέζει και εκμεταλλεύεται τον ιδρώτα του, αλλά δεν βλέπει το σύστημα των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων που παράγουν την εκμετάλλευση – σύστημα στο οποίο και ο ίδιος μετέχει ως προνομιούχος.

Η δεύτερη ενότητα [«Στον κόσμο της παιδείας»] περιλαμβάνει εννιά μελετήματα, για θέματα παιδείας, με τα οποία ασχολήθηκαν λόγιοι, του 19ου αλλά και του 20ού αιώνα μέχρι τις μέρες μας, από τη Λευκάδα ή από αλλού αλλά συνδέονται με κάποιον τρόπο με τη Λευκάδα. Για τον λόγιο ιερομόναχο Χριστόφορο Κοντό από τη γειτονική Ακαρνανία (1833-1869) και το ανέκδοτο βιβλίο του «Η Αιτωλία και Ακαρνανία του Μεσαιώνος» -η απέναντι στεριά και πάλι παρούσα-, τον λευκαδίτη συγγραφέα της Νεοελληνικής Φιλολογίας -δηλαδή της πρώτης νεοελληνικής βιβλιογραφίας- βιβλιοθηκάριο της Ιόνιας Ακαδημίας Ανδρέα Παπαδόπουλο Βρετό (1800-1876), τον Σπυρ. Ζαμπέλιο (1815-1881) και την πρώτη έκδοση του ποιήματος του «Ύστερη νυχτιά του κατάδικου», τον λευκαδίτη γιατρό, λόγιο και αγωνιστή του 1821 Πέτρο. Δ. Στεφανίτση (1792-1863) και το βιβλίο του για το πολιορκημένο Μεσολόγγι. Ακολουθεί το κείμενο για την επιγραφή στον τάφο του Αθανάσιου Ψαλίδα (1767-1829), πρώτου διευθυντή του Γυμνασίου Λευκάδος, και στη συνέχεια τα κείμενα για τη μεγάλη και αθόρυβη προσφορά του αρχειοφύλακα Γεώργιου Παρίση (1907-1964), για το σημαντικό έργο του ιστορικού της Λευκάδας Κωνσταντίνου Μαχαιρά (1882-1967), για τις ευαισθησίες και το επιστημονικό και διδακτικό έργο της ιστορικού Δέσποινας Θεμελή-Κατηφόρη (1931-1988), και, τέλος, το κείμενο για τον Πάνο Ροντογιάννη (1911-1996), στο οποίο, εκτός από την αγάπη και τη νοσταλγία για τον εμπνευσμένο καθηγητή του, που τον έκανε «να νοιώθει την ιστορία ως ανάγκη ψυχής», αποτιμά και αξιολογεί με τη μοναδική του διεισδυτικότητα το επιβλητικό έργο του ακάματου ιστορικού. Η ενότητα κλείνει με 4 σημαντικά κείμενα για τον Νίκο Σβορώνο (1911-1989), «ένα από τα διεθνή αναστήματα των βυζαντινών σπουδών και μια κεντρική φυσιογνωμία της ιστοριογραφίας που έχει ως πεδίο αναφοράς το νεότερο Ελληνισμό». Στα περισσότερα κείμενα της ενότητας αυτής το βάρος πέφτει στο θέμα και όχι στα βιογραφικά. Λίγα μοιάζουν με προσωπογραφίες αγαπητών προσώπων, που έχουν πάρει τον δρόμο «για τις πύλες του ήλιου και τον δήμο των ονείρων», είδωλα καμόντων που χρειάζονται το λάδι απ’ το καντήλι του συγγραφέα «για να μη σβήσει το καντήλι της δικής τους ζωής».

Την τρίτη, και μικρότερη σε έκταση, ενότητα αποτελούν τα «Ερανίσματα» εφτά κείμενα που δημοσίευσε ο νεαρός Ασδραχάς στις φιλόδοξες Λευκαδίτικες Σελίδες του «Ορφέα» κατά την ορμητική διετία 1962-63 και τα υπέγραφε ως «Ερανιστής» – εξ ου και ο τίτλος της ενότητας. Αναφέρονται κατά σειρά: στο επί οθωμανικής κυριαρχίας κατασκευασθέν (1564) υδραγωγείο της Αγίας Μαύρας, στις αγορές λευκαδίτικου αλατιού από τη Ραγούζα κατά τον 15ο αιώνα, στην κτηνοτροφία της Λευκάδας επί οθωμανικής κυριαρχίας, στην καλλιέργεια του λιναριού την ίδια χρονική περίοδο, στο παιδομάζωμα στη Λευκάδα κατά την Τουρκοκρατία, στο πως και πότε πήρε την ονομασία της η «οδός φιλοσόφων» και, τέλος, σε μια επίσκεψη του γάλλου ιστορικού Jean-Alexandre Buchon στη Λευκάδα το 1841. Είναι τα κείμενα με τη μεγαλύτερη δόση εντοπιότητας, που ο συγγραφέας τα κομίζει στους συμπατριώτες του ως πλοηγούς για το ταξίδι της κατανόησης του παρελθόντος τους, δηλαδή της αυτογνωσίας τους. Με άλλα λόγια, τα κείμενα αυτά ξεκινώντας από σήματα του παρόντος προσπαθούν να φωτίσουν στιγμές της διαχρονίας και να γίνουν κατανοητά από τον μέσο αναγνώστη – επομένως συνιστούν απόπειρα εκλαΐκευσης. Διακρίνεται καθαρά η πρώϊμη στέρεη ιστορική σκευή, η οξυδέρκεια και το, δυσανάλογο με την ηλικία του, σταθερό βήμα του νεαρού ιστορικού και μαντεύεται εύκολα το λαμπρό του μέλλον.

Είναι ευδιάκριτες οι διαφορές των Πατριδογραφημάτων από τα άλλα έργα του συγγραφέα. Ο ευρηματικός του τίτλος, αποκαλυπτικός και περιεκτικός, αποδίδει σεμνά την οφειλή προς τη γενέτειρα. Η λιτή και συγκρατημένη επεξήγηση από τον ίδιο- «γραφές για την πατρίδα και τους ανθρώπους της» -τον κάνει αποκαλυπτικότερο. Το νήμα το παίρνουν ύστερα τα δύο motto: η μικρή πατρίδα από το υστέρημα της έδωσε το μέγιστο, το ταξίδι, την ευτυχία της πραγματωμένης βιοτικής περιπέτειας. Το στίγμα του βιβλίου έχει δοθεί στον αναγνώστη.

Ταιριαστά ακολουθεί ο έξοχος λυρικός τόνος τού «αντί εισαγωγής» που επιδέξια κλιμακούμενος κορυφώνεται στην τελευταία του παράγραφο: «Από το 1954, όταν βάλθηκα να ασκήσω το επάγγελμα του ιστορικού ως σήμερα πολλά αγαπητά μου πρόσωπα πήραν τον δρόμο για τις πύλες του ήλιου και τον δήμο των ονείρων: καλωσυνάτες σκιές, έρχονται να μου πουν με τη βουβή τους καρτερία ότι το καντήλι της δικής τους ζωής θέλει, για να μη σβήσει, το λάδι του δικού μας και όσων ζουν ακόμη μαζί με μας και θα συνεχίζουν να ζουν μετά από μας. Το ίδιο είχανε πει και άλλες παλιότερες σκιές….». Υπήρξα μάρτυς μιας εμπειρικής απόδειξης της δραστικότητας του: είδα τα αυθόρμητα δάκρυα ευαίσθητου αναγνώστη καθώς διάβαζε την παράγραφο αυτή. Αποκαλύπτεται εδώ μια άλλη πτυχή του συγγραφέα: δίπλα στην ανήσυχη και οξεία σκέψη καιροφυλακτεί μια λυρική φωνή που μπορεί να γίνει σχεδόν λαϊκή, χρωματίζοντας ανάλογα τα φορτία της λογιότητας που κουβαλάει.

Παρά ταύτα, τα Πατριδογραφήματα δεν είναι βιβλίο τοπικής ιστορίας. Και ο ίδιος συγγραφέας το προαναγγέλλει στον πρόλογο του: «Η Λευκάδα και οι Λευκαδίτες ήταν, όχι σε λίγες περιπτώσεις, μάλλον αφορμές για την υποτύπωση γενικεύσιμων παρατηρήσεων που την ξεπερνούν και συγχρόνως τη χαρακτηρίζουν». Επειδή όμως η βούληση του συγγραφέα δεν προκαθορίζει υποχρεωτικά όλες τις επιλογές του δέκτη, η ματιά του εγχώριου μεροληπτικού αναγνώστη έχει κάθε δικαίωμα να εστιάσει σε ορισμένα σημεία που άπτονται της εντοπιότητας:

-Το βιβλίο είναι κατάφορτο από τα σήματα του οικείου χώρου της πατρίδας: πρόσωπα και τοπία που για τον μη λευκάδιο αναγνώστη δεν σημαίνουν τίποτα (Σφακιώτες και ασφάκες-Χώρα και Άλλη μεριά-Παρούσης και Φωτεινός, Ροντογιάννης και Μαχαιράς κλπ). Μια πατριδογνωσία, λοιπόν, που έρχεται από μονοπάτια, που δεν τα πάτησε ο διδακτισμός και η ρητορεία του φολκλόρ.

-Στα «βουβά πρόσωπα του ιστορικού δράματος», που η φωνή τους δεν βρίσκει εύκολα τρόπους ν’ ακουστεί ο συγγραφέας αναθέτει βασικούς ρόλους : στους κλέφτες και αρματολούς της απέναντι ακτής, που βρίσκουν καταφύγιο στη Λευκάδα, στον Σταθάκη Παρούση και τον Λουδοβίκο Σωτήρη, στον Χριστόφορο Κοντό και τον Πέτρο Στεφανίτση. Ήδη αυτό είναι βασική ειδοποιός διαφορά από την, οικεία στον μέσο αναγνώστη, συνήθη ιστορική πρακτική – και την οσφραίνεται αμέσως. Αλλά η διαφορά πάει παραπέρα: όπως είπαμε, η μεταφορά τους στο προσκήνιο δεν γίνονται για λόγους τοπικού πατριωτισμού. Η επιδίωξη είναι οι περιπτώσεις τους και το άθροισμα των εξαχθεισών πληροφοριών, στο μέτρο του δυνατού, να λειτουργήσουν ως «αφορμές για την υποτύπωση γενικεύσιμων παρατηρήσεων», που θα μας μεταφέρουν από το επίπεδο του τοπικού στο επίπεδο του γενικού: στις σχέσεις των δυτικών κυριάρχων με την έναντι οθωμανική εξουσία και τους εκεί αρματολούς και κλέφτες, στην πρωτόγονη επανάσταση, στη σχέση λογοτεχνίας και ιστορίας κ.λπ.

Να προσθέσουμε ότι τα σήματα του τοπίου που συλλαμβάνει η ματιά του συγγραφέα είναι δύσκολα ορατά πλέον και στον σημερινό λευκαδίτη: το βυθισμένο στο ιβάρι οθωμανικό υδραγωγείο, που πάνω του ξεκουράζονται οι γλάροι, οι κλειστές πια αλυκές, το ξεχασμένο λινάρι και τα πάθη του, τα ανύπαρκτα σήμερα λευκαδίτικα βουβάλια, η δυσερμήνευτη «οδός φιλοσόφων», ο άφαντος τάφος του Ψαλίδα στον Άγιο Μηνά, γίνονται απροσδόκητα οδηγητικά νήματα που οδηγούν στη γνώση του παρελθόντος -στην αυτογνωσία ή στην πατριδογνωσία που λέγαμε.

Επιλεκτικά και μεροληπτικά πάλι ας σταθούμε στη δεξιοτεχνική χρήση των πηγών. Να δούμε πώς ο συγγραφέας «ανακρίνει» τα αρχειακά τεκμήρια, π.χ. τις 14 επιστολές για τους κλέφτες και αρματολούς, και πρωτοποριακά αρθρώνει την θεωρία του για την πρωτόγονη επανάσταση. Ο μεροληπτικός αναγνώστης, που είπαμε, γοητεύεται, όταν βλέπει ότι από τα κιτρινισμένα χαρτιά του ανήλιαγου αρχείου της μικρής του πόλης ένας προικισμένος συμπατριώτης του εξάγει με την τέχνη του τέτοια γνωστικά κοιτάσματα: αυτό τον βοηθά να επιχειρήσει την κατάδυση στον δικό του χρόνο και να επιβεβαιώσει το συλλογικό μύθο μέσα στον οποίο αναπνέει ο ίδιος και οι προηγούμενες γενιές.

Μετά τα Πατριδογραφήματα ο Ασδραχάς δημοσίευσε άλλα εφτά «λευκαδικά» κείμενα στην Καθημερινή: «Οι αφανείς της ιστορικής μαρτυρίας», «Η καταγραφή των φάσεων της ζωής», «Η καταγραφή των φάσεων της ζωής στα ελληνικά νησιά», «Ο τόπος και οι άνθρωποι στη Λευκάδα», «Συλλογικά και ατομικά άλγη στη Λευκάδα», «Αυτός ο κόσμος, ο μικρός ο μέγας» και «Κοινωνική συνοχή, ταξικότητα και εθνισμός», τα οποία πρόσφατα, ξανακοιταγμένα και ξαναδουλεμένα, δημοσιεύτηκαν τον περασμένο Μάϊο στο τελευταίο βιβλίο του Υπομνήσεις. Το πρώτο και το έκτο έχουν αφετηρία τους τα συμπόσια της Εταιρείας Λευκαδικών Μελετών του 2009 και του 2010, στον σχεδιασμό των οποίων είχε πρωταγωνιστικό ρόλο και στα οποία έλαβε μέρος και ο ίδιος, ενώ τα άλλα τέσσερα, με αφετηρία τα ληξιαρχικά βιβλία του ναού του Αγίου Δημητρίου της πόλης, θίγουν θέματα ιστορικής δημογραφίας αλλά αγγίζουν, με μια ευαίσθητη οξυδέρκεια, και άλλα ενδιαφέροντα θέματα και κυρίως «τους μικρούς ανθρώπινους πόνους, που αρθρώνονται σε μια παγκόσμια συμφωνία». Το έβδομο, με αφετηρία την σημερινή οικονομική κρίση και τους εξ αυτής αναδυόμενους στην Ευρώπη εθνισμούς και εθνικισμούς, επιχειρεί, με μια ρηξικέλευθη ανάγνωση, να βρει αντιστοιχίες στον Βαλαωρίτη, ιδίως στον Φωτεινό του.

Και για να ολοκληρώσουμε την περιδιάβασή μας, να αναφέρουμε δύο ακόμα κείμενα του Ασδραχά, που το θέμα τους ακουμπάει στην έναντι terra ferma αλλά η τεκμηρίωσή τους στηρίζεται σε έγγραφα του Ι. Α. Λευκάδας – η δυσυπόστατη πατρίδα πάλι παρούσα: το πρώτο είναι οι «Όψεις από το προνομιακό καθεστώς της Πάργας, Πρέβεζας και Βόνιτσας», που το πρωτοδημοσίευσε το 1964 στην Επιθεώρηση Τέχνης και το συμπεριέλαβε αργότερα στο βιβλίο του Ελληνική κοινωνία και οικονομία ιη΄ και ιθ΄ αι., που εκδόθηκε το 1982- ένα κείμενο που έχει ως θέμα του τα προνόμια των τριών αυτών περιοχών, όπως τα διαμόρφωσαν οι διεθνείς συνθήκες μετά την αποκόλλησή τους από τον επτανησιακό διοικητικό κορμό, ύστερα από την ίδρυση της Επτανήσου Πολιτείας το 1800. Και το δεύτερο «Από τη συγκρότηση του αρματολισμού (ένα ακαρνανικό παράδειγμα)», που το πρωτοδημοσίευσε το 1965 στην Επιθεώρηση Τέχνης, και το συμπερέλαβε αργότερα στο ίδιο βιβλίο, ένα πολύ σημαντικό κείμενο στο οποίο για μια ακόμα φορά και πιο εκτεταμένα άπτεται του προσφιλούς του θέματος της πρωτόγονης επανάστασης. Επιμελήθηκε τέλος το 2011 την έκδοση του βιβλίου, στο οποίο συγέντρωσε τα μελετήματα του Νίκου Σβορώνου για τη Λευκάδα και τους Λευκαδίτες.

Έτσι τίμησε ο Ασδραχάς τη Σπάρτη που του έλαχε. Κι εμείς, φίλε και συνοδίτη, ευγνώμονες που με τα πατριδογραφικά σου κείμενα, μας έκανες συνταξιδιώτες στη γοητεία του ταξιδιού που η μικρή πατρίδα σού χάρισε, αυτό το εσπέρας του Αυγούστου, με το αεράκι, το νοτισμένο από την αρμύρα της Laguna, το νανουρισμένο απαλά στη ρέμβη του Αυλαίμονα, το ταξιδεμένο ανάλαφρα για να δροσίσει τη νύχτα των απέναντι βουνών, μ’ αυτό το αεράκι σού στέλνουμε το καλό χαμπέρι: Το καντήλι της μνήμης εδώ, σ’ αυτόν τον τόπο, δεν θα μείνει ποτέ χωρίς λάδι!

DSCN7416

1) [Δεν έχουν περιληφθεί τα μελετήματα: 1. «Χρονικά σημειώματα για τη Μονή του Αγίου Νικολάου στη Νιρά της Λευκάδας» (Ελληνική κοινωνία και οικονομία ιη΄ και ιθ΄ το 1982), 2. «Οι πρωτόγονοι της εξέγερσης» στο (Σχόλια, Αλεξάνδρεια, το 1993), και 3. «Λευκαδιακά» στο:Ιστορικά απεικάσματα, το 1996. Πρώτη δημοσίευση: Καθημερινή)..

Προηγουμενο αρθρο
Κατόπιν Εορτής !
Επομενο αρθρο
Τα εγκαίνια της 2ης έκθεσης Βιβλίου

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *