HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΣύβρος: μυρτιές ανθούν, ιτιές λυγούν κι ανάερες χορεύουν

Σύβρος: μυρτιές ανθούν, ιτιές λυγούν κι ανάερες χορεύουν

ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΛΕΥΚΑΔΑΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΛΕΥΚΑΔΙΤΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

Επιμέλεια: Πηνεπόλη Κοψιδά

ΣΥΒΡΟΣ

Ορθόστητα, των άνεμων και τ΄ ουρανού φοβέρα
τα Σταυρωτά κι αντίκρυ μου, ευλογημένος κάμπος,
γλαυκά διαγράμματα νησιών μες την Ιόνια μέρα
και τ΄άγριου Κάβου τ΄όνειρο με της Κυράς το θάμπος.

Και συ λουσμένος στ΄άχραντο της ομορφιάς σου φως
-φτωχό μου λίκνο και γλυκό της σκέψης μου μεθύσι-
μιας φωτεινής Ανατολής θλιμμένος νοσταλγός
ανάμεσά τους, γεύτηκες την πίκρα – αιώνια βρύση…

Ευλογημένο χώμα μου, στην ξελογιάστρα γη σου
η ασημόφυλλη ελιά και το ξανθό τ΄αμπέλι
ανθίζουν και θρασομανούν, γεννούν και δε γερνούν
και μας κερνούνε τη ζωή πούναι γλυκιά σα μέλι

κι είναι ζεστή σαν γυναικός τον κόρφο που λιγώνει
ο έρωτας κι ηλιόχαρη κι αγνή σαν την καρδιά σου.
Επάνω σε κλαρόπλεχτες αψίδες ξεφαντώνει
τ΄ αηδόνι, κι ερωτεύονται τους ίσκιους τα νερά σου,

καθάρια σαν το κρύσταλλο π΄ορμητικά πηδούνε
στης Κερασάς στ΄Αντολικού, στης Δάφνης τις πηγές
που μ΄άγριο βόγγο πέφτοντας αφρίζουν, τραγουδούνε
κι όλο κυλούν σ΄ολόδροσες νεραϊδοποταμιές.

Κάτω από δέντρα γέρικα, πλατάνια που παλεύουν
ν΄ανέβουν στα κλωνάρια τους κισσοί, περιπλοκάδες,
μυρτιές ανθούν, ιτιές λυγούν κι ανάερες χορεύουν
μες της αυγής το φέγγισμα νεράιδες και κυράδες.

Στις ρεματιές και στις αυλές των μαγικών σου μύλων
π΄αλέθουν άμετροι γοργά το θραψερό σου στάρι
στα βρύα κρυμμένοι, ξαναζούν τ΄αερικά των θρύλων
στην αγκαλιά σου αρμονικό της ομορφιάς ζευγάρι.

Κρασί της πρώτης νιότης μου, της σάρκας και του νου
και της ψυχής μου ανάληψη στην ομορφιά τ΄απείρου
ξαλάφρωμα κι ανέβασμα ίσα με τ΄ουρανού
τους θόλους, κι αργοβύθισμα σ΄ αλλοφροσύνη ονείρου.

Ω χώμα αιματοπότιστο του μόχθου γη που ακόμα
αχνές πλανιόνται πάνω σου οι σκιές των δυνατών
και που καημούς κι ονείρατα και πόνους, μ΄ένα στόμα
τραγούδι κάνεις λεβεντιάς στον κύκλο των καιρών…

Χώμα του Σύβρου ιερό, χώμα βασανισμένο
που γέννησες και μούθρεψες και σώμα και ψυχή,
όταν θα φτάσει κάποτε, βοριάς το πεπρωμένο,
αιώνιο θέλω λίκνο μου την άγια σου τη γη.

Γιάννης Π. Βουκελάτος

Ο Γιάννης Π. Βουκελάτος γεννήθηκε στο Σύβρο το 1937. Τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και του εμφυλίου εμπόδισαν την έγκαιρη παιδεία του. Αργά φοίτησε στο Γυμνάσιο Λευκάδας και αποφοίτησε από Γυμνάσιο των Αθηνών. Μαθητής στη Λευκάδα δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα στις εφημερίδες του τόπου. Παράλληλα ερευνά στο αρχειφυλακείο, αποδελτιώνει αρχειακά στοιχεία και τα δημοσιεύει στην «Ηπειρωτική Εστία».

Το 1961 έρχεται στην Αθήνα κι αγωνίζεται να επιβιώσει. Από το 1965 εργάστηκε ως υπάλληλος στο Δήμο Αθηναίων. Το 1967 τύπωσε την ποιητική συλλογή «Τεθλασμένη οδός». Εξέδωσε τα περιοδικά «Πνευματική Επαρχία»(1971-1973), «Νέα Λογοτεχνία»(1975) και «Λευκαδίτικη Εστία»(1976). Στην δραστηριότητά του καταγράφεται ακόμα η σύνταξη και επιμέλεια των μικρών εφημερίδων « Δελτίο του συλλόγου Λευκαδίων» (Περίοδος Δ΄ 1966-67) και «Συβριώτικα». Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε ανθολογίες, περιοδικά κι εφημερίδες. Άλλα κείμενά του (κριτική, λαογραφία), βρίσκονται διάσπαρτα σε πολλά έντυπα.

Το 1983 εξέδωσε την «Ανθολογία Λευκαδίων Ποιητών 1787-1983). Ο ίδιος στον πρόλογο του βιβλίου του θα πει: «Ήθελα να παρουσιάσω σε μια ενιαία έκδοση τους ποιητές του τόπου μου, της Λευκάδας. Να καταγράψω το μόχθο τους στα περιβόλια της ποίησης και να προβάλλω τους ίδιους, με στοιχεία του βίου τους και αντιπροσωπευτικό μέρος του έργου τους…»

Διετέλεσε μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.

Προηγουμενο αρθρο
Αποκριάτικη γιορτή 3ου Δημοτικού Σχολείου
Επομενο αρθρο
Τηλυκράτης - Πανλευκάδιος

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *