HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΧριστόφορου Γ. Λάζαρη (1904-1985)

Χριστόφορου Γ. Λάζαρη (1904-1985)

Μια σπαρταριστή και συγχρόνως ευλαβική σκιαγράφηση του Σχολάρχη του Ελληνικού Σχολείου Λευκάδας Θεοφάνη Κατωπόδη ή «παπα-Αντζουλή»

Επιλογή αποσπασμάτων- Παρουσίαση-Σημειώσεις

Του Δημήτρη Σπ. Τσερέ

Στη Χαραμόγλειο Βιβλιοθήκη, αυτή την ανεξάντλητη μήτρα παραγωγής μελετών για τη Λευκάδα, απόκειται ένας ογκώδης φάκελος, αποτελούμενος από 572 σελίδες, που περιέχει χειρόγραφα του Χριστόφορου Λάζαρη, του «εισαγγελέα», όπως τον ξέρουν οι παλιότεροι. Τη συλλογή την έχει καταρτίσει ο ίδιος και την επιγράφει:

Χριστόφορος Γ. Λάζαρης
Λευκαδίτικα Σκίτσα και Διηγήματα

Η 1η σελίδα του φακέλου περιέχει ένα βραχύ βιογραφικό του ανδρός γραμμένο από κάποιον από τους οικείους του, που κατέθεσαν τον φάκελο στη Χαραμόγλειο και όπου μπορεί να καταφύγει ο ενδιαφερόμενος για περισσότερες πληροφορίες. Από το σημείωμα αυτό αντλώ τα εντελώς απαραίτητα:

IMG_0454

Ο Χριστόφος Λάζαρης γεννήθηκε στην Κατούνα Λευκάδας το 1904, ένατο παιδί του Γεωργίου Λάζαρη και της Βαρβάρας, το γένος Τιμόθεου Γουρζή. Τελείωσε το Δημοτικό σχολείο στην Κατούνα, το Ελληνικό Σχολείο και το Γυμνάσιο(1) στην πόλη της Λευκάδος. Αποφοίτησε από τη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών τον Οκτώβριο του 1924. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο Πολεμικό Ναυτικό από 03.03.1925 έως 11.01.1927. Το 1927 ορκίστηκε Δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Λευκάδος. Το 1935 έγινε Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Ιωαννίνων, το 1940 Εισαγγελέας Πρωτοδικών Λευκάδος, το 1945 Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αμαλιάδος, το 1948 Εισαγγελέας Πρωτοδικών Χαλκίδας, το 1952 Εισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιώς, το 1953 Αντεισαγγελέας Εφετών Πατρών, το 1954 Αντεισαγγελέας Εφετών Αθηνών, το 1967 Προϊστάμενος Εισαγγελείας Πρωτοδικών Αθηνών, το 1968 Εισαγγελέας Εφετών Ιωαννίνων. Παραιτήθηκε τον Δεκέμβριο του 1970. Πέθανε το 1985 και ενταφιάστηκε, σύμφωνα με την επιθυμία του, στο κοιμητήριο της πόλης της Λευκάδας.

Στη Χαραμόγλειο απόκειται και ένας αναλυτικός δακτυλόγραφος κατάλογος όλων των (νομικών και μη) δημοσιευμάτων του (τα πλείστα των οποίων δημοσιεύτηκαν στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο), ο οποίος επιγράφεται: ΛΑΖΑΡΗ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ (του Γεωργίου), ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ ΑΥΤΟΥ Ή ΠΕΡΙ ΑΥΤΟΥ ΜΕΧΡΙ ΤΟ 1977.
Τα πιο γνωστά από τα αυτοτελή δημοσιευμένα έργα του είναι: ΤΑ ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΚΑ, ετυμολογικόν και ερμηνευτικόν λεξιλόγιον των γλωσσικών ιδιωμάτων Λευκάδας, Ιωάννινα 1970 και η ποιητική συλλογή Αμφιλύκη (1921-1983), Αθήνα χ.χ.

Τα θέματα των κειμένων του φακέλου είναι ποικίλα και, όπως δηλώνει και ο τίτλος της συλλογής, καθαρά λευκαδικά. Φιλοδοξούν πρωτίστως να αποτελέσουν μαρτυρία για πρόσωπα και περιστατικά της εγχώριας ζωής αλλά αποκαλύπτουν συγχρόνως και την πρόθεση του συγγραφέα να τους προσδώσει λογοτεχνική χροιά. Και είναι απολύτως βέβαιο ότι ο μελετητής του λευκαδικού παρελθόντος θα βρει μέσα στα πολλά κείμενα του φακέλου αρκετά στοιχεία που θα τον βοηθήσουν στο έργο του – περί αυτού όμως θα αναφερθούμε άλλη φορά.

Αναδιφώντας λοιπόν στον φάκελο αυτό, την προσοχή μου τράβηξε ένα ανέκδοτο (όπως διαπίστωσα από τον έλεγχο του καταλόγου των δημοσιευμάτων του) κείμενο, που καταλαμβάνει τις σελίδες 102-107 και έχει τον τίτλο «Ο ΠΑΠΑ-ΣΧΟΛΑΡΧΗΣ» – ελπίζω να καταλάβετε από τα παρακάτω γιατί μού τράβηξε στην προσοχή. Αναφέρεται στον ιερομόναχο Θεοφάνη Κατωπόδη του Αγγέλου, που υπηρέτησε στο Ελληνικό Σχολείο Λευκάδας από την 12.11.1891 (ημερομηνία διορισμού του) έως και την 22.12.1926 (ημερομηνία απόλυσής του), δηλαδή 35 περίπου χρόνια, εκ των οποίων τα έτη από το 1895 έως και την απόλυσή του τα υπηρέτησε ως Σχολάρχης, δηλαδή ως Διευθυντής.

Η συλλογική μνήμη της πόλης τον θυμάται ως ο «παπα-Αντζουλής» – το «Αντζουλής» προφανώς το «κόλλησε» από το όνομα του πατέρα του. Περί του βίου και της πολιτείας του ανδρός, κυρίως περί της εκπαιδευτικής αυστηρότητας και της αποτελεσματικότητας του, οι πιο παλιοί διηγούνται μύρια όσα, κινούμενα ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ανεκδοτολογία – φαινόμενο πολύ συχνό στη Λευκάδα. Ανεξαρτήτως του ποσοστού της αλήθειας αυτών των διηγήσεων, το πλήθος τους και η μακροημέρευσή τους, μας οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ο ιερομόναχος Σχολάρχης Θεοφάνης Κατωπόδης ήταν μια ισχυρή προσωπικότητα από εκείνες που όχι μόνο δεν περνάνε απαρατήρητες αλλά και αφήνουν τα ίχνη τους ευδιάκριτα στους επερχόμενους καιρούς(2).

IMG_0453

Ο Χριστόφορος Λάζαρης τον είχε Σχολάρχη ως μαθητής του Ελληνικού Σχολείου. Το ενδιαφέρον αυτό κείμενό του κινείται ανάμεσα στο δέος και τον σεβασμό για τον επιβλητικό και αυστηρό αλλά δίκαιο και αποτελεσματικό δάσκαλο από τη μια και τη τάση να «γλυκάνει» την αυστηρότητά του με την παράθεση κάποιων «ανθρώπινων» ή και ευτράπελων στιγμών του από την άλλη. Παραθέτω μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα (που αθροιζόμενα αποτελούν το μέγιστο τμήμα του κειμένου), τα οποία φωτίζουν διαφορετικές πλευρές της προσωπικότητας του «βιογραφούμενου» Σχολάρχη, όπως καταγράφηκαν αρχικά στη μνήμη του νεαρού μαθητή του και μορφοποιήθηκαν αργότερα στα χρόνια της ωριμότητάς του υπό το κράτος της νοσταλγίας για επιστροφή στον προνομιακό χρόνο της «παιδικής αθωότητας»:

Ο ΠΑΠΑ-ΣΧΟΛΑΡΧΗΣ(3)

Πρέπει νάταν Οχτώβρης του 1911(4) εκείνο τον καιρό που τον πρωτογνώρισα, σαν κατέβηκα στη χώρα κι άρχισα να φοιτώ στο τριτάξιο «Ελληνικό σχολείο», το «Σχολαρχείο», όπως το λέγαμε για συντομία, μόλις είχα τελειώσει το τετρατάξιο δημοτικό σχολείο στο χωριό μου.

35

Πρωτήτερα ακόμα, κι έπειτ’ απ’ τη δική μου τη σειρά, για τέσσερες δεκαετίες και περισσότερο, είχαν περάσει απ’ τα χέρια του ισάριθμες φουρνιές μειρακίων απ’ τα οποία άλλα έγιναν συνάδελφοί του στην παιδεία και πολλά επρόκοψαν ως τις ανώτατες βαθμίδες της μορφώσεως.

Αυτός όμως έμενε πάντα εκεί στο πόστο του, σχολάρχης, μονολιθικός, αμετακίνητος, στοιχειωμένος στη θέσι και στην εμφάνιση, ένα ζωντανό σήμα κατατεθέν στην προγυμνασιακή εκπαίδευση της επαρχίας μας.
Κι έμπαινε μες στην αίθουσα ψηλός, βαρύς επιβλητικός, σαν μαυροφορεμένη ενσάρκωση του Ολυμπίου Διός στα φοβισμένα μάτια μας.

Με το ψηλό καλυμαύκι στο κατάλευκο κεφάλι του που τον έκανε να φαίνεται ακόμα ψηλότερος, τα ματογυάλια του καταβασμένα λιγάκι στη μύτη για να βλέπη κι κι επάνω απ’ αυτά ως το βάθος της αιθούσης, τα γένεια του σαν κατάλευκο μετάξι που πλαισίωναν ένα μακρουλό ολοκάθαρο σχεδόν ροδαλό πρόσωπο, προχωρούσε στην αίθουσα αργά, βαρειά, μεγαλόπρεπα.

Κρατούσε πάντα στο αριστερό του χέρι τον κατάλογο και στο δεξί του χέρι ένα λεπτό τετράγωνο ξύλινο χάρακα, «το ξύλον της γνώσεως», και με τα μεγάλα μαύρα κι αυστηρά μάτια του έκανε μια σύντομη οπτική επισκόπηση στα θρανία.

Το βουητό, τα πειράγματα, τα μικροσπρωξίματα μεταξύ μας και τα χάχανα γινότανε «νεκρική σιγή» μόλις ενοιώθαμε το διάνεμά του έξω ακόμα από την πόρτα, κι όταν επρόβαινε στη θύρα γεμίζοντας το ύψος της με το άνάστημά του, είχαμε σηκωθεί όλοι όρθιοι μ’ έναν ομαδικόν ορυμαγδό κι εσταυρώναμε τα χέρια. Άφινε τον κατάλογο και το χάρακα στο αναλόγιο της έδρας τονίζοντας τη λέξι: «προσευχή»! Κι άρχιζε ο ίδιος με κατάνυξι το «πάτερ ημών» του οποίου είχε διασκευάσει και ετόνιζε ιδιαίτερα την κατάληξι: «αλλά ρύσαι ημάς από τους πονʼρούς»!

Αμέσως κατόπιν καθίζοντας στην έδρα, αφού κι εμείς είχαμε καθίσει στα θρανία μας, άρχιζε τον έλεγχο των απόντων με την ανάγνωσι του καταλόγου που τον απήγγελλε, όπως όλες του τις φράσεις, με την ελαφρά βαρύτονη ρινοφωνία του σε γνήσιο λευκαδίτικο φωνητικό ιδίωμα παραλείποντας το «ου» και τα άτονα «ι» ανάμεσα από σύμφωνα και ιδία στο τέλος των λέξεων κι απαγγέλλοντας το «λ» και το «ν» πάντα με τον παχύ τους ήχο όπως ακούγονται στις λέξεις «λάδι», «νέος». Ταυτόχρονα όμως έρριχνε και καμμιά ματιά επάνω απ’ τα γυαλιά του για να βεβαιωθεί μη φωνάξει κανένας «παρών» εις το όνομα απόντος συμμαθητού μας.

-Σούλʼς, Βάθʼς, Καρφάκʼς, Ζαχαράκʼς, Παπανελόπʼλος, Βλάχος, Κόγκας, Κολοκανάκʼς, Γρίβας, Λαυράνος, Μπακούρʼ, Ροντογιάννʼς, Γουρζής, Λάζαρʼς, Παπαδάτος, Σταύρος, Φραγκούλʼς, Φραγκούλʼ, Καββαδάς, Λαμπρινίδʼς, Πάσχου, Κούρτη (5) κ.λ.π.

Ηταν, για τον κόσμο της Χώρας, η αγιωσύνη του, ο αρχιμανδρίτης Θεοφάνης Κατωπόδης του αγίου Μηνά (Βίκτωρος και Βικεντίου) ή με το παρατσούκλι του ο «παπα-Αντζουλής». Για μας όμως τα σποργίτια των θρανίων ήταν ο «παπα-Σχολάρχης», το στοιχειό του Ελληνικού Σχολείου Λευκάδας, ο σεβασμός και ο τρόμος εν ταυτώ.

IMG_0459

Την επιβολή και το σωφρονισμό του, διά των αμαστρεφομένων εις την προσταγήν του παλαμών μας κάτω από τον αμείλικτον χάρακά του εγνωρίσαμε πολλοί με πικρία, αλλά και τη βασική μας μόρφωσι στη γραμματική και τοσυντακτικό και την ιστορία θυμόμαστε όλοι ανεξαιρέτως με ισόβια ευγνωμοσύνη.
Στη διδακτική του μέθοδο, στην επιμέτρησι των πειθαρχικών του επεμβάσεων και στην καθ’ όλου συμπεριφορά του ήταν ιδιόρρυθμος, άκαμπτος, μετρημένος πάντα κι απροσωπόληπτος, χωρίς να χάσει ποτέ την γρανιτένια του αταραξία.

Αρσενικά και θηλυκά, χωριατόπουλα και παιδιά της Χώρας, θέλεις τσαπιστής ή μπαλωματής, θέλεις δήμαρχος ή αστυνόμος ή δικαστής ήταν ο πατέρας τους απελάμβαναν απολύτου ισοπολιτείας απ΄τον παπά Σχολάρχη και το χάρακά του, που έβρεχεν ομοίως επί πατρικίους και πληβείους.

Η προσήλωσί του και η ευταξία του στο μάθημά του δεν επιδέχονταν παρεκκλίσεις χωρίς την επέμβασι της φωνής του και του «ξύλου της γνώσεως», η δε εποπτεία του στο σμήνος της τάξεως δεν υπελείπετο εκείνης του μυθικού Άργου.

Αν ετολμούσε κανένας να χασμουρηθή ή να καταληφθή αφηρημένος την ώρα του μαθήματος, ανεκαλείτο εις την εγρήγορσιν εντοπιζόμενος με μια ματιά επάνω απ’ τα γυαλιά, και καλούμενος διά του δείκτου της ανεγειρομένης μέσα στο ρασομάνικο δεξιάς του Άργου:

-Ααα…νʼστάεʼις(6) !…’Ελα δώ να σε ξενʼστάξω(7) ! Πού γύρʼζες, μωρέ γαϊδούρʼ, αποβραδύς και δεν εχόρτασες τον ύπνο; Άπλωσ’ το χέρʼς να σε μάθω γώ μωρέ γιατί κοψομεσάζετʼ(8) ο πατέρας σ’ τη δʼλειά, να σε στείλʼ εδώ να ξεστσαβωθείς, για να μην πιάσης κι εσύ το τσαγκαρασούβλʼ(9) αʼφλότʼμε!(10)

Η συνέχεια ήταν μια με το χάρακα στην κάθε παλάμη, που έκαναν τον ραθυμήσαντα μετά τα ρουφήγματα του πόνου, το σφίξιμο του κάθε χεριού με τ’ άλλο, και τ’ αναπόφευκτα δάκρυα, ν’ απαλλαγή πάσης νωθρότητος και να επανέλθη ολόψυχα στην παρακολούθησι του μαθήματος.

Σε βαρύτερα παραπτώματα, αν τολμούσε κανείς να γελάση ή να πειράξει τον διπλανό του, η ποινή είχε βαρύτερη επιμέτρησι. Τα πλήγματα του θαυματουργού χάρακα γινόνταν δύο στην κάθε παλάμη κι από δύναμι στην καταφορά; …φαρμάκι!

-Άει, μωρέ, τώρα στο θρανίο σ’ κι άμα σ’ βαστάει(11) , ματαγελάς(12) !
Ο υποτροπιασμός της αταξίας ή της αγνοίας του μαθήματος, μετά τις τέσσερες χαρακιές, είχε και παρεπόμενη ποινή:
-Ννννά φύης! Ννννά πας όξσσς, μωρέ αφʼλοτʼμε, και νάρτʼς αύριο με τον κʼδεμόνα σ’ ναν τ’ πω γ’ω τʼν προκοπή π’ κάνʼς εδώ κάτ’ π’ σ’ έστλ’ απ’ το χωριό και σε ταϊζʼ, μωρέ χαραμοφάη!(13)
-Μην εβάλατε, μωρές, με το νου σας πως θα σας αφήκω να χλιμʼντράτε και ν’ αλωνίζʼτε(14) δω μέσα; …Ή θα προσέχʼτε, μωρές, και θα διαβάζʼτε να ξεστραβωθήτε ή θα σας αλαλιάσω(15) στο ξύλο, κερατάδες!
……………………………………………………………………………………………………………………………………………………..
Αλλά και ως κληρικός ήταν ιδιόρρυθμος ο Σχολάρχης μας, που ζούσε τότε έξω απ’ το σχολείο, σαν αρχιμανδρίτης ιερομόναχος, αποτραβηγμένος κι ασκητικός στο παπαδόσπιτό του, ένα ταπεινό χαμηλοτάβανο μικρό διώροφο, λίγα μέτρα ανατολικά της πλατείας.

Ο συμμαθητής μας Ιωάννης Φραγκούλης, που έγινε αργότερα καθηγητής Θρησκευτικών, […] ήταν ένα ησυχότατο, επιμελέστατο και ευσεβέστατο παιδί, που εβοηθούσε τον παπά Σχολάρχη κατά τις ιερουργές του στον Άγ. Μηνά.

Φαίνεται όμως ότι ο καημένος ο «Νάνος», παρά την ηλικία του, που είχε ανάγκη διατροφής επαρκούς για την ανάπτυξί του, και την ευπορία της οικογενείας του, είχε εκδηλώσει τάσεις ασκητισμού και βάσταγε(16) ανυποχώρητα και αυστηρά όλες τις νηστείες, πράγμα που ανάγκασε τον πατέρα του να προσφύγη στον παπά Σχολάρχη. Και φαίνεται ακόμα ότι προηγηθείσα ειρηνική νουθεσία του παπά προς το Νάνο, να εγκαταλείψη τον ασκητισμό, απέμεινεν άκαρπος!

Αλησμόνητε και πολυαγαπημένε Νάνο…δεν έτρωγες καλύτερα ένα μαγκάλι κάρβουνα!

Την άλλη μέρα στην τάξι, μετά την προσευχή και την ανάγνωσι του καταλόγου, ο παπά Σχολάρχης εστάθηκε όρθιος και σιωπηλός μερικά δευτερόλεπτα επί της έδρας. Έπειτα κραδαίνων το χάρακα κατέβηκε τις τρεις βαθμίδες και αμέσως εξερράγη κεραυνός εν αιθρία…

-Φραγκουλʼς! ΄Εβγα απ’ το θρανίο μωρέ!…Έλα δω κερατά καλόερε…ποιος σούπε, μωρέ, πως με τον ταραμά και με τς εληές μαθαίνν’ οι ‘ανθρωπ’ γράμματα κι αγιάζʼνε χτʼκιάζοντας απ’ τʼν πείνα; Άπλωσʼ τα χέρια σʼ, μωρέ, να σε μάθω ʼγω γνώσι!(17)

Ο καημένος ο Νάνος έφαγε μια τετράδα κατεβατές με το χάρακα τόσο τσουχτερές που ετσίριξε από τον πόνο.

-Άει όξσσς, μωρέ…Ννννά φύʼης απ’ το μάθʼμα και να μη ματάρτʼς αν δε μάθω, μωρέ, πως δεν εματάφαες τίποτ’ άλλο από ʼκειό π’ μαερεύνε και τρών’ όλʼ στο σπίτ’! Άει όξσσς κι άμα σ’ βαστάει ματατρώς ταραμά κι εληές, μωρέ!(18
……………………………………………………………………………………………………………………………………………………..
Μέσα στις ιδιορρθυμίες του, ο παπά-Θεοφάνης δεν εθεώρει καθόλου ανοίκειον να παρεμβάλλη εις τις τελετουργικές του εκφωνήσεις και δεήσεις του συχνά και καμιά σύντομη οδηγία προς την τριάδα των βοηθών του, στρέφων το πρόσωπό του προς το εσωτερικό του ιερού, όπου παρευρίσκοντο ανελλιπώς ο προειρημένος συμμαθητής μας Νάνος, η ορφανή γονέων συγγενής του Σχολάρχη Μαρία (που κατά προνομιακήν εξαίρεσι για το φύλο της έμπαινε στο ιερό), και ο πνευματικώς ανάπηρος νεωκόρος Αποστόλης, που εσυνείθιζε να υπακούη άφωνος σε ό,τι μπορούσε να καταλάβη.

Αλλά και όταν στη σκέψι του παπά Σχολάρχη, την ώρα της ιερουργίας εγεννιούνταν θέματα πεζοτέρας βιοτικής μερίμνης, για τα οποία δεν υπήρχε κατάλληλος υποκατάστατος στο παπαδόσπιτό του, δεν εδίσταζε να παρεμβάλλη κι αυτά με αδίστακτη φυσικότητα μεταξύ των τελετουργικών φράσεων.

Για το πρωτότυπο του πράγματος αναφέρω μια περίπτωσι, όπως την έχω ακούσει επανειλημμένως από δεύτερο χέρι, άνευ ευθύνης(19) διά την ακρίβειαν:

-Εν ειρήν’ του Κυρίου δεηθώμεν…Κάτσε καλά, Μαρία!
Υπέρ τʼς άνωθεν ειρήνʼς και τʼς σωτηρίας των ψυχών ημών τ’ Κυρίου δεηθώμεν…Κούνα τα κάρβʼνα, Νάνο, μη σβύσʼνε!(20)
-Υπέρ τʼς ειρήνʼς του σύμπαντος κόσμου, ευσταθείας των αγίων του Θεού εκκλʼσιών και της των πάντων ενώσεως τ’ Κυρίου δεηθώμεν…Ξετσίμπλιασ’ το κερί, Αποστόλʼ, και μʼρίζʼ!(21)
-Υπέρ του ευσεβεστάτου βασιλέως ημών Κωνσταντίνου…Τα πήγες τα ψάρια στο φούρνο, Μαρία;
-Της ευσεβεστάτης βασιλίσσης ημών Σοφίας…Ήταν εκεί η Κατερίνα η φουρνάρʼσσα;
-Του ευσεβεστάτου διαδόχου αυτών Γεωργίου…Τʼς είπες, μωρή, ναν τα προσέξ’ μην καούνε και γένʼνε σκρούμπος;(22)
-Τʼς ευσεβεστάτης συζύγου αυτού Ελισσάβετ….Όπως θα κατεβαίνʼς πάρε κι ένα μαρούλʼ απ’ το Μήτσο για σαλάτα.
-Πασʼς τʼς βασιλʼκής οικογενείας…Για έχε το νου σ’ όπως θαν τα πάρʼς μην τα ρʼπισης κανε στο δρόμο και μ’ αφίκʼς χωρίς φαϊ!(23)
Εν τω μεταξύ κάποιος είχε ανοίξει το πλάγιο πορτάκι του ιερού προς τον περίβολον της εκκλησίας κι ο παπάς έννοιωσε ριπή ψυχρού άερα:
– Τ’ Κυρίου δεηθώμεν…’Αει στο διάολο κλείςʼ τʼν πόρτα κι επλευρίτωσα!

Αυτός ήταν ο ιεροφάντης που μας εμύησε στα άδυτα και τα πάράβυστα της γλώσσης και στα στοιχεία της ιστορίας των προγόνων.

Κι όσοι γευθήκαμε τους καρπούς της γνώσεως και τη συνήθεια της μελέτης κάτου απ’ την ευεργετική αυστηρότητα της ακαμψίας του τον ευγνωμονούμε ισόβια και δεν τον λησμονάμε ποτέ.

Για την αντιγραφή από το χειρόγραφο
Δημήτρης Σπ. Τσερές


(1) Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα έως το 1929 περιλάμβανε δύο βαθμίδες μέσης εκπαίδευσης: Το τριτάξιο Ελληνικό Σχολείο ή «Σχολαρχείο» και το τετρατάξιο Γυμνάσιο. Ο Χριστόφορος Λάζαρης φοίτησε στο Ελληνικό Σχολείο Λευκάδας τα έτη 1913-14 (Α΄ Τάξη), 1914-15 (Β΄ Τάξη) και 1915-16 (Γ΄ Τάξη). Βλ. Δημήτρης Σπ. Τσερές, Η Μέση Εκπαίδευση στη Λευκάδα 1829-1929, Επεξεργασμένα στοιχεία για τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές με τη βάση δεδομένων σε CD ROM. Κατάλογος του αρχείου του Γυμνασίου και του Ελληνικού Σχολείου, Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, αρ. 43, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε., Αθήνα 2006, στο συνημμένο CD ROM. Στο (μικτό) Γυμνάσιο Λευκάδας φοίτησε τα σχολικά έτη 1916-17 (Α΄ Τάξη), 1917-18 (Β΄ Τάξη), 1918-19 (Γ΄ Τάξη) και 1919-20 (Δ΄ Τάξη). Βλ. Δημήτρης Σπ. Τσερές, ό.π. στο συνημμένο CD ROM.
(2) Για τα μαθητικά πεπραγμένα του Θεοφάνη Κατωπόδη, βλ. Δημήτρης Σπ. Τσερές, ό.π. στο συνημμένο CD ROM. Για τον ελληνοδιδάσκαλο και Σχολάρχη Θεοφάνη Κατωπόδη στο: Δημήτρης Σ. Τσερές, «Δάσκαλοι του Προκαταρκτικού Σχολείου Λευκάδος (1806-1805), Καθηγητές του Γυμνασίου Λευκάδος (1829-1960), Δάσκαλοι του Ελληνικού Σχολείου Λευκάδος (1866-1929)», Αφιέρωμα στο Γυμνάσιο Λευκάδος, Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, Αθήνα 2002, σ. 158-164 και 166. Στο ίδιο (σ. 67) καταγράφονται τα κτίρια, στα οποία στεγάστηκε κατά καιρούς το Ελληνικό Σχολείο Λευκάδας.
(3) Ο Χριστόφορος Λάζαρης γράφει στο πολυτονικό. Εδώ μεταγράφουμε το κείμενό του στο μονοτονικό. Διατηρήσαμε την ορθογραφία (πλην ελαχίστων προφανών αβλεψιών), τη στίξη και την παραγραφοποίηση του συγγραφέα.
(4) Ο συγγραφέας εδώ σφάλλει. Στην Α΄ τάξη του Σχολαρχείου φοίτησε, όπως σημειώνω ανωτέρω στη σημείωση 1, το σχολικό έτος 1913-14.
(5) Είναι εκπληκτικό το πως εντυπώθηκαν με απόλυτη ακρίβεια στη μνήμη του νεαρού Λάζαρη αυτές οι εκφωνήσεις αλλά και ενδεικτικό τού πώς εντυπώνονταν γενικώς στη μνήμη των μαθητών οι πρώτες, κυρίως, εντυπώσεις από τον σκληρό μαθητικό βίο εκείνων των χρόνων, στον οποίο κυριαρχούσε η απόλυτη κυριαρχία του δασκάλου και η απόλυτη πειθαρχία του μαθητή: Ο μαθητής που, όπως είδαμε στη σημείωση 4, συγχέει το έτος που φοίτησε στην Α΄ τάξη του Ελληνικού Σχολείου, θυμάται με απόλυτη ακρίβεια τα πρώτα (16) ονόματα του καταλόγου με τη σειρά που τα εκφωνούσε ο Σχολάρχης! Για του λόγου το αληθές, παραθέτω τα ονόματα αυτά, όπως είναι καταχωρημένα στον Γενικό Έλεγχο της Α΄ της τάξης του Ελληνικού Σχολείου Λευκάδας το σχολικό έτος 1913-14: 1. Σούλης Διονύσιος, 2. Βάθης Νικόλαος, 3. Καρφάκης Δημήτριος, 4. Ζαχαράκης Χρήστος, 5. Παπανελόπουλος Αναστάσιος, 6. Βλάχος Περικλής, 7. Κόγκας Ευθύμιος, 8. Κολοκανάκης Δημήτριος, 9. Γρίβας Νικόλαος, 10. Λαυράνος Βασίλειος, 11. Μπακούρη Ελπινίκη, 12. Ροντογιάννης Νικόλαος, 13.Γουρζής Λάμπρος, 14. Λάζαρης Χριατόφορος, 15. Παπαδάτος Ιωάννης, 16. Σταύρος Αριστείδης. Παρατηρούμε ότι και τα ονόματα είναι ακριβή και η σειρά τους είναι ακριβώς η ίδια! Βλ. Δημήτρης Σπ. Τσερές, Η Μέση Εκπαίδευση…ό.π., στο συνημμένο CD ROM.
(6) Νυστάζεις.
(7) Ξενυστάξω.
(8) Κοψομεσάζεται =τού κόβεται η μέση από τη σκληρή δουλειά, κουράζεται πολύ.
(9) Τσαγκαροσούβλι: βασικό εργαλείο του τσαγκάρη ή του επιδιορθωτή παπουτσιών.
(10) Αφιλότιμε.
(11) Άμα σου βαστάει =αν τολμάς.
(12) Ξαναγελάς.
(13) Μεταφέρω στην κοινή νεοελληνική: «Να φύγεις! Να πας έξω, μωρέ αφιλότιμε, και να έρθεις αύριο με τον κηδεμόνα σου, να του πω εγώ για την προκοπή που κάνεις εδώ κάτω που σε έστειλε από το χωριό και ταϊζει, χαραμοφάη!».
(14) Να χλιμιντράτε και να αλωνίζετε =να κάνετε φασαρία (όπως τα άλογα την ώρα του αλωνίσματος).
(15) Θα σας αλαλιάσω στο ξύλο= θα σας παλαβώσω, θα σας τρελλάνω στο ξύλο.
(16) Βάσταγε= τηρούσε.
(17) Μεταφέρω στην κοινή νεοελληνική: «Φραγκούλης! Έβγα από το θρανίο σου, μωρέ!…Έλα εδώ, κερατά καλόγερε….ποιος σου είπε, μωρέ, πως με τον ταραμά και με τις ελιές μαθαίνουνε γράμματα οι άνθρωποι και αγιάζουνε, χτικιάζοντας από την πείνα; Άπλωσε τα χέρια σου, μωρέ, να σε μάθω εγώ γνώση!».
(18) Μεταφέρω στην κοινή νεοελληνική: «Πήγαινε έξω, μωρέ…Να φύγεις από το μάθημα και να μην ξανάρθεις, αν δεν μάθω, μωρέ, πως δεν ξανάφαγες τίποτα άλλο από εκείνο που μαγειρεύουνε και τρώνε όλοι στο σπίτι! Πήγαινε έξω, μωρέ, και, αν σου βαστάει, ξανατρώς ταραμά κι ελιές, μωρέ!».
(19) Είναι φανερό ότι εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε μια τυπική λευκαδίκη υπερβολή, που κινείται ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ανεκδοτολογία: την πραγματικότητα αντιπροσωπεύουν κάποια υπαρκτά χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου και την ανεκδοτολογία η μεγέθυνση αυτών μέχρι τερατολογίας. Έτσι δημιουργούνται ανεκδοτολογικές διηγήσεις που επαναλαμβάνονται, αναπαράγονται και αναδιαμορφώνονται συνεχώς στον χώρο της μικρής κλειστής κοινωνίας, αποτελώντας πηγές σάτιρας, ευθυμίας και γέλιου. Ο συγγραφέας το ξέρει αυτό και οχυρώνεται πίσω από το γνωστό τέχνασμα: «όπως την έχω ακούσει επανειλημμένως από δεύτερο χέρι, άνευ ευθύνης», για να «αθωώσει» προκαταβολικά τον εαυτό του για τις ανακρίβειες και τις υπερβολές που θα του καταλογίσουν. Οι ανεκδοτολογικές αυτές υπερβολές είναι γενικευμένες στην πόλη της Λευκάδας κυρίως – αλλά και στα χωριά δεν είναι άγνωστες. Όταν δε πρόκειται για προβεβλημένα πρόσωπα, αυξάνεται και ο αριθμός των σχετικών διηγήσεων και το μέγεθος της υπερβολής τους.
(20) Μεταφέρω το τελευταίο τμήμα στην κοινή νεοελληνική: «Κούνησε τα κάρβουνα, Νάνο, για να μη σβήσουνε!».
(21) Μεταφέρω το τελευταίο τμήμα στην κοινή νεοελληνική: «Ξετσίμπλιασε το κερί, Αποστόλη, και μυρίζει!».
(22) Μεταφέρω το τελευταίο τμήμα στην κοινή νεοελληνική: «Τις είπες, μωρή, να τα προσέξει να μην καούνε και γίνουνε σκρούμπος;». Γίνονται σκρούμπος= καίγονται εντελώς, καρβουνιάζουν.
(23) Μεταφέρω το τελευταίο τμήμα στην κοινή νεοελληνική: «Για έχε το νου σου, όπως θα τα πάρεις, μην τα ριπίσεις (=σκορπίσεις) στον δρόμο και με αφήσεις χωρίς φαγητό!».

Προηγουμενο αρθρο
Παρέμβαση της εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για την κακοποίηση ζώων
Επομενο αρθρο
Ροταριανός Όμιλος Λευκάδας: Πρόγραμμα εισηγήσεων για το 2014

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *