HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΈνα μνημόσυνο σε αυτούς που ανέφερα και αυτούς που θα αναφέρω – αφήγηση Βούλης Βρεττός

Ένα μνημόσυνο σε αυτούς που ανέφερα και αυτούς που θα αναφέρω – αφήγηση Βούλης Βρεττός

Απόσπασμα προφορικής αφήγησης του Βούλη Βρεττού (Β) σε ραδιοφωνική εκπομπή του Studio Lefkatas – Μεγάλη Δευτέρα, 8 Απριλίου 1996. Στην εκπομπή συμμετείχαν η Γεωργία Χαμοσφακίδη (Γ) και ο Νιόνιος Ράπτης.
Η απομαγνητοφώνηση έγινε από τον Αρχιμανδρίτη πατέρα Ιωαννίκιο Ζαμπέλη.

Θρασύβουλος (Βούλης) Βρεττός

Όπως ξέρουμε τη Μεγάλη Βδομάδα γίνονται τρισάγια και μνημόσυνα σ’ όλους. Είναι μια ευκαιρία σήμερα -απ’ αυτούς που ανέφερα κι απ’ αυτούς που θ’ αναφέρω, -είναι κι αυτό ένα μνημόσυνο σ’ όλον αυτό τον κόσμο-, τον βγάνουμε πάλι στην επιφάνεια και να ‘ναι συχωρεμένοι όλοι τους. Ελάχιστοι απ’ αυτούς -το 98% δεν ζει απ’ όσους αναφέρω σήμερα ή ζούνε κάποιοι μακρινοί απόγονοι. Και είναι πράγματι ένα μνημόσυνο σήμερα… Θεός σχωρέσ’ τους όλους!

Λοιπόν, έχουμε τώρα την κεντρική [ενορία] της Μητρόπολης, Αη-Μηνά, καινούρια Χώρα. Ήτανε η Τσάντα η Κανιώσα και η θυγατέρα της η Ρουμπίνα. Αυτές είχανε η καθεμιά και το ανέκδοτο της βεβαίως. Πολλά ανέκδοτα. Εσύ, Γεωργία, ξέρεις. Ήτανε γειτόνισσες νομίζω εκεί.

Γ.: Είχε το 3ο στασίδι η θεία Τσάντα η Κανιώσα, της Βαγγελίστρας. Και φόραγε τα χερόχτια της και απάνου απ’ τα χερόχτια φόραγε τις κορνιόλες της και καθόμαστε εμείς όλα τα μικρά… στο στασίδι απ’ κάτου. Η Σοφία η κακομοίρα της Στάμως εκαθόντανε απ’ κάτου από την Κανιώσα. Όσες φορές έλεγε, λοιπόν, ο παπάς «Σοφία! Ορθός!», η Σοφία σκωνόντανε απάνου. Μια παπαλιά της έδινε η Κανιώσα. «Κάτσε κάτου». –«αφού είπε ο παπάς να σηκωθώ ορθή», «δεν είπε εσένα». Κάτου η Σοφία. Σε λίγο πάλε ο παπάς: «Σοφία! Ορθός!», πάλι η Σοφία ορθή. «Αφού μου είπε ο παπάς να σηκωθώ ορθή». Πάλι κατραπακιά η Κανιώσα της Σοφίας. Κι η θεία Μαριάννα η Βασταγκιού είχε ένα καλάμι και μας κυνήγαγε. Αλλά την ώρα που γινόντανε, Βούλη μου, το 6ο ευαγγέλιο το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης, το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου»… λες και γινόντανε… θεία φώτιση, δεν ξέρω τι ήτανε, εγινόντανε νεκρική σιγή. Στην αρχή πήγαιναν καλαμπουρίζωντας τα παιδάκια όλα- όταν όμως έβγαινε ο παπάς με τον Εσταυρωμένο και έλεγε το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου», υπήρχε τέτοια σιγή… νεκρική σιγή. Και δεν ακουγόντανε τίποτα άλλο, μόνο ένα δάκρυ που ‘πεφτε κάτου. Και μακάρι αυτό το δάκρυ να γίνει σωτήριο για όλη την ανθρωπότητα.

Β.: Συνεχίζουμε στις περιοχές. Είπαμε της Βαγγελίστρας, καινούριας Χώρας κτλ. Η θεία Ελένη η Κοντούλα, η Όλγα και η Πούλια οι κεντρήστρες, του Νιάτσικα. Η Μπεζεριάναινα η φουρνάρισσα. Οι Σακατιώσες, οι Βαλαμόντισσες, οι Δερμάναινες, οι Μαλτέζαινες (Ουρανία και Αθανασία οι Περιβολάρισσες). Οι Πεταρούδαινες, η θεία Αναστάσαινα η σιδεράδισσα, οι Μπίαινες του γύφτου, οι Γκίναινες, οι Πιριγάμπες, οι Βασταγκιώσες, οι Μπιριμπές, οι Μπροστινιώσσες, οι Ζαβγίαινες και η Γιάννα του Τζεφρώνη του Άλογου. Οι Παγωνούλες, οι Ισυλίες, οι Δημητρούλες, οι Ξανθέταινες, οι Γλέναινες, οι Παπόραινες, οι Γιοχούδισσες οι μοδίστρες, οι Πεταλώσες, οι Κολοντεζάναινες. Οι Γιανουλογούρμαινες –που ήτανε και νεωκόρισσα στην Μητρόπολη. Οι Θεμελιώσες, οι Σάνταινες, η θεία Μαρία η Μπλούρω, οι Μπατάλιαινες, οι Καπέναινες, οι Κορφιάταινες, οι Τσιγόνιαινες οι σιδερίνες, η Αλεξάνδρα του Τσούτσα. Οι Περτλιπίνες (;), οι Γαργαρίνες και οι Γαϊδαρίνες, οι Μπραήμαινες, οι Χούταινες, οι Παλικάραινες, οι Ρόλιανες, οι Ταμπάραινες, οι Παλούκαινες.
Η νεωκόρισσα της Μητρόπολης η Αγλαΐα, η οποία εχτύπαε την καμπάνα στην εθνική γιορτή πένθιμα.
Μπά; Γιατί δεν ήξερε η έρμη…
Γ.: Ναι. Διπλοκαμπανιά. Στις 25 Μαρτίου τη χτύπαγε διπλοκαμπανιά.
Β.: Οι Καββαδιώσες με τα οφίτσα τους.
Γ.: Ω! Η κυρά Χρυσούλα με το μανσόν της. Είχε 30 κεριά. Από πίσω ήτανε η Κίτσα, ο υπασπιστής της μ’ άλλα 30 κεριά. Από πίσω ήταν η Λίτσα, μ’ άλλα 30 κεριά. Και από πίσω η Ζωή μ’ άλλα 30 κεριά. Και περίμεν’ ο κόσμος όλος στην εκκλησιά να αναφτούνε αυτά τα 100 κεριά…
Β.: Είχανε μια πίστη κι αυτήνοι, που δεν μπορείς να την αγνοήσεις. Πίστευ’ ο κόσμος…
Γ.: Άγιο το χώμα τους να είναι. Άγιο, άγιο, άγιο να ‘ναι το χώμα τους!

Β.: Η Στάμω, οι Γαγούδισες, η κυρά Παπαδιά με τις μακριές της κοτσίδες μέχρι κάτω στα ποδάρια της. Η Σόρα Τζούλια του Δρακόπουλου με τη μεγάλη τη μαγκούρα που την πηγαίνανε στην εκκλησιά κτλ. Η Λιβύα (;) και η Ουρανιώ οι Βερβερίτσαινες. Οι Ρομποτιώσες, οι Τσουκίδαινες. Η θεία Ρήνη η Ράτσαινα. Οι Ρεκατσίναινες. Οι Κούρταινες. Η Παπλωματού –του παπλωματά η γυναίκα, εκεί πίσω στους Αγίους Αναργύρους. Οι Καζάζαινες. Οι Καλίταινες, οι Παπαντρίαινες, οι Μπατίσταινες. Οι Μισούναινες –Η Κωστάντω του Μισούνα του καπτ’ Αλέξη, του Κοκκίνη, μαζί με την κοπέλα της, την… πώς την ελέγανε την κοπέλα της.
Γ.: Εξέχασες και τον Περτσεπού μαρέ… τον Περτσεπού με τα τζαλέτια.
Β.: που έλεγε πως κάνανε εφευρέσεις την εποχή εκείνη – γύρω στο ’30 με ‘35- να κινείται το καΐκι το «Νικόλαος», που πήγαινε το δρομολόγιο Πρέβεζα-Λευκάδα, με νερό. Όταν μπαίνανε μέσα και χτυπάγανε την πόρτα: «σσσ!» εφώναζε η Κωστάντω η γυναίκα του, Μτσούνα η λεγόμενη.
«Τσουτ! και κάνει το λογαριασμό με το διαβήτη ο καπτ’ Αλέξης» φώναζε αυτήνη με την Τούλα την κοπέλα τους.
Γ.: «Σουτ! Και μελετάει ο Αλέξης».
Β.: Είναι το σπίτι απέναντι από τους Αγίους Αναργύρους το χαμηλό, στην πλατεία μπροστά, που μένει σήμερα ο κυρ Πάνος ο Ασπρογέρακας. Αυτό είναι το σπίτι τους.

Οι Μαυρομάταινες, οι Παξινιώσες, οι Μοναστηριώταινες, οι Λούντραινες, οι Αγιαντωνίτισες, οι Βεντεράντες, οι Κόμαινες και Μπόμπαινες, οι Πιτσκιώσες και Κωστοπαταλέαινες, οι Μάγαινες και Καρυοφύλαινες. Οι δύο αδερφές οι θείες Λάμπες. Η Μαρία. Η Μοντεριάναινα. Η Πίλω-Πίλω. Η Βαλαμόνταινα. Η Μαρία η Τσουράπω. Οι Τσολομίκαινες. Οι Σκορδέαινες. Η κυρία Ιουλία η Μεσσήνη, δηλαδή η πεθερά του ιατρού του Γληγόρη, η οποία ήταν ένας ωραίος τύπος, μια γυναίκα με μουσική, με μορφώσεις, με πιάνα κτλ. Αριστοκράτισσα της εποχής εκείνης, που πήγαινε και έπιανε το στασίδι της.
Γ.: Η Σόρα Τζούλια.
Β.: Η θεία Σταθούλα η Κατελώμαινα. Η Ζαχαρούλα η Βασιλοκήπαινα -του Βασίλη, που ήτανε κηπουρός του δήμου χρόνια. Η Καλομοίρα –του Χρήστου του ψάλτη του Βανδώρου. Η Μουστάκαινα και η Κακανιέζαινα –του Μήτσου του Κακανιέζου, με το καλαθάκι, που πούλαγε τους ξηρούς καρπούς. Οι Κουτσοπάναινες, οι Γεραμίαινες, οι Παλούκαινες, η Στάμω κτλ.

Λοιπόν, αυτές ήτανε. Είχανε όμως κάποιο ξεχωριστό κόσμο. Με συγχωρούνε οι ακροατές και όλοι που τους κουράζω και που έχω αυτή την πολυλογία. Αλλά είναι κάποια πράγματα, τα οποία δεν υπάρχουνε πουθενά γραμμένα. Ούτε τα ξέρει κανένας, ούτε πρόκειται ν’ ασχοληθεί με δαύτα κανένας. Έτυχε τώρα εγώ να θυμηθώ, είτε εξ’ ιδίας αντιλήψεως εγώ, είτε να μου τα πούνε κι άλλοι και να τα θυμώμαι. Είναι μιαν ευκαιρία να γραφτούνε για να μείνουνε.

-Γ.: Όταν μπήκε μέσα [στην εκκλησία] η θεία μου η Παγώνα του Παπόρη, με τα κραγιόνια της κι ήταν ο Δωρόθεος τότε…
-Β.: Δεν τα δεχόντανε αυτά ο Δωρόθεος με καμία δύναμη.
-Γ.: Ναι, αλλά ο μπάρμπας μου ο Θοδωρής ο Παπόρης ήταν Επίτροπος. Και μπήκε μέσα η Παπόραινα… Ντυνόντανε, είδες πώς ντυνόντανε.
Β.: Ήτανε με τ’ όνομα η Παγώνα. Και με τα καπέλα της και με όλα της. Τη θυμάμαι.
-Γ.: Και με τα καπέλα και με τα κραγιόνια της και πάει να προσκυνήσει το Νυμφίο. Κι όπως τήνε βλέπει ο Δωρόθεος βγάνει φωνές: «Θοδωράκη, Θοδωράκη! Πάρ’ τηνα έξω που ήρτε χρωματισμένη να προσκυνήσει το Χριστό». Έφυγε η Παπόραινα η θειά μου και πάει στο σπίτι. Είχε να πάει μέχρι την Ανάσταση στην εκκλησά.

-Β.: Σκέψου να ‘ζηγε τώρα, να ’βλεπε τώρα τα παντελόνια και τα σορτς που μπαίνουνε μέσα οι τουρίστριες. Πρέπει ν’ απαγορευτούνε αυτά τα πράματα.
-Γ.: Μαρέ… Μπαίνει μέσα κάποιος που ήτανε αστεφάνωτος. Με τη γκλίτσα του… κι ήταν ο Δωρόθεος… στο θρόνο του κι όπως μπαίνει μέσα με τη γκλίτσα του! «έξω οι μοιχοί, οι αστεφάνωτοι». Κι όπως παίρνει τη γκλίτσα εκείνος… να μη πούμε τ’ όνομα… Εγίνηκε τη Μεγάλη Βδομάδα της κακομοίρας. Τότε μην κοιτάς. Τώρα είναι όλοι αστεφάνωτοι. Τότε, άμα ήτανε κανένας αστεφάνωτος, τονε λέγανε πως είναι πόρνος.

Β.: Τότε ναι. Κιο και σήμερα ακόμα έτσι τονε λένε, βεβαίως.
Γ.: Σήμερα δεν τονε λένε έτσι.

-Β.: Σε ξεχωριστό κόσμο ζούσανε οι πρόσφυγες, που ‘χανε έρθει απ’ τη Μικρά Ασία το 1922. Ήρθανε πολλές οικογένειες, όπως πήγανε σ’ όλη την Ελλάδα. Αυτός ο κόσμος όλος, εσυμπτήχθηκε και έγινε μια ενορία, η Αγία Παρασκευή, η γειτονιά μου -και τα ξέρω και πολύ καλά. Εκεί είχανε Εφημέριο, τον λεγόμενο παπα-Πρόσφυγα. Ήτανε ο παπα-Δημήτρης ο Θωματζίδης. Ήτανε παπούλης του Θοδωρή του οδοντοτεχνίτη της Ανθής, ο οποίος έφυγε από τη Μικρά Ασία και έχασε το γιό του, έχασε και τη γυναίκα του. Στο ποτάμι πνιγήκανε κάτι τέτοιο… Εξαφανίσθησαν και έφτασε στη Λευκάδα μαζί με τη νύφη του, τη γυναίκα του γιού του, τη Δόμνα και μαζί και με την κόρη του, την Ανθή. Και του ‘χανε αναθέσει –εβοηθήσανε κιόλας- την ενορία της Αγίας Παρασκευής. Τότε, βέβαια, δεν παίρνανε μισθούς οι παπάδες. Εζούσανε απ’ τις προαιρέσεις, απ’ τις λειτουργιές κι απ’ τις προαιρέσεις που γινόντανε Πάσχα και Χριστούγεννα.

-Γ.: Θυμάσαι, μαρέ, τις προεραίσεις το βράδυ της Ανάστασης;
-Β.: Ήτανε μια κόφα μπροστά σ’ ένα τραπεζάκι στημένο. Δε βγάνανε το δίσκο, όπως βγάνανε για τους ψάλτες και για την εκκλησία -γιατί και οι ψάλτες δεν πληρωνόντανε και βγάνανε το δίσκο υπέρ των ψαλτών, υπέρ της εκκλησίας. Και γινόντανε η προαίρεση απ’ όλους τους ενορίτες. Πολλοί ενορίτες, βέβαια, ήτανε κι επιδειξίες. Και ρίχνανε το κατοστάρικο ή το πενηντάρι επιδεικτικά. (…)

Λοιπόν, εκεί ήτανε τοποθετημένος ο παπα-Πρόσφυγας και επομένως, όλοι οι πρόσφυγες, που ήρθανε στη Λευκάδα, είχανε ενορία την Αγία Παρασκευή. Και την έχουνε ακόμα. Βέβαια, η ενορία αυτή τώρα είναι ενιαία με την Παναγία των Ξένων. Και δεν ξέρω αν μ’ ακούει ο παπα-Ηλίας… Είναι καλός, ενδιαφέρεται πάρα πολύ για την Αγία Παρασκευή, αλλά θα ‘πρεπε -ας πούμε- τις άγιες μέρες, τις μεγάλες να προτιμεί λίγο και την Αγία Παρασκευή. Γιατί έχει μεγάλη ιστορία η Αγ. Παρασκευή. Ας βγει και μια χρονιά ο Επιτάφιος της Αγίας Παρασκευής, πο ‘χει παράδοση.

Εκεί, λοιπόν, οι πρόσφυγες είχανε δικές τους παρέες. Δικές τους και πηγαίνανε και στους Χαιρετισμούς και στα Κούλμα και στις χριστιανικές εκδηλώσεις των Χαιρετισμών και σε άλλες περιπτώσεις. Ήτανε οι Ιασονίδαινες –Του Μενέλαου του φωτογράφου-, οι Μόσχαινες (Του Διαμαντή του φωτογράφου), οι Αρβανιτίδαινες, η Όλγα, η Ζωγράφαινα, η Λεμονιά η Κοροβέσαινα, η Σουλτάνα η Μαυρίδαινα … Ήταν ο Μακρίδης ένας κοντός και πολύ χοντρός, που μικρός τον κυνήγαγα και με χτύπαγε γιατί τονε πείραζα, γιατί ήμουνα μεγάλο πειραχτήρι. Ήταν ο φαρμακοτρίφτης στο φαρμακείο του Ζερβού, του Σπύρου του Ζερβού… πολύ χοντρός!).

Η Αποστολιά η Τζαφοπουλίνα, η Εμπλαστρίνα του Κίτσου (του μπάρμπα-Γιάννη του Έμπλαστρα η γυναίκα), η θεία-Σταθούλα του Κουτσού, η θεία-Στάσα η καφετζού (με τ’ όνομα η Στάσα), η Λίαινα (του Λία του πρόσφυγα, που έκοβε και τη λιόκριση ο άντρας της, του Καρέα). Η περίφημη Χαλιοφκιάστρα, που έφκιανε εξαιρετικά χαλιά. Η καπετάνισσα, που φόραγε πάντα το σκουφάκι. Αυτό το μαύρο το μπερεδάκι. Οι Ιωακιμιώδσαινες – οι Ιωακειμίδαινες, οι παλιές. Οι Χαριτίναινες, οι Τρυφωνίδαινες, οι Παράσχαινες, οι Καμπουργιανίδαινες, οι Μασμανίδαινες, η Δόμνα και η Ανθή (νύφη και κόρη του παπα-Πρόσφυγα, του εφημέριου της εκκλησίας). Η κυρία Ελένη η Αγουδήμαινα, του Δανιήλ του τελωνειακού, από τη Σαμψούλα. Η κυρά-Βασιλική του Χρύσανθου -η Χρυσανθιώσσα, του Χρύσανθου του Χατζηγεωργίου. Η Ανέσταινα -του Ανέστη του Χρυσοχόου κτλ. Η Μαυρίδαινα –του οδοντιάτρου του Μαυρίδη του αείμνηστου Ηλία, του κωμικού και του εύθυμου τύπου, που ‘χε δίπλα με το Γκιόκα το Γιάννη στην Αγορά κι ήτανε δύο τύποι, οι οποίοι κάνανε το καλαμπούρι της ημέρας κάθε πρωί… δεν μπορούσε να περάσει άνθρωπος που να μην τονε πειράξουνε.
Ήτανε οι Τουρκομανιώσες και οι Αγγελίδαινες. Ε, ίσως μου διαφεύγουνε και κάποιες άλλες.

Υπήρχανε και κάποιες άλλες κυρίες -ξεχωριστό γκρουπ αυτό -κοσμικές, που πιάνανε κι αυτές τα στασίδια τους -πιο αριστοκράτισσες, και πιο αρχόντισσες και πιάνανε τα εξαιρετικά στασίδια. Ήτανε η κυρία Βούλα –θειά μ’ κι αυτήνη -του Ζερβού, του Σπύρου του Ζερβού του φαρμακοποιού. Η κυρία Ασπασία του Θεμελή του φαρμακοποιού, του κυρ-Αριστοτέλη, που ήτανε το γένος Απρογέρακα Γκούγκλη από την Κούλια κλπ. Οι Πηλικίνες, η Φιφή και η Λιλή, οι αδελφές. Η κυρία Ζωή του Σταύρου. Η Ζέτα και η Θηρεσία οι Κουκουλιώταινες. Η κυρία Ρουμπίνα η Ασδραχά.

Η κυρία Στέλλα του Θερμού. Η Τσάνταινα -του Τσάντου με την ηλεκτρική εταιρεία κτλ. Οι αδερφές Σκιαδαρέσαινες. Η Ρουμέναινα -εξέλιπε το επίθετο αυτό απ’ τη Λευκάδα -και η Φύσσαινα -του Φύσσα, που ήτανε και βουλευτής Αθηνών, Λευκαδίτης με τα οπτικά, στην Αθήνα.  Αυτό το επίθετο υπάρχει ακόμα στην Αθήνα, αλλά το επίθετο Ρουμένα εχάθηκε. Κι άλλες πολλές της εποχής εκείνης.

Διαβάστε το Α΄ Μέρος [ΕΔΩ].
Διαβάστε το Β΄ Μέρος [ΕΔΩ]

Previous post
Ο Βαλαωρίτης Ιστορικός
Next post
Άμεσες προσλήψεις στο Νοσοκομείo – Επικοινωνία του Θανάση Καββαδά με τον Υφυπουργό Υγείας

No Comment

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.