HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣ«Τα πορτογάλια» Αναζητώντας τις ρίζες ενός ιδιαίτερου εθίμου της πόλης της Λευκάδας…

«Τα πορτογάλια» Αναζητώντας τις ρίζες ενός ιδιαίτερου εθίμου της πόλης της Λευκάδας…

Γράφει ο Βασίλης Φίλιππας
Ακόμη και σήμερα, που το γύρισμα των σελίδων του μεγάλου Βιβλίου του Χρόνου εξαφάνισε τα περισσότερα από τα αστικά έθιμα της Λευκάδας —τα οποία συνέβαλαν κι αυτά στη συγκρότηση της ιδιαίτερης ταυτότητάς της πόλης μας και των κατοίκων της κατά τους τελευταίους αιώνες—, διατηρείται το ιδιαίτερο έθιμο της εμβάπτισης των πορτοκαλιών την ημέρα των Θεοφανείων, «του Φωτώνε», σύμφωνα με το τοπικό ιδίωμα, κατά την τελετή της βάπτισης του σταυρού.

«Τα πορτογάλια του Φωτώνε»

Η τελετή της βάπτισης και της ανέλκυσης του σταυρού

Εν συντομία θα αναφέρω τα γνωστά, όχι μόνο στους παροικούντες τη Λευκάδα αλλά και σ’ αυτούς που ανέγνωσαν κατά καιρούς τα σχετικά με αυτό το έθιμο άρθρα σε βιβλία, εφημερίδες και ηλεκτρονικά μέσα, τα οποία, όμως, παραμένουν άγνωστα στους μη Λευκαδίτες αλλά και σε πολλούς Λευκαδίτες που δεν κατάγονται από την πόλη.

Εξέδρα της βάπτισης, Μητροπολιτικός ναός Ευαγγελίστριας, Λευκάδα, 2005. Φωτογραφία: Νίκος Ζαμπέλης.

Μετά το τέλος της δοξολογίας στον Μητροπολιτικό ναό της πόλης μας, στην Ευαγγελίστρια, σχηματίζεται λαμπρή πομπή με επικεφαλής τον μητροπολίτη της Λευκάδας ακολουθούμενο απ’ όλο το ιερατείο, το «κόρο» (τη χωρωδία των ψαλτών) και τις πολιτικές, αστυνομικές και στρατιωτικές αρχές. Της πομπής αυτής προΐσταται η «Μουσική», η Φιλαρμονική Εταιρεία Λευκάδος δηλαδή, παιανίζοντας το ανάλογο της ημέρας ρεπερτόριό της, ενώ ακολουθούν ιερόπαιδες κρατώντας εξαπτέρυγα. Συχνά την πομπή συνοδεύει τιμητικό άγημα στρατού (που, κατά ακατάγραφη μαρτυρία, μέχρι και τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα συγκροτούνταν από στρατιώτες οι οποίοι στρατοπέδευαν εντός του Κάστρου της Αγίας Μαύρας) ή της αστυνομίας. Η πομπή, ακολουθούμενη από πλήθος πιστών που συρρέουν στην Αγορά από τις υπόλοιπες ενορίες —όπου με την ανάλογη λαμπρότητα γινόταν κι εκεί ο Μεγάλος Αγιασμός—, διασχίζει την πόλη και καταλήγει στο λιμάνι, όπου ήδη έχουν λάβει θέση πάμπολλοι άλλοι πιστοί για να παρακολουθήσουν την τελετή καθαγιασμού των υδάτων.

Η πομπή των Θεοφανείων (δεκαετία 1950). Αρχείο Καίτης Κακαβούλη.

Στο κεντρικό σημείο της προκυμαίας, από την ειδικά γι’ αυτό τον λόγο στημένη εξέδρα, ο μητροπολίτης προεξάρχει της ακολουθίας του Αγιασμού των Υδάτων και της τελετής της κατάδυσης του Τιμίου σταυρού. Την τρίτη ρίψη του σταυρού απ’ αυτόν στη θάλασσα ακολουθούν οι κολυμβητές, που βουτούν από την προκυμαία αμιλλώμενοι για το ποιος θα τον πιάσει. Ο νικητής, αφού φιλά τον σταυρό, τον παραδίδει στον μητροπολίτη και δέχεται τα συγχαρητήρια και τις ευχές τόσο εκείνου όσο και των συγκεντρωμένων.

H εξέδρα του Αγιασμού των Υδάτων στην προκυμαία της πόλης (δεκαετία 1950), προεξάρχει ο τότε μητροπολίτης Λευκάδας και Ιθάκης Δωρόθεος Παλλαδινός. Πηγή: (α.) Αρχείο Καίτης Κακαβούλη, (β.) Κακαβούλη, Καίτη, «Τα Θεοφάνεια στη Λευκάδα πολλά χρόνια πριν», 6 Ιανουαρίου 2017, www.aromalefkadas.gr.

Σε παλιότερες μάλιστα εποχές, εποχές μεγάλης φτώχειας για την πλειοψηφία των ποπολάρων της πόλης, η ανέλκυση του σταυρού είχε οικονομικά οφέλη για όποιον θα κατάφερνε να τον πιάσει. Αυτός, αφού τον περιέφερε αρχικά στο λιμάνι, στη συνέχεια στα μαγαζιά της Αγοράς και τέλος από σπίτι σε σπίτι σε όλες τις συνοικίες της πόλης, συγκέντρωνε ένα σεβαστό για την εποχή ποσό. Να σημειώσουμε εδώ ότι ο σταυρός σε τούτες τις παλαιότερες εποχές δεν ήταν ξύλινος όπως σήμερα, οπότε δεν επέπλεε, δυσκολεύοντας έτσι την προσπάθεια όσων προσπαθούσαν να τον πιάσουν. Την προσπάθειά τους αυτή «ενίσχυαν» με φωνές και με το γνωστό μπουρανελίστικο χιούμορ τους οι παρευρισκόμενοι, δημιουργώντας μια θορυβώδη και φαιδρή συνάμα ατμόσφαιρα. Σε παλαιότερα χρόνια ο νικητής περιέφερε τον ίδιο τον σταυρό που ανέλκυε, ενώ σε νεότερα χρόνια —μέχρι και την κατάργηση της περιφοράς— έναν άλλον που του έδινε ειδικά γι’ αυτόν τον σκοπό ο μητροπολίτης. Την τελετή παρακολουθούσε κόσμος πολύς, από την προκυμαία όπου στριμώχνονταν περικυκλώνοντας την εξέδρα αλλά και πάνω στον Πόντε (την παλιότερα ξύλινη και σήμερα τσιμεντένια γέφυρα) και στην αρχή του Δρόμου του Κάστρου, καθώς και μέσα από τα κάθε λογής πλοιάρια και πλοία που βρισκόταν σημαιοστολισμένα ειδικά για την ημέρα στο λιμάνι. Την ώρα της κατάδυσης του σταυρού και της ανέλκυσής του επικρατούσε πανζουρλισμός από τους παιανισμούς της Φιλαρμονικής, τις σειρήνες των πλοίων (και προπολεμικά και από αυτές του πλησιόχωρου Εργοστασίου Οίνων και Αποσταγμάτων), τις κωδωνοκρουσίες των καμπαναριών της πόλης, και τις φωνές ή τις ευχές των συγκεντρωμένων. Μετά την τελετή, ο Μητροπολίτης με τον κλήρο εν πομπή και με προπορευόμενη τη Φιλαρμονική, επέστρεφε στον Μητροπολιτικό ναό.

Βουτώντας για «το πιάσιμο του Σταυρού». Πηγή: «Tα Φώτα στη Λευκάδα με το φακό της Καίτης Κακαβούλη», www.aromalefkadas.gr, 6 Ιανουαρίου 2017

Το πόσο λίγο άλλαξε ως τα σήμερα η τελετή αυτή, μπορούμε να το δούμε και στο παρακάτω άρθρο της εφημερίδας Εργατοαγροτική Λευκάς, φ. 9, Κυριακή 10 Ιανουαρίου 1932, σ. 2. (Κατά την αντιγραφή διατηρήθηκε η ορθογραφία του αλλά όχι και οι τόνοι και τα πνεύματα της καθαρεύουσας.)

Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΔΙΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Την παρελθούσαν Τετάρτην των Θεοφανείων μετά πολλής κατανύξεως και πάσης λαμπρότητος ετελέσθη εις τον Μητροπολιτικόν ναόν της πόλεώς μας η δοξολογία χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λευκάδος και Ιθάκης. Παρέστι ο Πρόεδρος της Κοινότητος και άπασαι αι Διοικητικαί, Στρατιωτικαί και Δικαστικαί αρχαί της πόλεως.
Μετά την δοξολογία εσχηματίσθη η πομπή ολοκλήρου του κλήρου έχοντος εν μέσω τον Σεβασμιώτατον όστις ανά χείρας εκράτει το Ύψιστον Σύμβολον των Χριστιανών.
Προηγείτο η Φιλαρμονική της πόλεως μας, εξαπτέρυγα και λάβαρα, ηκολούθουν άπαντες οι επίσημοι και πλήθος κόσμου μη υστερούντος και του γυναικείου φύλου την πομπήν συνόδευσεν και τμήμα της ενταύθα αστυνομικής δυνάμεως.
Η σχηματισθείσα ούτως επιβλητική πομπή εκ του Μητροπολιτικού ναού διελθούσα την αγοράν της πόλεώς μας έφθασεν προ της αποβάθρας του λιμένος όστις κατάμεστος κόσμου ετύγχανε ως και τα εν αυτώ ατμόπλοια φορτηγά και φορτηγίδες, άπασα η προκυμαία εσείετο από τα διηνεκή συρίγματα ατμοπλοίων και εργοστασίου Οίνου και Οινοπνευμάτων ως και αι κωδωνοκρουσίαι των εν τη πόλει ναών διατυμπανίζον της ανθρωπότητας το Μέγα Γεγονός.
Αποκατασταθείσης της επιβεβλημένη άλλοτε ησυχίας, ο χορός έψαλε το τροπάριον των Θεοφανείων, ακολούθως ο Σεβασμιώτατος έρριψε τον Σταυρόν εις την θάλασσαν καθαγιάσας ούτω τα ύδατα, ανασυρθέντος του τιμίου Σταυρού από τον δεινόν κολυμβητήν Ελευθέριον Ε. Βουτσινάν. Η πομπή με την αυτήν ιεράν επιβλητικήν τάξιν παιανιζούσης της φιλαρμονικής επανήλθε εις τον μητροπολιτικόν ναόν».

Σύμφωνα μάλιστα με ακατάγραφη μαρτυρία, κάποια χρονιά πριν τη δεκαετία του 1930 ο σταυρός χάθηκε βουλιάζοντας στη λασπώδη ύλη («μούτελη») του λιμανιού και, μεταφερόμενος στη συνέχεια από την άμπωτη («βγαλωσά»), βρέθηκε από κάποιον ψαρά αρκετά αργότερα. Ο σταυρός «χάθηκε» και σε νεότερα χρόνια, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, επί μητροπολίτου Νικηφόρου παρότι ξύλινος ήταν βαρύς και βρέθηκε αργότερα από δύτες. Το 2014 βυθίστηκε επίσης ένας μεγάλος ασημένιος σταυρός αγιασμού που έριξε στη θάλασσα ο μητροπολίτης Θεόφιλος, τον οποίον ανέσυρε ο αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού Αποστόλης Κρητικός.
Σημαντικό τέλος και το παρακάτω: Ο μητροπολίτης Δωρόθεος (1940-1968) βάπτιζε έναν μεγάλο επάργυρο σταυρό στερεωμένο πάνω σε ένα μακρύ κοντάρι όπως ακριβώς γίνεται μέχρι και σήμερα στη Ζάκυνθο. Δεν γνωρίζω αν η βάπτιση αυτή γινόταν με αυτόν τον τρόπο και στα προηγούμενα από αυτόν χρόνια ή αν οφείλεται στο ότι ο ίδιος ήταν Ζακυνθινός. Προκάτοχός του ήταν ο από τα Ιωάννινα Δημήτριος Ευθυμίου (1930-1940). Ζακυνθινός πάντως ήταν και ο πριν τον Ευθυμίου μητροπολίτης Δανιήλ Σουλίδης (1907-1928).

Το «βάφτ(ι)σμα των πορτογαλιών(ε)»

Η λαμπρή αυτή τελετή δεν θα διάφερε και πολύ από τις πολλές όμοιες που γίνονται την ημέρα αυτή στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο (όπου υπάρχει λιμάνι) εάν ταυτόχρονα με την βάπτιση του Σταυρού οι πιστοί δεν βουτούσαν κι αυτοί τρεις φορές στη θάλασσα από ένα «μάτσο πορτογάλια» ο καθένας. Πορτογάλι, λοιπόν, κι όχι πορτοκάλι, στο προπολεμικό ιδίωμα της πόλης, μιας και η λέξη μάς έρχεται από το βενετικό portogalo.
Το «μάτσο», μια αρμαθιά δηλαδή, αποτελείται από πορτοκάλια δεμένα από τα κοτσάνια τους με χοντρό ανθεκτικό σπάγκο, είτε από κλαδί πορτοκαλιάς με τα καταπράσινα φύλλα του και πορτοκάλια του δεμένα κι αυτά με τον ίδιο σπάγκο εν είδη τσαμπιού, είτε, τέλος, σπανιότατα μέσα σε διχτάκι για να μη φύγουν κατά την εμβάπτισή τους.
Τις αρμαθιές αυτές τις αγόραζαν από τα μανάβικα της Αγοράς ή από πωλητές της στιγμής κατά μήκος της πομπής από την Αγορά μέχρι και το Λιμάνι ή, τέλος, τις προμηθεύονταν από τους περιβολάρηδες του κάμπου της πόλης (με αντίτιμο ή ως δώρο). Πολλοί -ές πιστοί -ές, πήγαιναν στη εκκλησία με τα πορτοκάλια ανά χείρας και παρακολουθούσαν τον Μέγα Αγιασμό, ενώ στη συνέχεια κατευθύνονταν κι αυτοί στην παραλία.

Βάπτισμα Πορτοκαλιών. Πηγή: «Εορτασμός των Φώτων στην πόλη της Λευκάδας», 6 Ιανουαρίου 2016, www.aromalefkadas.gr.

Η παλαιότερη, ως τώρα γνωστή σε μένα καταγραφή, είναι αυτή της εφημερίδας Λόγος, φ. 55, 12 Ιανουαρίου 1920 — 100 ολόκληρα χρόνια δηλαδή από τις μέρες μας. Το άρθρο της που το αναδημοσίευσε κι ο μεγάλος λαογράφος μας Πανταζής Κοντομίχης στα Λαογραφικά Σύμμεικτα Λευκάδας, σ. 80, έχει ως εξής:

«Το ωραίον έθιμον της καταδύσεως του Τιμίου σταυρού κατά την ημέρα των Θεοφανείων επανελήφη και φέτος. Στην προκυμαία πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθή από το πρωί. Βαρκούλες, καΐκια σημαιοστόλιστα και γεμάτα κόσμο και των δύο φύλων. Η πομπή εξεκίνησεν από την Μητρόπολιν με την Μουσικήν επικεφαλής. Ηκολούθουν οι επίσημοι. Από την κεντρικήν αποβάθραν της προκυμαίας και υπό τους χαρμοσύνους ήχους της Μουσικής, ο Σταυρός ερρίφθη εις την θάλασσαν. Επηκολούθησεν ο γνωστός κολυμβητικός αγών, προκαλέσας ως πάντοτε την φαιδρότητα του πλήθους. Ο Σταυρός ανελκύεται παρά του νικητού, οι τηρηταί των εθίμων βουτούν τα πορτοκάλια στα αγιασμένα νερά και η τελετή κλείει. Και του χρόνου».

Τα πορτοκάλια αυτά τα θεωρούσαν αγιασμένα και τα έτρωγαν την ίδια μέρα ή και τις επόμενες της. Τις φλούδες τους, οι περισσότεροι, δεν τις πετούσαν, για να μη μαγαριστούν, αλλά τις έκαιγαν στη «γωνιά» του σπιτιού. Ένα ή και περισσότερα πορτοκάλια τα έβαζε στο εικονοστάσι της («στα κονίσματα») η κάθε οικογένεια και τα ανανέωνε τα επόμενα Φώτα. Τα πορτοκάλια αυτά δεν σαπίζουν —σύμφωνα με τη λαϊκή πίστη λόγω της εμβάπτισής τους στα αγιασμένα νερά— αλλά κουφώνουν συν τω χρόνω…
Πολλοί -ές Λευκαδίτες -ισσες την ίδια ώρα που βαπτίζουν τα «μάτσα» στη θάλασσα, ρίχνουν και τα παλιά τους πορτοκάλια στη θάλασσα — θυμάμαι σαν τώρα, την τελευταία φορά που βρέθηκα κατά τα Φώτα στη Λευκάδα το 1988, τη θάλασσα κοντά στον Πόντε γεμάτη με επιπλέοντα πορτοκάλια…
Να σημειωθεί ότι οι ψαράδες και οι ναυτικοί της πόλης κρατούσαν τα πορτοκάλια στο σπίτι τους και στις μεγάλες φουρτούνες έριχναν κάποια από αυτά στη θάλασσα για να τη γαληνέψουν, πιστεύοντας ότι λόγω του αγιάσματός τους είχαν τη δύναμη να κατευνάζουν τις τρικυμίες. Γι’ αυτούς ο αγιασμός των υδάτων σήμαινε και το εύπλοο της θάλασσας και επιπλέον, για τους πρώτους, καλές ψαριές.

Τα πορτοκάλια και ο εθιμικός κύκλος της πόλης

Αν και το έθιμο του βαφτίσματος των πορτοκαλιών επιβίωσε μέχρι και τις ημέρες μας, και μάλιστα το συναντά κανείς σε πολλά άρθρα (κυρίως διαδικτυακά) που αναφέρονται στα έθιμα της Λευκάδας ή σε αυτά των Θεοφανείων ανά την Ελλάδα, τούτο δεν συνέβη και με άλλα πολλά —τη μεγάλη πλειοψηφία τους—, τα οποία χάθηκαν για πάντα και η ανάμνησή τους απομένει φθίνουσα στον προφορικό λόγο ή σε άρθρα παλιότερων εφημερίδων. Όσον αφορά, μάλιστα, τα «πορτογάλια» και την ένταξή τους στον εθιμικό κύκλο της πόλης, πέρα από τα «μάτσα» των Θεοφανείων, θα αναφερθώ εδώ σε μια σειρά ξεχασμένων σήμερα εθίμων της προπολεμικής Λευκάδας.

Στις μεγάλες γιορτές των Αγίων του Δεκεμβρίου — η εθιμική κλοπή των πορτοκαλιών

Στα ξημερώματα των γιορτών των πολύ γνωστών Αγίων του ορθόδοξου εορτολογίου του Δεκεμβρίου οι οικογένειες των Μπουρανέλων ξυπνούσαν την τρίτη πρωινή ώρα για να γευτούν τις τηγανίτες που έφτιαχναν οι νοικοκυρές του σπιτιού. Σε πολλά από τα σπίτια της πόλης, όμως, το έθιμο δεν σταματούσε εκεί αφού οι «ν’κοκύρ’δές τσου», έχοντας συνεννοηθεί με άλλους γνωστούς τους, επέδραμαν κατά ομάδες, εκμεταλλευόμενοι το σκοτάδι, στα μεγάλα και στα μικρότερα περιβόλια του πλησιόχωρου κάμπου της πόλης για να κλέψουν από τα δέντρα τους πορτοκάλια. Αφού επέστρεφαν με τα λάφυρά τους στην οικία τους, συχνά μ’ ένα ολόγιομο σακί, τα εναπόθεταν εκεί. Λίγο αργότερα, αφού ευπρεπίζονταν, με τα καλά τους ρούχα που ήταν ανάλογα των οικονομικών τους, εξέρχονταν από τα σπίτια τους κι ενώνονταν με τους υπόλοιπους πιστούς που δεν συμμετείχαν στην επιδρομή, σπεύδοντας στις εκκλησίες καλεσμένοι από τα χτυπήματα της καμπάνας για να παρακολουθήσουν τη λειτουργία της ημέρας.

Στο τραπέζι της παραμονής των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς…
Τα πορτοκάλια δεν έλειπαν ποτέ από τα δείπνα της παραμονής των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς στην πόλη. Στη «ντάβλα του Σταυρού», το τραπέζι της παραμονής των Χριστουγέννων, έκοβε μάλιστα, τελετουργικά ο νοικοκύρης του σπιτιού το ειδικά φτιαγμένο για την περίπτωση χριστόψωμο («σταυρό») πάνω σε ένα μπουκάλι κρασιού (έθιμο που το πρόλαβα κι εγώ και κάθε χρόνο τέτοια μέρα το αναπολώ) και στη συνέχεια «πάντρευε τη φωτιά» στη «γωνιά» του σπιτιού.

Τα κάλαντα των Χριστουγέννων και το «πιατέλο με το πορτογάλι»…

Από τα ξημερώματα της παραμονής των Χριστουγέννων μέχρι και τις οκτώ το βράδυ τα παιδιά ηλικίας από 5 έως και 12 ετών, οργανωμένα σε παρέες, ξαμολιόνταν στα καντούνια της πόλης και στα μαγαζιά της Αγοράς για να ψάλουν τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα. Σε αυτά προπολεμικά δεν χρησιμοποιούσαν τρίγωνο και τα κάλαντα τα τραγουδούσε συχνά μόνο ένας από την παρέα ενώ οι υπόλοιποι στέκονταν πίσω του με τον έναν από αυτούς να κρατά ένα καλάθι μέσα στο οποίο έβαζαν τα κέρματα και τα φιλέματα των νοικοκυράδων και των μαγαζατόρων. Το σήμα, όμως, κατατεθέν των μικρών καλανταδόρων δεν ήταν άλλο από ένα πιατέλο σκεπασμένο με μια μικρή ολοκάθαρη λευκόχρωμη ή κεντητή πετσέτα («τουβαγιέλ(ι)») ή μαντήλι που πάνω του ακουμπούσαν ένα «ματόζο» (συνήθως) πορτοκάλι. Το πιατέλο το κρατούσε ο πρώτος της παρέας, ο οποίος χτυπούσε και την πόρτα του σπιτιού ρωτώντας «να ντα πούμε;»

Τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς και το «πιατέλο με το πορτογάλι»…
Με το πιατέλο με το πορτογάλι ανά χείρας έλεγαν τα παιδιά και τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς. Τα πολύ μικρά παιδιά, μάλιστα, κρατώντας στο χέρι τους ένα «πιατελίνο ντου γκαφέ μ’ ένα πορτογάλλ’ απάνω τ’» γυρνούσαν κι αυτά την πόλη ευχόμενα «εις έτ’ πολλά», «καλή χρονιαααά» και τ’ χρόννν’» προς συλλογή μικροκερμάτων. Συχνά πάνω στο πορτοκάλι κάρφωναν κι ένα αυτοσχέδιο πολύχρωμο τριγωνικό ή παραλληλόγραμμο σημαιάκι.
Το έθιμο αυτό συναντάται σε παραλλαγή και στην Κεφαλονιά:

«Όλοι οι μικροδουλευτάδες και οι κάθε είδος φτωχοί, ή όσοι είπαν τη νύχτα τα κάλαντα και δεν πήραν αμοιβή, συνηθίζουν να γυρίζουν όλο το πρωί της Πρωτοχρονιάς κρατώντας ένα δίσκο ή ένα πιατέλο στο χέρι όπου έχουν βάλει “πορτογάλι» (πορτοκάλι), στολισμένο με μοσχοκάρφια (“πρόκες και γαρούφαλο»). Το πορτοκάλι είναι ένα μέσο μέσο αξιοπρεπής επαιτείας. Το προτείνουν απλώς σε κείνον που θα συναντήσουν και του λένε: “Χρόνια Πολλά». Αυτό σημαίνει ότι περιμένουν ένα φιλοδώρημα. Είναι γνωστό ότι από τα ρωμαϊκά χρόνια και τα βυζαντινά χρόνια αντάλλασαν δώα, “καρπούς» και γλυκίσματα την Πρωτοχρονιά. Γλυκά και δώρα ανταλλάσουμε και σήμερα. Τέτοια, λοιπόν, σημασία μιας συμβολικής ανταλλαγής έχει και το πορτοκάλι του φτωχού Κεφαλονίτη. Κάτι προσφέρει κι αυτός στον αφέντη, που του δίνει μποναμά μόνο που ο αφέντης δεν το παίρνει κι έτσι ο φτωχός μπορεί να το προσφέρει και σ’ άλλους».
Λουκάτος, Δημήτριος Σ., «Η γιορτή της Πρωτοχρονιάς στην Κεφαλονιά».

«Περίεργον έθιμον είναι και η υπό των πτωχών παίδων, των επαιτών και των νεοκόρων εθιζόμενον, καθ’ ω περιφέρουσιν ούτοι προς χρηματολογίαν επί δίσκου ή πιατέλου πορτακάλιον εις ω ενσφηνούνται πρόκες γαρυφάλλου. Είναι ημέρα δώρων προς αλλήλους. Ο πτωχός, όμως, δεν έχει δώρα πλούσια και πολυτελή, ουδέ χρήματα και προσφέρει απλούν πορτοκάλιον προς τον εις ων αποτείνεται, ούτος δε του αντιδωρεί χρήμα, επιστρέφον το πορτοκάλιον τω πτωχώ δωρητή…»
Τσιτσέλης, Ηλίας Α., «Λαογραφικά της Κεφαληνίας — Έθιμα Πρωτοχρονιάς εν Κεφαληνίαν (απόσπασμα), Ληξούριον 1 Δεκεμβρίου 1901», Σπύρου Σκινιωτάτου, Παγκεφαληνιακόν Ημερολόγιον 1938, σ. 140-144.

Το πιατέλο, όμως, με το πορτοκάλι το χρησιμοποιούσαν στα κάλαντα και οι ενήλικες «καλανταδόροι». Αυτοί, φυσικά, ήταν πιο οργανωμένοι. Οι καλανταδόροι ψαράδες των λαϊκών συνοικιών του Π(ου)λιού και της Αγίας Κάρας «σκάριαζαν», μάλιστα, και ένα ομοίωμα-μικρογραφία σημαιοστόλιστου ιστιοφόρου πλοίου τύπου γολέτας μήκους περίπου ενός μέτρου με ένα ή συνηθέστερα δύο πανιά, κουπιά, άγκυρα κ.λπ., το οποίο μετέφεραν δύο άτομα. Ένας από τους καλανταδόρους κρατούσε στο χέρι του και το «πιατέλο με το πορτογάλι», ενώ άλλος κρατούσε ένα καλάθι για να βάζουν μέσα τα φιλέματα της ημέρας, που τους τα έδιναν οι νοικοκυρές (γλυκά κι αβγά). Το καλάθι, συχνά, το στόλιζαν με άνθη της εποχής και ευώδεις «φουστίνες».

Αναπαράσταση του εθίμου των καλάντων με το πορτογάλι. Πρωτοχρονιά 1980. Εικονίζονται οι Χρήστος Ζακχαίος και Γεράσιμος Αλέσιος (Μάκης Πίτσικας). Πηγή: «Ο Ζακχαίος και το έθιμο με τα πορτοκάλια», 12 Ιανουαρίου 2019, www.aromalefkadas.gr

Με την εισαγωγή των γραμμοφώνων στην Λευκάδα, στην παρέα προστέθηκε κι ένας ακόμη που μετέφερε στα χέρια του ένα γραμμόφωνο με μεγάλο χωνί, στολισμένο συνήθως κι αυτό εορταστικά με λουλούδια της εποχής, που ο δίσκος του έπαιζε τα «αθηναϊκά» πρωτοχρονιάτικα κάλαντα εκείνων των καιρών, διαφορετικά από τα τοπικά, τα οποία με την πάροδο του χρόνου εκτόπισαν εντελώς. Μαζί μετέφερε κι ένα τραπεζάκι όπου ακουμπούσε κάθε φορά το γραμμόφωνο «για να τα πει», έτσι ώστε να μη χαλάει η πλάκα (ο δίσκος που ήταν ήδη ταλαιπωρημένος από τη χρήση), αλλά και για να μη κοψομεσάζεται («για να μη τ’ πιαστούν οι κόξες τ’») ο μεταφορέας του.
Από το 1900 και μετά, μαρτυρείται ότι τα κάλαντα στην πόλη τα έλεγαν και οργανωμένες ομάδες κανταδόρων  αυτές, βέβαια, χωρίς το πιατέλο με το πορτογάλι ανά χείρας.

Το τυχερό παιχνίδι «πορτογάλ(ι)» ή «καρφωτό»…
Τις μέρες αυτές, εθιμικά, έπαιζαν στην πόλη τόσο τα παιδιά όσο και οι ενήλικες το τυχερό παιχνίδι «πορτογάλ(ι)» ή «(γ)καρφωτό». Χρησιμοποιούσαν ένα πορτοκάλι ως στόχο κι από απόσταση προσπαθούσαν να το καρφώσουν με ένα χαλκωματένιο κέρμα. Εάν το πετύχαιναν το κέρδιζαν, ενώ στην αντίθετη περίπτωση πλήρωναν το αντίτιμό του. Σε κάθε βολή, όμως, πόνταραν τόσο αυτοί όσο και οι συμπαίχτες τους ένα χρηματικό ποσό, που το ύψος του ήταν ανάλογο όχι μόνο της οικονομικής τους δυνατότητας αλλά και του πόσο καλό παίχτη θεωρούσε ο καθένας τον εαυτό του ή αυτόν πάνω στον οποίον πόνταρε, ή πόσο φανατικός τζογαδόρος του παιχνιδιού αυτού ή και γενικότερα ήταν.

Το εθιμικό αυτό τυχερό παιχνίδι συναντάμε και στην Κεφαλονιά:

«Ο τζόγος όμως των παιδιών και της γειτονιάς είναι εντελώς εθιμικός και πρόσκαιρος. Με τις εισπράξεις που έχουν από τα κάλαντα και τους μποναμάδες, παίζουν στους δρόμους διάφορα παιγνίδια της δεκάρας ή της δραχμής, το “πατρινό”, το “πίτσι”, το “τοιχάκι” κ.ά., κι ακόμα παίζουν το κάρφωμα του πορτοκαλιού, όπου όποιος ξέρει να ρίξει καρφωτό το “φράγκο» του και να τρυπήσει (“μία κι άφανη!”) παίρνει δικό του το πορτοκάλι».
Λουκάτος, Δημήτριος Σ., «Η γιορτή της Πρωτοχρονιάς στην Κεφαλονιά».

Κατατοπιστικό για τα πορτογάλια στον αστικό εθιμικό κύκλο κι απολαυστικό στην ανάγνωση είναι και το παρακάτω κείμενο, γραμμένο στο ιδίωμα της πόλης, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Παναγιώτη Τ. Ματαφιά (Νότη Μπρανέλου), Απ’ τον Αη-Μηνά ίσαμε τον Πόντε, Αθήνα 1992, σ. 15-16.

«Τα πορτογάλια»

«- Μπα, μπα, μπα… αν είστενε χριστιανοί!… Με σαμπατήσανε, μπονόρα-μπονόρα και ξεντριγάρ’σα.
– Εεεε!… Τι σ’ ηύρε μαρή θυατέρα και ξ’λοκρέν’ς;…
–  Α!… Καλ’μέρα, θειά, με σ’μπαθάς κιόλας• δεν νείχα βλέπ’ς τα μέντε μου εδώ. Με σαμπατίσανε, χριστιανή μ’ από τα μαύρα χαράματα, σα ντα καρκάτζελα. Ίσαμε διακόσες βολές, που λέει ο μαυράνθρωπος, θ’ αν’γόκλ’σα τ’ μπόρτα μ’, η δόλια. Ν’σάφ’ δε γκάμανε• βαΐσανε τα γόνατά μου.
– Τι γίν’κε μαρή κουρεμαδιά; Ποιοι σε σαμπατήσανε, λες;
Τα «πορτογάλια», θειά μου. Δε μπρόκανε να βγει τόνα και δελόγκου κομ-μπαρίρ’ζε τ’ άλλο. Μελεούνια, χριστιανή μου! Δε γκάμανε άλλ’ δ’λειά ίσαμε τα τώρα.
–  Μπα, μαρή πολύπαθη κιο θα σώφ’γε κι ο μύριος ο παράς, με δαύτα!
–  Λες, η αφεντιά σου, ότ’ για τα βολάκια κρένω; Ω χριστιανή μ’! Παιδάκια είναι• τα βγάλν’ς και μ’ ένα τσαντέζ’μο, π’ λέει κι ο λόγος. Το σασιναμέντο τσου είναι π’ δε νταγιαντάου.
–  Ε, μέρες που ’ναι• μπορούμε να κάμ’με κι αλλιώτ’κα, δα; Εθίματα είν’ η αφεντιά τσου βλέπ’ς…
–  Καλά, τέλος πάντων… Δε μ’ λες κάτι άλλο θεια, η αφεντιά σου σα μπαλιότερη, θα γξέρεις. Δε σ’ κάζει, ότ’ τούτες τσι μέρες τριομφάρ’ το πορτογάλ’;
– Ναίσκε, μαρή θυατέρα και να στο ξ’γήσω δελόγκου. Λ’πόν, βλέπ’ς, εξόν που ’ναι η εποχή τσου, το καλούνε κι οι μέρες. Όθε να τ’ράξεις, από του Χριστού ίσαμε του Φωτώνε πορτογάλια βλέπ’ς: Αυτά π’ λέγαμε, που βαστάνε τα παιδάκια για τα «χρόνια πολλά», τ’ άλλα, εκειά που ’ναι απόλ’πα απ’ τη ντάβλα του Σταυρού και στο δείπνο τση παραμονής τ’ Αη-Βασ’λειού, άσε ούλα εκειά τα μάτσα που βαστάμε του Φωτώνε και τα β’τάμε στ’ θάλασσα, τ’ νώρα που πέφτ’ ο Σταυρός κι αγιάζ’νε τα νερά…
–  Γιατί τα β’τάμε, αλήθεια θειά;
–  Για να αγιάζ’νε, μαρή. Απ’ αυτά να σ’ δώκω να καταλάβ’ς, βάν’με στα κονίσματα κι άμα κάν’ φουρτούνες, πετάμε από δαύτα στο πέλαγος για να κατακαθήν’νε.
– Α, μάλ’στα… Γι’ αυτό έβλεπα πολλές βολές, το χ’μώνα, να πλένε πορτοκάλια ξερά στο πέλαγο και δε νήξερα από πούθε ήτανε.
–  Από δαύτα ήτανε μαρή κοπέλα μου. Θέλ’ς τώρα να σ’ πω και κάτι άλλο; Με τα καλότ’χα και τα καλόμ’ρα τα πορτογάλια, ίσαμε και τζόγο σκαρφιστήκανε να κάμ’νε.
– Τζόγο, τα πορτογάλια;
– Τζόγο, ναίσκε, καψόπαιδό μου. Και μη μπεις οι κοσνόλ’ μοναχά, μα κι οι μεγάλ’, ν’κοκυραίοι αθρώπ’. Το «καρφωτό» π’ το λένε.
– Και πως το παίζ’νε;
– Σκαριάζ’νε, κάπου ψ’λά ένα πορτογάλ’ και το βάν’νε στο σ’μάδι με νια χαλκωματένια δεκάρα, από κειές τσ’ παλιές, τσι ξέρ’ς κι όγοιος το λάβ’ κερδαίν’.
-Τι κερδαίνει;
– Το πορτογάλ’ μαρή, ή δ’ αλλιώς το πλερών’…
– Χαράς το τζόγο, χριστιανή μ’. Άκ’ κερδαίν’… Τι κερδαίν’ παναπεί; Ένα μπιομπό κερδαίν’.
– Στάκα δα, μαρή. Δε μ’ άφ’σες να σ’ αποσώσω. Σε τούτο π’ λες το καλοφούρτ’νο το «καρφωτό», τζόγια μ’, τζογάρ’νε και βολάκια. Ίσαμε κατοστάρ’κα, λένε, βάν’νε κάτ’…
–  Μη μ’ το λες…
–  Στο λέου… Άει τώρα, και του χρόν’ νάστενε καλά με το ν’κοκύρ’ σου.
– Φχαρ’στώ, θειά μου. Νάσαι καλά κι η αφεντιά σου με τ’ φαμελιά σου».

Από πότε κρατά το έθιμο και από που έρχονται οι ρίζες του;
Όπως ανέφερα παραπάνω, η παλαιότερη αναφορά που έχουμε στο έθιμο της εμβάπτισης των πορτοκαλιών την ημέρα των Θεοφανείων στα θαλάσσια ύδατα είναι στην εφημερίδα Λόγος του 1920. Πριν από την ημερομηνία αυτή έχουν σωθεί ελάχιστα, αναλογικά, τεύχη λευκαδίτικων εφημερίδων και σε αυτά που είχα τη δυνατότητα να ανατρέξω δεν βρήκα καμιά επιπλέον αναφορά.
Στο άρθρο, όμως, του 1920 αναφέρεται ότι την εμβάπτιση των πορτοκαλιών την κάνουν οι τηρητές των εθίμων. Είναι λοιπόν ήδη το έθιμό μας παλιό την εποχή εκείνη. Μας πηγαίνει, με βεβαιότητα, βαθιά στον 19ο αιώνα.
Το έθιμο έχει, όμως, πιστεύω τις βαθύτερές του ρίζες στα χρόνια της βενετοκρατίας και μάλιστα το πιθανότερο στον 18ο αιώνα.
Το έθιμο δεν θα μπορούσε να έρχεται από την Τουρκοκρατία (εκτός αν είχε ρίζες στην εποχή της Φραγκοκρατίας πράγμα δύσκολο) για μια σειρά λόγους που θα παραθέσω περιληπτικά:
Η τουρκοκρατία διέκοψε βίαια την πολιτική και πολιτιστική κοινή πορεία του νησιού με τα υπόλοιπα νησιά του νότιου Ιονίου και στη συνέχεια από τις πολυποίκιλες εξελίξεις στον βενετικό νησιωτικό Ιόνιο χώρο. Το 1479, τη χρονιά δηλαδή που η Λευκάδα έπεσε στα χέρια των Τούρκων, η πόλη της ήταν πρωτεύουσα του Δουκάτου της Λευκάδας και της Παλατινής Κομητείας της Κεφαλονιάς και της Ζακύνθου. Η πόλη βρισκόταν μέσα στο κάστρο και έξω από αυτό στη δυτική του πλευρά. Στην Αυλή των Τόκων είχε αναπτυχθεί για τα δεδομένα της εποχής πολιτιστική ακμή, μαρτυρείται μάλιστα και Λευκαδίτης φιλόσοφος κι απ’ αυτήν πέρασε κι ο βυζαντινός ιστορικός της Άλωσης Γεώργιος Σφραντζής, ενώ στην Τέχνη έδωσε το παλαιότερο σωζόμενο δείγμα συγκερασμού της δυτικής και ανατολικής ζωγραφικής στις υπέροχες τοιχογραφίες του ναού της Οδηγήτριας. Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς το πόσο διαφορετική θα ήταν η πορεία πόλης και νησιού εάν δεν είχε μεσολαβήσει η τουρκική κατάκτηση.
Την εποχή των Οθωμανών, η πόλη της Αγίας Μαύρας ήταν ουσιαστικά τετρακωμία. Τρεις «κώμες» στο Κάστρο και μία στη σημερινή Λευκάδα.
Η τελετή της εμβάπτισης του Σταυρού μόνο σε μία από αυτές τις «κώμες» θα μπορούσε να τελεστεί: στο Μπόργκο ή Χώρα, τη μεγάλη δηλαδή συνοικία που εκτεινόταν δυτικά του κάστρου στην περιοχή του σημερινού ΤΑΟΛ και του Καλκανέικου σπιτιού, στην οποία διέμεναν κατά κύριο λόγο χριστιανοί. Είναι, όμως, δύσκολο να τη φανταστούμε να πραγματοποιείται μπροστά στα μάτια των Οθωμανών στρατιωτών του κάστρου, αλλά και των μουσουλμάνων πειρατών που κατέκλυζαν τη Λευκάδα της εποχής ως σπουδαίο πειρατικό κέντρο.

Η τετρακωμία της Λευκάδας. Πηγή: Λιάτα, Ευτυχία (επίμ.) Με την Αρμάδα στο Μοριά, 1684 – 1687: ανέκδοτο ημερολόγιο με σχέδια, εκδόσεις Ι.Ν.Ε./Ε.Ι.Ε., Ολκός, Αθήνα, 1998.

Στις κώμες του Κάστρου και της Άλλης Μεριάς που απλώνονταν προς την πλευρά της Ακαρνανίας, δεν θα μπορούσε να τελεστεί. Στην πρώτη δεν κατοικούσαν για ευνόητους λόγους χριστιανοί και στη δεύτερη δεν αναφέρονται χριστιανικοί ναοί.
Ούτε, τέλος, και στον μικρό χριστιανικό οικισμό Νιοχώρι ή Αμαξική, που βρισκόταν στη θέση της σημερινής πρωτεύουσας, θα μπορούσε να τελείται, δεδομένου ότι εκεί υπήρχε μια και μόνη μικρή ξύλινη εκκλησία, ο Άγιος Αθανάσιος δίπλα στη σημερινή Μητρόπολη, και δεν είχε διαμορφωμένο λιμένα.
Σημαντικά είναι δύο ακόμη στοιχεία που ενισχύουν τα παραπάνω: Το πρώτο ότι ο μητροπολίτης της Λευκάδας για λόγους ασφάλειας διέμενε την περίοδο εκείνη πολύ μακριά από την πόλη, στο μοναστήρι της Επισκοπής στους Σφακιώτες, και το δεύτερο ότι στις πηγές της εποχής δεν αναφέρεται παραγωγή πορτοκαλιών.
Η εμβάπτιση των πορτοκαλιών εισήλθε, λοιπόν, στον αστικό εθιμικό κύκλο του Δωδεκαήμερου με τον ερχομό των Βενετών και την επιστροφή της Λευκάδας στο ιόνιο συνεχές, αναγόμενο στα έτη που η νέα πόλη είχε συγκροτηθεί πια κοινωνικά, ταξικά και πολεοδομικά, είχαν αναγερθεί οι περισσότερες εκκλησίες της, ο ναός της Ευαγγελίστριας είχε γίνει μητροπολιτικός κι ο μητροπολίτης είχε πια εγκατασταθεί σε αυτήν και στο άστυ. Τέλος, που ο λευκαδίτικος πληθυσμός είχε αρχίσει να παγιώνει τα διακριτά συμπεριφορικά, εθιμικά, πολιτιστικά και γλωσσικά χαρακτηριστικά του.

Η τελετή της βάπτισης και της ανέλκυσης του σταυρού και η δεξαμενή της Μεγάλης Βρύσης

Ο μεγάλος μας λαογράφος Π. Κοντομίχης, στα Λαογραφικά Σύμμεικτα Λευκάδας, βάσει της δημοσιευμένης βιβλιογραφίας της εποχής του, θεωρούσε ότι η πόλη δεν είχε τον κατάλληλο λιμένα για την τελετή εμβάπτισης και ανέλκυσης του τίμιου σταυρού και φυσικά των πορτοκαλιών («λάσπη και βουρλιές ήταν εκεί» γράφει χαρακτηριστικά). Κατά τον ίδιο, σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες ηλικιωμένων η τελετή γινόταν στα πριν από τα 1900 χρόνια στη δεξαμενή του υδραγωγείου της Μεγάλης Βρύσης, ενώ το έθιμο των πορτοκαλιών συνδέεται με τα μεγάλα κτήματα που είχαν εκεί κάποιοι από τους ευγενείς και τους αστούς εμποροκτηματίες, που ανάμεσα στις άλλες καλλιέργειες διέθεταν και εσπεριδοειδή.

Αποτύπωση της περιοχής της Μεγάλης Βρύσης και της Fontanone, μέσα 19ου αι. Πηγή: Νίκος Βαγενάς, Πάτρια Ίχνη, Fagotto Books, Αθήνα 2014, σ. 97-101. Το σχεδιάγραμμα εναπόκειται στα Γ.Α.Κ. νομού Λευκάδος.

Είναι, όμως, έτσι;

Οι προφορικές μαρτυρίες, όταν ανάγονται σε παλαιότερες εποχές μιας ή δυο γενεών, συχνότατα αποτελούν κατασκευές που επιχειρούν με λογικοφανή ή όχι τρόπο να εξηγήσουν γεγονότα, έθιμα κ.ο.κ. και με την επανάληψή τους παγιώνονται στη συλλογική μνήμη ως «ιστορική βεβαιότητα». Μέχρι την επιβεβαίωση ή όχι της Μεγάλης Βρύσης, μέσω των πηγών, ως χώρο της βάπτισης του σταυρού, ας δούμε αν υπήρχαν οι δυνατότητες τούτη να γίνεται στο παραλιακό μέτωπο της πόλης στα πριν το 1900 χρόνια. (Ο λιμένας της πόλης στη σημερινή του μορφή χρονολογείται στα 1898-1900 και είναι έργο της γαλλικής εταιρείας «Πετί Μερμέ και Ρασπινί».)

Στη βενετοκρατία
Από την εποχή της βενετοκρατίας δυστυχώς δεν σώζεται, απ’ όσο γνωρίζουμε, κάποια αποτύπωση των θαλάσσιων ορίων της πόλης και των όποιων λιμενικών έργων υπήρχαν σε αυτά. Η αστική «ακτογραμμή» διέφερε πολύ από τη σημερινή, αφού κατέληγε λίγο πιο κάτω από τη σημερινή Κάτω Βρύση (βλ. χάρτη Ν. Βαγενά).

Το παραλιακό μέτωπο της πόλης την εποχή της βενετοκρατίας (σκαρίφημα Ν. Βαγενάς). Πηγή: Νίκος Βαγενάς, Πάτρια Ίχνη, Fagotto Books, Αθήνα 2014, σ. 70.

Ούτε γνωρίζουμε το πού ακριβώς βρισκόταν ο υποτυπώδης μόλος της και το πώς ήταν διαμορφωμένος, εκεί δηλαδή απ’ όπου φορτώνονταν προϊόντα, εμπορεύματα και άνθρωποι για να μεταφερθούν από και προς το κύριο λιμάνι που υπήρχε στο κάστρο. Δεν γνωρίζουμε, επίσης, αν σε κάποιο σημείο του παραλιακού μετώπου έγινε εκβάθυνση για να τον προσεγγίζουν και πλοία με τρόπιδα. Δύο μόνο απεικονίσεις μας δίνουν κάποιες συγκεχυμένες πληροφορίες: α) σε λεπτομέρεια του χάρτη των Παλαιών Αλυκών του Spiridion Morazzo (1740), όπου εικονίζονται τα ανατολικά παράλια της πόλης και η μάλλον πασσαλόπηκτη Ντουγάνα (Τελωνείο), και β) σε πίνακα της πόλης του Antonio Paravia (τέλη βενετοκρατίας), όπου κοντά στο παραλιακό μέτωπο της πόλης βλέπουμε ένα μεγάλο ιστιοφόρο (πιθανότατα, όμως, πρόκειται για τυπικό εικονογραφικό θέμα, και τόσο μεγάλα πλοία να μη μπορούσαν να το προσεγγίσουν).

Spiridion Morazzo, Ανατολική παραλία της πόλης, 1740 (λεπτομέρεια χάρτη), Πηγή: Μαρία Λαμπρινού, «Οι Αλυκές της Λευκάδας», περ. Αρχαιολογία, τεύχ. 49, σ. 62, Δεκέμβριος 1993.
Antonio Paravia, Santa Maura ed Amaxichi (λεπτομέρεια), τέλη 18ου αι., Μουσείο Κορέρ, Βενετία. Στο παραλιακό μέτωπο της πόλης εικονίζεται μεγάλο ιστιοφόρο.

Αν υποθέσουμε, λοιπόν, ότι κάποια στιγμή η τελετή της βάπτισης του σταυρού γινόταν στην παραλία της πόλης, δύο θα ήταν τα υποψήφια μέρη γι’ αυτήν: ή το έστω και υποτυπωδώς διαμορφωμένο λιμάνι που αναφέραμε ή η αρχή της μεγάλης προκυμαίας την οποία ξεκίνησαν να κατασκευάζουν στα τέλη του 18ου αιώνα οι Βενετοί, με σκοπό να ενώσουν την πόλη με το Κάστρο, κι η οποία όμως έμεινε στα πρώτα στάδια εκτέλεσής της.

Στην αγγλοκρατία

Στα χρόνια της αγγλοκρατίας, ήδη από το 1811, είχε αρχίσει να διαμορφώνεται το παραλιακό μέτωπο με την κατασκευή ενός κρηπιδώματος που εκτεινόταν από τη «Ντουγάνα» (Τελωνείο — κοντά στη σημερινή πλατεία του Φοίνικα) έως και το τέλος του Καναλιού του Πουλιού. Πιθανότατα αυτό να ξεκινούσε ακόμη πιο ανατολικά από τη «Σανιτά» (το Υγειονομείο της εποχής — κοντά στο σημερινό κτίριο του ΤΑΟΛ). Το κρηπίδωμα αυτό ήταν πιο κοντά στην προκυμαία των ημερών μας σε σχέση με το βενετικό και εκτεινόταν παράλληλα με το Μποσκέτο, φτάνοντας σε ευθεία γραμμή μέχρι και το σημερινό ξενοδοχείο Ιόνιον Σταρ, εκεί δηλαδή που μετά το 1825 ανεγέρθηκε η καθολική εκκλησιά της Άμωμου Συλλήψεως (βλ. χάρτη Ν. Βαγενά).

Η εξέλιξή του παραλιακού μετώπου της πόλης από τη βενετοκρατία μέχρι την Ένωση (σκαρίφημα Ν. Βαγενάς). Πηγή: Νίκος Βαγενάς, Πάτρια Ίχνη, Fagotto Books, Αθήνα 2014, σ. 70

Σε επιχρωματισμένη γκραβούρα του 1864 που το απεικονίζει, φαίνεται αδιαμόρφωτο, με τα «προιάρια» και τα «μονόξυλα» τραβηγμένα στη στεριά. Προς τη σημερινή, όμως, γέφυρα του δρόμου του Κάστρου (τον Πόντε) πιθανόν να ήταν πλακοστρωμένο, όπως ήταν ο προαύλιος χώρος του Υγειονομείου (βλ. J. Cartwright, The Sanita at Santa Maura, 1821). Ας σημειωθεί ότι στα 1860 ολοκληρώθηκε και η κατασκευή του προαναφερόμενου δρόμου, που δια μέσου της λιμνοθάλασσας ένωνε την πόλη με το Κάστρο.

Μετά την Ένωση και ως το 1900

Σε γκραβούρα που εικονίζεται το Μποσκέτο (Veduta del Boschetto, giardino pubblico, περ. 1870), διακρίνονται πίσω του ιστιοφόρα πλοία. Προφανώς εκεί ήταν και η προκυμαία του «εσωτερικού λιμένα» της πόλης. Η αναπαράσταση του χώρου πρέπει να θεωρηθεί ακριβής, μιας και στις άλλες τρεις γνωστές απεικονίσεις της πόλης ο καλλιτέχνης διακρίνεται για την πιστότητα της εργασίας του.

Δημοτικός κήπος («Μποσκέτο», γκραβούρα, περ. 1870). Στο βάθος εικονίζονται ιστιοφόρα πλοία στο λιμάνι της εποχής

Στα 1895 μαρτυρείται ότι εκεί, στον «εσωτερικό λιμένα», κατέληγαν οι βάρκες μεταφοράς ανθρώπων και εμπορευμάτων οι οποίες κινούνταν παράλληλα με τον Δρόμο του Κάστρου από τον «εξωτερικό λιμένα» του Κάστρου. Αυτές, λόγω της στενότητας του καναλιού (6-10 μ.), τις κινούσαν οι βαρκάρηδες «αλτσάνα», τυλίγοντας δηλαδή ένα μεγάλο σκοινί γύρω τους και «σέρνοντάς» τις με τα πόδια από τον δρόμο του Κάστρου.
Σε τούτο τον λιμένα, την ίδια περίοδο, θα μπορούσε να γίνεται η τελετή καταδύσεως του σταυρού και του βαφτίσματος των πορτοκαλιών.
Εν αντιθέσει, μάλιστα, με τη Μεγάλη Βρύση, που απείχε μισή περίπου ώρα ποδαρόδρομο από την πόλη, ο λιμένας απείχε μόλις μερικά λεπτά, κι αυτό γιατί κατά τη βενετοκρατία και την αγγλοκρατία τα σπίτια της πόλης ήταν «στριμωγμένα» εκατέρωθεν της κεντρικής πλατείας, φτάνοντας με κάποια πυκνότητα μέχρι και την εκκλησία του Παντοκράτορα. Η διαδρομή ως τη Μεγάλη Βρύση θα ήταν για τους τότε χωραΐτες ακόμη πιο δύσκολη, εάν αυτή γινόταν υπό άσχημες καιρικές συνθήκες, δεδομένου ότι ο ανοιχτός χώρος δεν τους παρείχε καμιά κάλυψη από τα καιρικά φαινόμενα ενώ ακόμη και χωρίς αυτά θα ήταν δύσκολη η μετακίνηση μεγάλου αριθμού από αυτούς (λόγω ηλικίας, κ.ο.κ.). Το ίδιο θα δυσκολευόταν και η ευταξία της ιερατικής πομπής με επικεφαλής τον μητροπολίτη. Ας σημειώσουμε εδώ ότι ιδιαίτερη βαρύτητα θα είχε ο αγιασμός των υδάτων για τους πολυπληθείς ψαράδες και τους πολλούς (μέχρι το 1730) ναυτικούς της πόλης να τελείται στη θάλασσα της πόλης κι όχι σε μια δεξαμενή. Πορτοκαλιές, τέλος, υπήρχαν όχι μόνο στα κτήματα της Μεγάλης Βρύσης, αλλά και σε όλα τα μεγάλα κτήματα και σε αρκετά μικρότερα, σε όλη την έκταση του εύφορου κάμπου της πόλης που εκτεινόταν από τη Μεγάλη Βρύση μέχρι και τον Άι-Γιάννη τον Ατζούση.

Η εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής (Παναγιά Μεγαλοβρυσιώτισσα), 1891. Στ’ αριστερά βλέπουμε το χτιστό τοιχίο που συγκρατούσε και πιθανότατα συγκέντρωνε εκεί το νερό της πηγής εν είδει δεξαμενής. Ίσως εδώ και για κάποια περίοδο τελούνταν η βάπτιση του Σταυρού.

Από την τελευταία, βέβαια, υδρευόταν μέσω του υδραγωγείου η πόλη και ένα σημαντικό μέρος του κάμπου. Θεωρούνταν ως το απώτατο όριο της πόλης. Στα νερά της μάλιστα έπλεναν οι Αγιομαυρίτισσες τόσο τα χοντρόρουχά τους με τους κόπανους όσο και τα «στρωματόμαλλα» του γάμου τους… Η περιοχή της Μεγάλης Βρύσης ήταν από τους αγαπημένους τόπους της εξοχής, όπου μαζικά εξέδραμαν οι Μπουρανέλοι την Καθαρή Δευτέρα και την Πρωτομαγιά με τα φαγητά τους, τα μαντολίνα και τις κιθάρες τους, όπως επίσης και την Παρασκευή της Διακαινησίμου στην πανήγυρη της εκκλησίας της Παναγιάς της Μεγαλοβρυσιώτισσας (Ζωοδόχου Πηγής) με το ωραίο επτανησιακό καμπαναριό της.

Εν κατακλείδι, και σύμφωνα με τα παραπάνω γραφόμενα, η βάπτιση του Σταυρού θα μπορούσε να γίνεται στο λιμάνι της πόλης ήδη από τη βενετοκρατία.

Οι νοτιοϊονικές ρίζες του εθίμου
Πιθανότατα οι ρίζες αυτού του εθίμου θα πρέπει να αναζητηθούν στον νότιο ιονικό χώρο, από όπου θα εισήχθη την εποχή της βενετοκρατίας στο άστυ της Λευκάδας και με την πάροδο του χρόνου θα πήρε τα ιδιαίτερα και μοναδικά χαρακτηριστικά του.

Χάρτης Ελλάδας, 1857. Με κόκκινο εικονίζονται τα νησιά του Ιονίου κράτους και μάλιστα αυτά που συναντούμε έθιμα με πορτοκάλια την ημέρα των Θεοφανείων.

Με την εκδίωξη των Τούρκων το 1684, η Λευκάδα εντάχθηκε και πάλι στην πολιτισμική παράδοση του ιόνιου χώρου και στο ιταλικό συνεχές. Το διοικητικό, πολιτικό-ταξικό και οικονομικό μοντέλο, δοκιμασμένο ήδη επί αιώνες στα υπόλοιπα νησιά, εφαρμόστηκε σε αυτή, με τις κατάλληλες βέβαια ρυθμίσεις λόγω των νέων συνθηκών. Η Λευκάδα δέχθηκε μαζί και την πολλαπλή δυτική πολιτισμική επίδραση. Η επίδραση αυτή, φυσικά, ήταν πολύ πλατύτερη και βαθύτερη στην πρωτεύουσα του νησιού, στη γλώσσα, τη μουσική, τους χορούς, την αρχιτεκτονική (κυρίως των ναών), τον πολιτισμό γενικότερα αλλά και στα ήθη και τα έθιμα που εν τέλει διέκριναν έντονα τον αστικό χώρο απ’ αυτόν της υπαίθρου. Έτσι, η πόλη με τις καντάδες και τους χορούς της, με τις συμπεριφορές των κατοίκων της (αρχόντων, εμπόρων και ποπολάρων) με τα ιδιαίτερα έθιμά της (τη «Διάνα» την Πρωτοχρονιά, των Απόκρεω, του Πάσχα κ.ο.κ.) συγκρότησε και εικονοποίησε τον αστικό της χαρακτήρα. Συν τω χρόνω τα έθιμα και οι συμπεριφορές παγιοποιήθηκαν και απέκτησαν τα ιδιαίτερα ταυτοτικά τους χαρακτηριστικά.
Το έθιμο των πορτοκαλιών πιθανότατα να έρχεται από τη Ζάκυνθο, αφού και σε αυτήν συναντάμε —με διαφορές βέβαια— το έθιμο της χρήσης των πορτοκαλιών την ημέρα των Θεοφανείων.
Εκεί, όπως, θα διαβάσετε και στα αποσπάσματα βιβλίων και άρθρων που ακολουθούν, οι ιερείς στολίζουν ανήμερα των Θεοφανείων τους ναούς τους με αρμαθιές πορτοκάλια (τα εικονίσματα, τους πολυελαίους και την εξέδρα όπου πραγματοποιούνταν ο αγιασμός). Οι πιστοί προσέρχονται στην εκκλησία κρατώντας αρμαθιές πορτοκάλια, που εκεί τις ονομάζουν «τσούφες», τις οποίες βαπτίζουν στον αγιασμό εντός του ναού, ενώ στη συνέχεια, όπως και στη Λευκάδα, ένα τουλάχιστον από αυτά το βάζουν στο εικονοστάσι τους.
(Ας σημειωθεί εδώ ότι ο Τάκης Μαμαλούκας, σε προ τριακονταπενταετίας άρθρο του στην εφημερίδα Λευκάς, ονομάζει κι αυτός «τούφα» το «μάτσο πορτοκάλια», λέξη σπάνια στη χρήση της, με την ερμηνεία αρμαθιά, δέσμη, σύνολο στο λευκαδίτικο ιδίωμα, τουλάχιστον κατά τα έτη που εγώ άρχισα να ερευνώ το τοπικό λεξιλόγιο.)
Η ομοιότητα είναι εκπληκτική — πιθανότατα και στη Λευκάδα στις απαρχές του εθίμου τα πορτοκάλια να μην εμβαπτίζονταν στη θάλασσα αλλά κι αυτά εντός των εκκλησιών.
Τα αποσπάσματα που ακολουθούν προέρχονται από βιβλία και χειρόγραφες λαογραφικές εργασίες που αφορούν τη Ζάκυνθο, καθώς και από διαδικτυακά άρθρα που αναφέρονται στο θέμα. Η βιβλιογραφία είναι βέβαια λειψή, μιας και δεν τη γνωρίζω τόσο καλά όσο τη λευκαδίτικη. Νομίζω, όμως, ότι για τη φύση του άρθρου αρκούν προς το παρόν ώστε να καταδείξουν τις ομοιότητες και να στηρίξουν την παραπάνω υπόθεση.

«….Την εποχήν εκείνην συνήθειζον —όπως και τώρα— εις τας εκκλησίας την ημέραν των Θεοφανείων να στήνουν εις την μέσην παράλληλα του αρχιεπισκοπικού θρόνου το λεγόμενον πάλκο επί του οποίου ετελείτο η Βάπτισις. Μεταξύ δε των κεντρικών ναών εγεννάτο η άμιλλα εφημερίων και επιτρόπων περί του καλυτέρου, πλουσιωτέρου και υψηλοτέρου πάλκου. […] Το όλον δε πάλκο ήτο στολισμένον με νεραντζόφυλλα και τσούφες πορτοκάλια…»
Αβούρης, Ανδρέας Α., Τύποι Ιερέων, τύποις Καθημερινής, Ζάκυνθος 1940, σ. 15.

«…Κατά την ημέραν των Φώτων και μετά το πέρας των Ευχών του Αγιασμού εις τον ναόν, οι εκκλησιαζόμενοι λαμβάνουν εκ της κολυμβήθρας εις ποτήρια αγιασμόν και βαπτίζουν εντός της κολυμβήθρας τα οποία φέρουν εις δέσμας πορτοκάλια»
Ζώης, Λεωνίδας Χ., Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου, τόμος Β΄, Λαογραφικόν, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Αθήναι 1963, σ. 306.

«Μέσα στα οικογενειακά θρησκευτικά έθιμα της Ζακύνθου, είναι, όπως ξέρουμε όλοι, και το να στολίζουμε τα εικονίσματα με νεραντζόφυλλα. […] Τα μανάβικα-φρουτάδικα από το πρωί της παραμονής του αγιασμού, ανοίγουν γεμάτα με δέματα —μάτσα— από νερατζόφυλλα […] Πλάι στα νεραντζόφυλλα πουλιώνται, στα φρουτάδικα, και οι “τσούφες” τα πορτοκάλλια. Κλαδάκια πορτοκαλλιάς με “ορμαθούς” από δύο-τρία-τέσσερα, ή και περισσότερα πορτοκάλια. Αυτά τα αγοράζει κάθε οικογένεια για την ημέρα των Θεοφανείων. Συνήθως διαλέγουν μια “τσούφα” με τόσα πορτοκάλλια, όσα τα μέλη της οικογενείας, και το πρωί τα παίρνουν στην εκκλησία, τα βαφτίζουν, τα ραντίζουν, ή τα βουτάνε στο αγίασμα — και τα τρώγουν στο τραπέζι το μεσημέρι, μετά από το καθιερωμένο αυγολέμονο…»
Κοριατόπουλος Δημ. Σ., Απ’ όσα θυμούμαι. Συλλογή από τις πιο διαλεχτές αναμνήσεις της παλιάς Ζακύνθου, Αθήνα 1968, σ. 9-10.

Εξέδρα αγιασμού διακοσμημένη με πορτοκάλια, ναός Φανερωμένης, πόλη Ζακύνθου. Πηγή: «Στολίζονται οι εκκλησίες της Ζακύνθου για τα Θεοφάνεια», 4/1/2018, www.imerazante.gr.

«…του Φωτώνε βουτάνε τσι τσούφες τα πορτοκάλια στον αγιασμό στην εκκλησία. Τα βαφτίζουνε και παίρνουνε και αγιασμό […] τα πορτοκάλια τα καθαρίζουνε με το μαχαίρι και τη φλούδα τη βγάνουνε συνέχεια στη κορδέλα και το κρεμάνε στο τοίχο…»
Κόκλα, Γεωργία Α., Συλλογή λαογραφικής ύλης εκ της πόλεως Ζακύνθου, της νήσου Ζακύνθου, Βιβλιοθήκη Λαογραφίας ΕΚΠΑ, 1969, αρ. χειρ. 769, σ. 53-4.

«Την αυγή αμπονόρα του Φωτώνε επαγαίναμε στην εκκλησία μένα μάτσο νεράτζια με φύλλα και έτσι ο παπάς βάφτιζε τον αγιασμό, τα εβαφτίζαμε στον αγιασμό».
Ρουκανά, Μαρία Κ., Συλλογή λαογραφικού υλικού εξ Αγίου Δημητρίου, της νήσου Ζακύνθου Νήσος Ζάκυνθος, 1971, Βιβλιοθήκη Λαογραφίας ΕΚΠΑ, αρ. χειρ. 1255, σ. 161.

«…Ανήμερα τη Μεγάλη Γιορτή των Θεοφανείων, ή του Φωτώνε κατά το Ζακυνθινό ιδίωμα, νωρίς-νωρίς παίρναμε το δρόμο για την εκκλησία, φορώντας τα καλά μας και κρατώντας τσούφες πορτοκάλια ή νεράντζια φρέσκα-φρέσκα και με μπόλικα καταπράσινα φύλλα που θα τα βαφτίζαμε, στο τέλος της ακολουθίας, από αυτά τουλάχιστον ένα με φύλλα μαζί, έμπαινε στα «κονίσματα» και θα έμενε εκεί μέχρι την επόμενη χρονιά…»
Μούσουρα-Τσουκαλά Διονυσία, «Το Τριήμερο, άλλοτε. Τώρα;», Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2010, www.nyxthimeron.com.

«…Επίσης, με τούφες από νεράντζια και πορτοκάλια στολίζονται την ημέρα των Φώτων και οι πολυέλαιοι, αλλά και ορισμένες εικόνες στο εσωτερικό του ναού. Ακόμη οι πιστοί τοποθετούν πάνω στο πάρκο που έχει στηθεί εντός του ναού, και στο οποίο θα λάβει χώρα η ιεροτελεστία του αγιασμού, τούφες πορτοκάλια, για να βαφτιστούν από τους ιερείς…»
«Στολίζονται οι εκκλησίες για τα Θεοφάνεια — Μοναδικά τα έθιμα της Ζακύνθου», 4/1/2019, www.imerazante.gr.

Πολυέλαιος διακοσμημένος με πορτοκάλια. Ναός Παναγούλας Μπανάτου. Πηγή: π. Καποδίστριας, Παναγιώτης, «Πανέτοιμο το πάλκο και οι ιδιότυπες ζακυθινές διακοσμήσεις για τη γιορτή του Φωτώνε 2016 εν Βανάτω», φωτογραφία: Ι.Π. Καποδίστριας, Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016, www.nyxthimeron.com.

«Την παραμονή των Θεοφανείων στολίζουμε τα εικονίσματά μας με πικρονέρατζα (πικρά πορτοκάλια) και περνάει ο παπάς και μας Αγιάζει τα εικονίσματα και το σπίτι. Την άλλη μέρα, τα Θεοφάνεια, πάμε όλοι στην εκκλησία με φούντες πορτοκάλια. Τα αφήνουμε πάνω στο πάρκο. Στην λειτουργία ο πάπας, κάνει τον Αγιασμό, βαφτίζει τα πορτοκάλια και αγιάζει τους ανθρώπους, ραντίζοντάς τους με Αγιασμό. Μετά από τη λειτουργία βουτάμε τα πορτοκάλια μέσα στον Αγιασμό, τα αγιάζουμε και τα παίρνουμε σπίτι μας μαζί με λίγο αγιασμό που βάζουμε στα μπουκάλια ή στα ποτήρια που έχουμε φέρει μαζί μας».
Αλυσανδράτου, Κατερίνα, «Τα Ζακυνθινά Θεοφάνεια», eptanisos.blogspot.com.

Την εξέδρα της βάπτισης (πάρκο) στο εσωτερικό του ναού τη στόλιζαν λαμπρά και στην Κεφαλλονιά χρησιμοποιώντας ανάμεσα σε άλλα και κλαριά με πορτοκάλια. Τον στολισμό αυτό, όμως, τον συνάντησα μόνο σε δύο άρθρα: ένα έντυπο και ένα διαδικτυακό. Στα πολλά άλλα λαογραφικά βιβλία, άρθρα και χειρόγραφες συλλογές λαογραφικού υλικού που ανέτρεξα δεν τον συνάντησα ξανά, πιθανόν όμως να αναφέρεται και σε άλλες πηγές που δεν τις γνωρίζω. Ίσως να ήταν ένα έθιμο διαδεδομένο στο παρελθόν, το οποίο με την πάροδο των αιώνων ατόνησε.

«Στήνουν εξέδρα στη μέση της εκκλησιάς και την ντύνουν με πρασινάδες με έλατα, πρώτα-πρώτα από το μεγάλο Βουνό, που τους ρίχνουν απάνω μπαμπάκια -τάχα πως είναι χιονισμένα- με μυρτσίνες και σκίνους έπειτα και με κάθε πράσινο του δάσους, που θυμίζει ύπαιθρο, κι ακόμη βάνουν κλάρες φορτωμένες με πορτοκάλια ιδιαίτερα στα παραγωγικά χωριά».
Λουκάτος, Δημήτριος Σ., «Το δωδεκαήμερο και οι τρεις γιορτές των στην Κεφαλονιά», Επτανησιακό Ημερολόγιο 1961, σ. 144.

«Στις περισσότερες εκκλησίες του νησιού μας οι ιερείς με τους επιτρόπους έχουν στήσει ένα ωραίο πάρκο της Βάπτισης, όσο μπορούνε πιο καλλιτεχνικό. Επιστρατεύουν κάθε λογής πρασινάδες, ελατόκλαρα, φοίνικες και μούσκλια, ακόμη και κλαριά με πορτοκάλια για να κοσμήσουν όσο γίνεται επιβλητικά το πάρκο».
Γαλανός, Γεράσιμος Σωτ., «Τα κεφαλονίτικα έθιμα των Θεοφανείων», 5 Ιανουαρίου 2017, www.kefalonitikanea.gr.

Τόσο την εξέδρα της βάπτισης όσο και την τράπεζα του Μέγα Αγιασμού τη στολίζουν και στο νησί των Κυθήρων με πορτοκάλια.

Μητροπολιτικός ναός Εσταυρωμένου, Χώρα Κυθήρων. Πηγή: «Τα Θεοφάνεια στα Κύθηρα», www.poimin.gr, 7 Ιανουαρίου 2018.

«Tην εξέδρα του Μεγάλου Αγιασμού στολίζουν με εποχιακά άνθη, κυρίως μανούσια και μυρτιές, πορτοκάλια και ροσμαρίνια»
Χάρου, Ελένη, «“Και τα Φώτα φωτερά” στα Κύθηρα», 4 Ιανουαρίου 2017, www.eleniharou.gr.

Κατάδυση Τιμίου Σταυρού, Καψάλι. Πηγή: «Τα Θεοφάνεια στα Κύθηρα», www.poimin.gr, 7 Ιανουαρίου 2018.

«Με καλό καιρό τελέστηκαν οι εορταστικές εκδηλώσεις των Θεοφανείων στο νησί των Κυθήρων. Επίκεντρο του εορτασμού ο ιστορικός Μητροπολιτικός Ναός του Εσταυρωμένου στη Χώρα […] Τηρώντας το τοπικό επτανησιακό έθιμο, η προευτρεπισμένη τράπεζα με τον Μέγα Αγιασμό των Θεοφανείων ήταν στολισμένη με ντόπια εσπεριδοειδή…»
«Η δεσποτική εορτή των Θεοφανείων στα Κύθηρα», 2018, www.arxon.gr.

Το έθιμο των πορτοκαλιών δεν το συνάντησα παρά την έρευνα μου ούτε στην πόλη και στα χωριά της Κέρκυρας, ούτε στους Παξούς ούτε και στην Ιθάκη, με εξαίρεση τους Οθωνούς τον ακριτικό φρούρο του Ιονίου.

Πηγή: Dorita Kouri, Θεοφάνεια στους ΟΘΩΝΟΥΣ!! Ο στολισμός με πορτοκάλια!!, Φωτογραφία: Αρετή Μάστορα, 5 Ιανουαρίου 2020, Τα Ιόνια Νησιά τότε και τώρα (facebook group).

Ας σημειωθεί ότι πορτοκάλια χρησιμοποιούν στον στολισμό της εκκλησίας στα Θεοφάνεια σε χωριά του νομού Θεσσαλονίκης (Ασβεστοχώρι, Βασιλικά, Κερασιά, Χορτιάτης κ.λπ.), αλλά και κατά τον αγιασμό στη Μονή Παναγίας της Πορτοκαλούσας στο Άργος. Τα έθιμα, όμως, αυτά δεν έχουν αναλογίες με τα επτανησιακά.

Αναφερόμενος στα έθιμα του επτανησιακού χώρου θα πρέπει να υπογραμμίσω και το εξής: παρά τις πάμπολλες λαογραφικές μελέτες, άρθρα, συλλογές που από σχεδόν δύο αιώνες έχουν γραφτεί για καθένα από τα νησιά μας, λείπουν οι μεγάλες συνθετικές εργασίες που θα αναδείκνυαν τις κοινότητές τους. Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται (έστω και μόνο για το έθιμο των πορτοκαλιών, αφήνοντας έξω τα Κάλαντα, τα φαγητά των ημερών, τα «παγανά» και τα τόσα άλλα ακόμη) το άρθρο που μόλις διαβάσατε για τα Φώτα.

Ευχαριστίες οφείλω στον π. δρ. Ιωαννίκιο Ζαμπέλη, τον π. δρ. Ιωάννη Μεσολωρά και τον συγγραφέα Σπύρο Καρυδάκη για τις σημαντικές πληροφορίες και τις παρατηρήσεις τους.

Τελειώνοντας το άρθρο μου, υπομονετικέ αναγνώστη και υπομονετική αναγνώστρια, αντί του συνηθισμένου επίλογου δράττομαι της ευκαιρίας να σου ευχηθώ ολόψυχα κι από εδώ α λα παλαιά:
«Καλά Φώτα άλτρα μπάντα και γκαλός φωτ’σμός! Νάστενε, ψ’χή μ’ όλ’ γκαλά κι οι αφεντιές σας κι οι φαμίλιες σας. Και ντ’ Χρόνου με υγεία να ντα ξαναβ’τήξωμεεε!»

Προηγουμενο αρθρο
Ο άδικος χαμός της Αφροδίτης ας γίνει βήμα προς την αυτογνωσία μας
Επομενο αρθρο
Φωτιές 50 μέτρων, θερμοκρασίες 50 βαθμών Κελσίου ζώνουν το Σίδνεϊ

2 Σχόλια

  1. Βασίλης Φίλιππας
    8 Ιανουαρίου 2020 at 12:53 — Απάντηση

    Καλησπέρα μόλις είδα το σχόλιο και ευχαριστώ! Μου δίνει την ευκαιρία να πω κάποια πράγματα παραπάνω… Η αλήθεια είναι ότι για την οικονομία του άρθρου δεν περιέγραψα τα έθιμα όσο θα ήθελα γιατί αυτό θα κατέληγε τόσο μεγάλο που δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό του… Έτσι ανάμεσα σε άλλα δεν το προσέγγισα π.χ. από εκκλησιαστικής πλευράς παρά μόνο ακροθιγώς, ούτε αναφέρθηκα στην ίδια την ιστορία του πορτοκαλιού, ενώ άλλες πληροφορίες τις αφαίρεσα κατά το τελικό χτένισμα του κειμένου, ελπίζοντας, ότι σε κάποια άλλη ευκαιρία θα τα ανέφερα. Εν συντομία και για να μην κουράζω: Το πορτοκάλι εισήχθη, βέβαια, στην Ευρώπη είτε μέσω των θαλασσίων οδών (αρχικά μέσω του Περσικού κόλπου-Μεσσογείου ή Μαύρης Θάλασσας, στα τέλη του 15ου αιώνα, ενώ ο πιο γνωστός του τύπος από την μακρινή άπω Ανατολή από τους Πορτογάλους εμπόρους στις αρχές του 16ου αιώνα, το περίφημο “πορτοκάλι της Λισσαβόνας” (Aurantium olysiponensis) και γρήγορα εξαπλώθηκε η καλλιέργειά του. Αρχικά φυσικά ήταν είδος πολυτελείας, εξ ου και οι ορανζερί και οι πίνακες των ευγενών και των μεγαλοαστών να κρατούν ένα πορτοκάλι στο χέρι τους ή που το περιλαμβάνουν στην εικονογραφία τους οι ζωγράφοι ως δείγμα του πλούτου του εικονιζόμενου. Αυτό, φυσικά, μας δημιουργεί ένα χρονικό όριο στο έθιμο.
    Θα μπορούσε, όμως ο στολισμός της τράπεζας και της εξέδρας των Θεοφανείων να γινόταν αρχικά με πικροπορτόκαλα (νεράντζια) τα οποία είναι γνωστά στο ελληνικό και ιταλικό χώρο ήδη από τον 12ο αιώνα τα οποία σταδιακά εξοβέλισαν… Αυτά βλέπουμε να τα χρησιμοποιούν στη Ζάκυνθο ακόμη και σήμερα παράλληλα με τα πορτοκάλια. Δεν θα σταθώ, όμως, παραπάνω σε αυτό.
    Επ’ ευκαιρίας να προσθέσω και το εξής, σύμφωνα με τον πατέρα μου κατά τη δεκαετία του 1920 τουλάχιστον κάποιοι από τους καλανταδόρους κάρφωναν και στη Λευκάδα πρόκες γαρίφαλου (“το πορτογάλι ήτανε (μ)προκάδο”) πάνω στα πορτοκάλια όπως δηλαδή και στην Κεφαλλονιά. Ίσως και στην πόλη της Λευκάδας το έθιμο τον προηγούμενο αιώνα (τον 19ο αιώνα δηλαδή) να ήταν πιο διαδεδομένο έτσι. Όσον αφορά την εξήγησή του θεωρώ ότι δεν έχει να κάνει με τα προτεινόμενα από τον Τσιτσέλη και τον Λουκάτο αλλά με το pomo d’abra των Βενετών και των Ιταλών (το pomme d’ambre των Γάλλων και το pomander των Εγγλέζων) το οποίο από τις αρχές του 17ου αιώνα δεν ήταν άλλο από ένα πορτοκάλι με καρφωμένα πάνω του μπαχαρικά -κυρίως πρόκες γαρίφαλου- τα οποία έγιναν και δημοφιλή δώρα τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά και δήλωναν υγεία και ευζωία…
    Τα νησιά μας ως το απώτατο άκρο του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού -με τις πολλές τους ιδιαιτερότητες είναι η αλήθεια- ενσωμάτωσαν το έθιμο αυτό στα δικά τους μέτρα: το πορτοκάλι ήταν, πιστεύω, η εικονοποιημένη και εξωλεκτική ευχή για υγεία και καλοζωία από τους καλανταδόρους μας!
    Βασίλης Φίλιππας

  2. dope
    7 Ιανουαρίου 2020 at 00:13 — Απάντηση

    ενα αλλο θεμα ειναι αν υπηρχαν πορτοκαλιες την εποχη της τουρκοκρατιας ,νομιζω οτι υπηρχαν κιτρα αλλα για πορτοκαλια καπως δυσκολο αν σκεφτουμε οτι η καλλιεργειατους τον 17 αιωνα ηταν πολυ ακριβη και γινονταν σε ειδικες κατασκευες ανακτορων η πλουσιων κηπων τις λεγομενες οραντζερι

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.